Μοναξιά
Κάθε βράδυ
ψάχνει η ψυχή μου λιμάνι.
Κάθε βράδυ
περπατάω σε βελόνες.
Τα απογεύματα
πίνω της μοναξιάς μου τον καφέ
περιμένοντας τους ομότεχνους
τις μικρότητες τους
και ενδιάμεσα
ταξιδεύουν τα μάτια μου
στα νεαρά κορίτσια
στα διπλανά τραπέζια
ακούω τα γέλια τους
δεν μπορώ να γελάσω
δεν μπορώ να κλάψω
τα στήθια τους ηλεκτροφόρα
οι γλώσσες τους σουβλερές
το σώμα μου ξύλινο,
βάρκα προς την Αχερουσία.
**
Μέσα στην πόλη οι λύκοι ουρλιάζουν
Αργυραμοιβοί και κολλυβιστές
ιεροφάντες και τελετάρχες
κατέχουν και νέμονται.
Έχουν έφιππους και λογχοφόρους
ραβδούχους με σειρήτια.
Κρεμάνε αγχόνες για τους παραβάτες
αστράφτουν τα γλέντια τους
μα η λάμψη τους
λίγο-λίγο σβήνει
κάθε μέρα.
**
Η αγάπη στον κόσμο
Στη Σομαλία στο κέρας της Αφρικής
είδα την αγάπη μου ξυπόλητη ζητιάνα
κάτω απ’ τον καυτό ήλιο.
Στη Βαγδάτη, παράπλευρη απώλεια,
κείτονταν νεκρή σε νάιλον σάκο.
Στο Πακιστάν την είδα λιθοβολημένη.
Στις Φιλιππίνες εκδιδόταν
από το χέρι του αδελφού.









