[Από τη συλλογή SALUADER]
Η ΗΣΙΟΝΗ
Κλεισμένη στο δωμάτιο, με τις οσμές από τα ρόδα,
κοπανισμένα με βρεγμένες πέτρες,
μιά-μιά από την ακροποταμιά, γυάλιζαν ακόμη,
η Ησιόνη πάλευε να βγάλει τις πόρπες.
Πάνω σ’ ένα πανί τις έβαζε, ύφανση της γιαγιάς.
Στο κρεβάτι μέρες αργότερα περίμενε στα με λιβάνι πανιά τυλιγμένη.
Κρυφές ελπίδες τορπιλίζουν το σώμα της
κι’ απομακρύνουν προς στιγμή τις πόρπες, απ’ την βουβώνα χώρα.
Άχρηστα όλα.
Οι άνθρωποι, θαμμένοι εκεί κοντά της.
Το χώμα νωπό, είχε το μύρισμα των μυρικιών.
Αγνάντευαν το πέλαγος, οι Θώες κι’αυτή.
Τίποτα δεν θύμιζε ποιά ήταν και για τί θρηνούσε.
Ξέχασε τον Ηρακλή και τα λιβάνια και τις χαρές πού δεν έφτασαν.
Τώρα άχρηστα όλα.
ΑΡΝΗΣΗ
Τις αδύνατες μέρες ρίχτες μακριά,
να παλέψουν μετα όρνεα και να νικήσουν,
όλα να γίνουν γρήγορα κι’ αστραφτερά
σαν τα πιο λαμπρά αστέρια
σαν τις άσπρες νύχτες,
που οι αγάπες πεθαίνουν και το πρωί οι ερωτευμένοι χωρισμένοι,
μ’ένα πόνο ανάμεσα στα μάτια, ανάμεσα στα πλευρά.
Εσύ κι’ εγώ, θα πολεμήσουμε παρέα με τις τέρψεις και τις έξεις,
Τις πρόσκαιρες και μάταιες αλλαγές.
Ο έρωτας που αρνήθηκα, για να σε φτάσω πρώτη και μόνη,
δεν περιμένει την επιστροφή του φεγγαριού,
για να εκδικηθεί την πράξη μου.
Τέλος θα φύγω μακριά, πριν προφτάσεις και δεις, πως εγώ
δεν υπάρχω αληθινά,
αλλά πως είμαι ένα φως,
που ρίχνει για τελευταία φορά τα κύτταρά του,
σε ανθρώπινο πρόσωπο.
ΜΝΗΜΗ
Ξεπέρασε ο άνεμος τις φυλλωσιές των δένδρων.
Αμμόχωστες ακραίες γωνιές του τόπου μόνες.
Κουτσουρεμένα κλαδιά των πεύκων.
Η ματιά εναντιώνεται σε κάθε ερωτικό σύντροφο
κι’ όμως άκουσα το τραγούδι μας χθες,
που το φεγγάρι ολόγιομο γκεζάριζε τον ουρανό
κι’ ο πόθος από τότε σταλάζει σούρουπο κι’ αυγή στα παραθύρια μου.
Όλα νωπά και παγίδα το ψαθί της καρέκλας.
Με τις γραμμές του ορίζοντα ζήτησα ν’ ανταμωθώ
Και τερατόμορφα κοχύλια σχημάτισαν ζωγραφιά το πρόσωπό σου,
στα λευκά μου μπράτσα.
Δεν σώζεται ο γλάρος απ’ την τροφή της θάλασσας,
μα, απ’ το δικό σου χέρι, καθώς μιμείσαι την κίνηση
πώς τάχα,αργά, ρίχνεις τρίμματα άρτου στ’ αφρισμένα κύματα.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Πέρα απ’ τους λόφους κατρακυλούσε και το σκυλί το μύριζε σκεφτικό, τ’ αυτιά
πεσμένα, όπως γλάρος που ξεκουράζεται σε ξύλινο δοκάρι αλμυρό και το
κύμα το βρέχει όλη μέρα.
Στη μέση του δρόμου τα στάχυα κυμάτιζαν και πέρα η θάλασσα. Οι νύχτες σιωπηλές,
τα τελευταίαχρόνια της βροχερής αναλαμπής. Τέτοια ώρα έφτασε το κουφάρι
σ’ εξώπορτα σπιτιού παλιού και τρίζανε τα τζάμια. Τότε ο κόσμος σαν ένας πολύχρωμος
εφιάλτης, γύρισε τις πλάτες και πήρε την λεωφόρο της σαγηνευτικής νύχτας.
Τα παιδιά άφησαν τα σπίτια και έτρεχαν στα πίσω δρομάκια με γέλια. Μέσα στην
ταραχή πέρασε κι΄ η Κάρμεν, σεμνά ντυμένη. Στη φούστα κεντημένα μισοφέγγαρα
και πίσω για ζώνη, μαντήλι πλουμιστό, μικρή φωλιά, για λιλιπούτεια πουλιά.
ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ
Το φουστάνι το μαύρο πεσμένο στο ξύλινο δάπεδο.
Στην παλάμη ιδρωτίλα, στους λοβούς πάχνη.
Τις αγριάδες του στήθους της εσύ, ανήμπορος να δαμάσεις.
Τις κόρες των ματιών τους, βλέπω
να συνορεύουν τώρα, με τον έξω κόσμο.
Κοιτώ τα σαλιωμένα χείλη,
τ’ αχνιστά ρουθούνια, τα δαγκωμένα νύχια.
Οι βέρες στα δάχτυλα στένεψαν από το φούσκωμα των κορμιών.
Οι πατούσες βαριές τεντώνονται. Οι κινήσεις αργές.
Άπνοια.









