[Ο θάνατος δεν πέρασε από ‘δω]
Τα σφαγμένα παιδάκια
Στ’ όνομα του θεού βάζεις τα παιδιά σου
να ζωγραφίζουν με μαρκαδόρους
ανθρωπάκια πάνω σε ολοκαίνουργιες βόμβες.
Στ’ όνομα του θεού γεμίζεις με δυναμίτη
όμορφες κούκλες· τις πετάς από τ’ αεροπλάνα
για να πέσουν πάνω σε ανυποψίαστες ψυχές.
Κι ο πόνος του κομματιασμένου παιδιού ταξιδεύει,
στη διαδρομή γίνεται εμπόρευμα,
γίνεται μπάλωμα ιδεολογίας.
Γίνεται ένθετο, ο πόνος, στις εφημερίδες,
τον κρεμάνε στα περίπτερα,
τον μοιράζεις, παραμύθι δίχως εικόνες,
στα παιδιά σου που δεν τρώνε το φαγητό τους.
Κάποια νύχτα όμως τα ψέματα θα τελειώσουν.
Τα σφαγμένα παιδάκια
θα περάσουν παράνομα τα σύνορα,
θα κοιμάσαι με τη γυναίκα σου
σαν σε ξυπνήσουνε δισταχτικά
«μπαμπά φοβόμαστε», θα σου πουν,
«η νύχτα βγάζει ακόμα εφιάλτες»
κι εσύ θα πρέπει να κάνεις χώρο
να ξαπλώσουν στο πλευρό σου να ησυχάσουν.
#
[α’]
Πόσους θανάτους μας
αποτρέψαμε απόψε
με τις συλλαβές των στίχων·
οι σκιές που ξεγλιστρούσανε απ’ το χαρτί,
ήτανε θάνατοι ντυμένοι μολυβιές,
ήταν να κάψουνε το ποίημα,
για να νικήσουν,
μα λιποτάχτησαν.
#
[β’]
Εκείνο το φεγγάρι πώς τυχαίνει
να το κοιτώ, τις περισσότερες φορές,
σημαδεμένο με πληγές και ματωμένο.
Ποιος καρτεράει πίσω από τη νύχτα,
με θραύσματα πολέμων κι άδεια όνειρα,
κρατώντας πάνω του εκατόμβες σκοτωμένων.
Ποιος έσκαψε τους τάφους στο φεγγάρι;
#
[γ’]
Μετά τις γραμμές του τρένου
είναι το χωράφι με τα κόκκινα στάχια,
το αρχαίο, περιστασιακό θυσιαστήριο.
Ένας άγνωστος θεός – φρουρός,
πάνω στο σύννεφό του, αγναντεύει,
με τα χέρια του στις τσέπες.
Το άγρυπνο βλέμμα του με σημαδεύει
την ώρα που μαζεύω σκόρπια χιτώνια κι άρβυλα
για τον έρανο των άγνωστων αναμνήσεων
όλων των πολέμων.
#
[δ’]
Πόσα λεφτά αξίζει το ατσάλι, το μολύβι;
Τα βλήματα που μάζεψες
το περασμένο καλοκαίρι
απ’ τις νεροφαγιές
έχει το καθένα και το ποίημα του.
Πόσο εξαργυρώνεται το μαύρο του θανάτου,
το κόκκινο του αίματος
και η σκουριά της λύπης;
Σκέψου πως τα ποιήματα
σήμερα δεν πουλάνε.
Ποιος θα βρεθεί
για ν’ αγοράσει τόσες σφαίρες
που θέρισαν ολάκερη
γενιά μεσοπολέμου;
#











“Πόσους θανάτους μας
αποτρέψαμε απόψε
με τις συλλαβές των στίχων·
οι σκιές που ξεγλιστρούσανε απ’ το χαρτί,
ήτανε θάνατοι ντυμένοι μολυβιές,
ήταν να κάψουνε το ποίημα,
για να νικήσουν,
μα λιποτάχτησαν.”
Γερό σχόλιο (έτσι το βλέπω εγώ) για τους στίχους-μανιτάρια πάνω στους τάφους και τους ακρωτηριασμούς.
Αν η σάρκα του ποιήματος ήταν η σάρκα του ποιητή, ο πιο φοβισμένος ποιητής θα ήταν αυτόχειρας.
το πρώτο ποίημα μου άρεσε πολύ..βαθιά ανθρώπινο..
Μπράβο Θοδωρή
Μεστή η γραφή σου
Στιβαρές οι εικόνες σου
Γιατί?
Δέν υπάρχει γιατί.
Παρά μόνο το ματωμένο
δάκρυ της μάνας
να λειώνει πάνω στο
άψυχο κορμί του σφαγμένου
της παιδιού.
Μαύρο πέπλο καλύπτει
την Γάζα και ο θρήνος
συνθλίβει τʼ άρματα
-ατσάλινα κουφάρια-
στιγνοί εκτελεστές
στον σκουριασμένο βωμό
του σιωνισμού.
Ο ποιητής πολεμά με όπλα του τις λέξεις
για να συλλαβίσει τα νοήματα της ειρήνης
κι ας γνωρίζει πως “η ποίηση δεν πουλά”
σε μέρες αιμοσταγών πειρατών
που επιδίδονται με ζήλο στο θέαμα
του ακρωτηριασμού… της ζωής.
ποιος έσκαψε τους τάφους στο φεγγάρι;
ο ποιητής άπλωσε το χέρι του.
γειά σου θοδωρή βοριά, καλή συνέχεια!
6. Απάντηση από m
Είναι σοβαρή προσπάθεια, με τον συνεχή αγώνα προς την κοφτερή επικαιρότητα.
Καλή συνέχεια.
Υ.Γ. m
Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Το κρασί των Φαιάκων
[…]
Ποιος θα μπορούσε αλήθεια να κρατήσει το τιμόνι σε τούτους τους καιρούς;
Χάλασε κι η πυξίδα χαθήκαν οι προορισμοί
τα κύματα σηκώθηκαν ως το μυαλό σβήσανε οι αιώνες
τόσες πατρίδες τόσες προσπάθειες μέσα μου καμένες. […]
στις 2/3/2009 11:36 pm
“Πόσους θανάτους μας
αποτρέψαμε απόψε
με τις συλλαβές των στίχων·”
“Σε στίχους απαιτούσε τα οδοιπορικά της”
Θοδωρή σου στέλνω την καλημέρα μου
Σύντομα θα τα πούμε.
Θοδωρή ,
θα σου απαντήσω με τους στίχους σου .
” Αίμα στη νύχτα
αίμα στη συνείδηση
αίμα στο χαρτί .”
‘..πένθος στο μπράτσο θα το ράψω
για τους πολέμους που δεν τέλειωσαν ακόμη”
”Πιστέψουν δεν πιστέψουν
κατέβα στο υπόγειο
και διάλεξέ τους τα πιο λαμπρά ιδανικά
κι αστέρια να τους φέρεις ”
” ποιός θα μας πάρει απ΄το χέρι ,
να σκαρφαλώσουμε ψηλά,
να ονειρευτούμε;
” Αυτός ο κόσμος
δε μπορεί παρά να ζήσει ”
Συχώρεσέ μου που αυθαίρετα ξεκάρφωσα τους στίχους σου και τους ακούμπισα στα σχόλια του ποιείν .
Είναι τόσο φωτεινοί . Αστέρια και μολότωφ.!