`

Ανάμεσα στις αρχετυπικές διαθέσεις όσον αφορά στη σύλληψη και έκφραση του ποιητικού βιώματος κατά τη μεταπολεμική περίοδο της νεοελληνικής λογοτεχνίας, δεσπόζουσα θέση καταλαμβάνει εκείνη του πάσχοντος ποιητικού υποκειμένου. Αφετηρία και κατάληξη της συγγραφικής πράξης γίνεται συχνά ο μικρόκοσμος , το εσωτερικό μαρτύριο, η παραίτηση και η παράδοση στις ακυβέρνητες πολιτείες των ενστίκτων, η καύση βαθιά εγχαραγμένων εικόνων, για να παραχθεί ο αρμονικά ασύμμετρος και παρεκκλίνων λόγος. Αυτό σε κάποιες περιπτώσεις καταλήγει σε ένα είδος αυτοπαγίδευσης. Ο ποιητής κοιτάζοντας προς τα έσω χάνει τον προσανατολισμό του, μπλέκεται στα δίχτυα που ο ίδιος στρώνει, για να μπορέσει να θηρεύσει την εκλεκτή συγκίνηση , κι ενώ γυρεύει πέρδικες και φασιανούς, απομένει τελικά στο χέρι με τις σκιές από μερικά μόνο φτερά. Σαν αδέξιος κυνηγός. Σε άλλες περιπτώσεις καταφέρνει να μετριάσει την εγωκεντρική τοποθέτηση της γραφής του, καθώς αφήνει το περιθώριο στον αναγνώστη να αισθανθεί ότι το βίωμα τον αφορά κι ότι απʼ τις λέξεις του ανασύρεται μια διάθεση με καθολικό χαρακτήρα. Κι εκεί ακριβώς σπάζει ο κύκλος της αδιέξοδης ερμητικότητας κι απελευθερώνεται ενέργεια προς όλα τα μήκη και τα πλάτη του ποιητικού σύμπαντος, πράγμα που ασφαλώς είναι και το ζητούμενο στη συγγραφική πράξη. Μόνο σε τέτοιες στιγμές εκρήξεων και ταλαντώσεων γεννιέται ανθεκτικός στη φθορά των αναγνώσεων λόγος.
Η εσωτερικότητα, η πάσχουσα συνείδηση που ανακουφίζεται μέσω της εξωτερίκευσης των παθών στο μελάνι, η εστίαση της ιδέας στην προσωπική οδύνη, η πρωτοπρόσωπη απόδοση της ευαισθησίας, ο βιωματικός χρωματισμός του λόγου, η συρραφή στιγμιοτύπων από το βαθύτερο «είναι» , η συνύπαρξη υπερβατικών και ρεαλιστικών στοιχείων είναι παρόντα και στο παρθενικό έργο του Χρήστου Μαρτίνη «Το ξένο φως».

`

Από τις πρώτες λέξεις δίνεται το σύνθημα : ακολουθεί πνιγμός και όσοι έχουν το σθένος να επιπλεύσουν ευπρόσδεκτοι ( καλό μου ναυάγιο πάλι βαπτίσου στο χάλκινο φως) . Έπειτα σε άλλα δεκαοκτώ αριθμημένα, πλην άτιτλα, ποιήματα και σε άλλα δύο τιτλοφορημένα, ξεδιπλώνεται το γεωλογικό ανάγλυφο μιας ευάλωτης ψυχοσύνθεσης που με έντεχνες δονήσεις προσπαθεί να κάνει το δικό της υπέδαφος μήτρα καθολικών εμπειριών. Μέσα σε αυτό το υπέδαφος ο προσωπικός πόνος στερεοποιείται, γίνεται ορυκτό που εξορύσσεται όχι μόνο με την καρδιά αλλά και με το μυαλό, και κόβεται στο τέλος σε μικρά πετράδια με το σχήμα ποιημάτων.
Στο ίδιο υπέδαφος ανιχνεύονται καταβολές από προγενέστερα εκφραστικά σχήματα και τάσεις του νεοελληνικού , και όχι μόνο, ποιητικού λόγου : οι παραλογές (στο τελευταίο ποίημα της συλλογής με τίτλο «Του καταραμένου») , τα τραγούδια των κοντραμπατζήδων (όσο κι αν το προσπάθησα ρούκουνα να σου μοιάσω/ φλώρος εγώ μάγκας εσύ κι έτσι πηγαίνω πάσο) , η στιχουργία των ιθαγενών της Αμερικής (κάθομαι δίπλα στον σωριασμένο ήλιο/ και προσπαθώ να θυμηθώ/ ένα τραγούδι /κανένα τραγούδι δεν είναι δικό μου/ είμαι άρρωστος ) , η αρχαία ελληνική επιγραμματοποιία (αν σας ρωτήσουν/ να πείτε κάτι τραγικό /πως τράκαρε καβάλα σε μια μηχανή/ στην άγρια κόντρα με το χρόνο/ ή πως τον έσφαξαν σʼ ένα κωλόμπαρο της εθνικής οδού/κάποια θλιμμένη πέμπτη/ να βρείτε κάτι πειστικό/ μην πείτε απλώς πως πέθανα/ μην πείτε την αλήθεια : Ας προσεχτεί εδώ ότι οι στίχοι μοιάζουν με μία επιτύμβια παράκληση την οποία απευθύνει ο νεκρός προς τους διαβάτες που επισκέπτονται τον τάφο του) , η καρυωτακική ειρωνεία (αιτήθηκα πρωτόκολλο κοινό για το κορμί μου οι υπεύθυνοι αρνήθηκαν λόγω νομολογίας μου τόνισαν κύριε το σύστημα δεν το υποστηρίζει τις εγκυκλίους μου έδειξαν αποφάσεις χίλια εκατό του έβδομου κάθετος δύο χιλιάδες εικοσιπέντε είκοσι του ενενήντα πέντε )) , η θεατρική υφή της τραγικής ποίησης (το ποίημα «Ελένη» θα συνιστούσε κάλλιστα έναν χειμαρρώδη μονόλογο σε μια υποτιθέμενη τραγωδία) απαντούν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό στα σπλάχνα της ποίησης του Μαρτίνη.

`

Ο ποιητής βεβαίως φέρνει στα μέτρα της δικής του ποιητικής όλες αυτές τις καταβολές, αφήνοντάς τες να λειτουργούν δυναμικά και να επιδρούν στο βαθμό που δε νοθεύεται η καλλιτεχνική αυτονομία του. Άλλοτε πάλι τις εμβολιάζει με μοντέρνους τρόπους έκφρασης, ώστε η τελική εντύπωση να τις εκτοπίζει στο παρασκήνιο. Στο τελευταίο ποίημα της συλλογής, για παράδειγμα, «Του καταραμένου» η θεματική και στιχουργική πλοκή που παραπέμπουν στο είδος των παραλογών, κρύβονται επιδέξια κάτω από το σχήμα μιας μοντέρνας ποιητικής αφήγησης και μόνο με μία αναπροσαρμογή του τρόπου ανάγνωσης των στίχων ακούγεται καθαρά ο δεκαπεντασύλλαβος ρυθμός.

`
Χαρακτηριστικό, επίσης, είναι ότι η όποια αίσθηση συντριβής αποπνέουν οι στίχοι επενδύεται με κύριο υλικό τον ήλιο, η συχνή παρουσία του οποίου λειτουργεί ως αντίβαρο που δεν επιτρέπει σε όλη αυτή τη σκοτεινή διάθεση να γίνει ένας κουραστικός πεσιμισμός. Υπάρχει πάντα ένα χαλινάρι που συγκρατεί την υπερβολή και φέρνει το συναίσθημα αντιμέτωπο με το μυαλό. Στο κέντρο δε της συλλογής ενεργοποιείται σοφά το μοτίβο της θεραπευτικής επενέργειας της ποίησης με ένα ποίημα που αποτίνει φόρο τιμής στα «ιαματικά» τραγούδια (medicine songs) των Ινδιάνων. Ο πάσχων ποιητής, κατά το πρότυπο του καβαφικού Ιάσονος Κλεάνδρου αλλά με μία διαφορετική υφολογική προσέγγιση, εναποθέτει την ελπίδα της σωτηρίας του στα χέρια της ποίησης, παρόλο που, όπως γράφει και ο Καρούζος, τα ποιήματά του καταλήγουν να είναι «ενθύμια φρίκης» ,
Έτσι, το ρημαγμένο σώμα και το ναυάγιο ταυτίζονται(τρίζει το σώμα σαν σάπια καρίνα), ο ήλιος γίνεται κάτι σα συσίφειο βάρος (ένα βράχο-τον ήλιο- κουβαλώ στις πλάτες μου), η αγωνία να αποτυπωθεί στη γραφή η εμπειρία προτού εκφυλιστεί υπονομεύεται από την τελική συνειδητοποίηση της αδυναμίας  (να γράψουμε/πριν μας τελειώσει η εποχή….όμως/ πώς να κρατήσεις βράχο με τα χέρια σου/πώς να δεθεί ο χείμαρρος με το σκοινί) και αλλού στήνεται ένα αινιγματικό σκηνικό αναμονής που θυμίζει φιλμ νουάρ (τις επόμενες μέρες θα λάβεις από μένα μια σακούλα/θα την αδειάσεις στο τραπέζι της κουζίνας/θα χυθούν οι σπασμένες ακτίνες του ήλιου). Πιο κάτω, ο ποιητής διαμαρτύρεται για τον τυπολατρικό ξεπεσμό της ανθρώπινης ποιότητας(σφράγισαν τις ανάσες μου με στρογγυλή σφραγίδα και με αρχειοθέτησαν ως πράξη τελική), δημιουργεί μια καρικατούρα φυλακής όπου τα δεσμά και ο δεσμοφύλακας απομυθοποιούνται (βγήκα να αγοράσω συρματόπλεγμα/ μα δεν περίσσευε καθόλου/ για φυλακές δίναν βελόνες και κλωστές/ κι ένα παιδί κρατούσε τα κλειδιά) ,αντιμετωπίζει τους στίχους ως επικάλυψη νοσηρών στιγμών (και αν τους στίχους αφαιρέσεις με νυστέρι /θα μείνει-επιτέλους- να βρωμίζει τον αέρα/ το κουφάρι από το άγιο καλοκαίρι) , αγωνιά για την τύχη μιας αναπάντητης ικεσίας (ίσως δεν πρόσεξαν την κλήση την κραυγή/ ίσως να μη μετέφεραν σωστά την ικεσία) και αναγραμματίζει την κατάληξη του μύθου της Ελένης, βάζοντας στο στόμα ενός σύγχρονου Μενελάου έναν περιπαθή αναθεματισμό (ανάθεμα την ώρα σου που γύρισες/ φύγε ξανά και μάζεψε ό,τι μπορείς πριν το φευγιό σου) . «Ενθύμια φρίκης» λοιπόν αυτά τα ποιήματα του Χρήστου Μαρτίνη. Πλην όμως τα τιθασεύει ο λόγος και τα αναβαπτίζει σε μαρτυρικές καταθέσεις ενός υποσυνείδητου σε αναμονή για αποκαλύψεις.