Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Τα Επίκαιρα

Τα Επίκαιρα

Τα Επίκαιρα

«Απελπιστικά διαθέσιμοι…»

[author] Του Σπύρου Αραβανή [/author]

`

Ο περιβόητος όρος «κρίση» έχει ασφαλώς πολλαπλές αναγνώσεις. Στον ποιητικό -και όχι μόνο- χώρο, πέραν της εμπορικής και ενίοτε ποιοτικής κρίσης του βιβλίου, της έλλειψης σοβαρού «κριτικού λόγου», τελευταία εμφανίστηκε πολλαπλώς και το φαινόμενο της έλλειψης «διακριτικότητας». Ποιητές, περιοδικά, βιβλιοχώροι «απελπιστικά διαθέσιμοι» και «ανοικτοί» στο κοινό, με άλλα λόγια προς άγραν αναγνωστών, συμμάχων, πελατών…χωρίς να κρατούν σε μερικές περιπτώσεις ούτε τα προσχήματα…Ας ξεκινήσουμε..

`

* Πρώτο Παράδειγμα από το παρελθόν: Διαβάζουμε στη διάλεξη του Άλκη Αλκαίου για την ποίηση του Κώστα Καρυωτάκη, το 1967:

`

«Θόρυβο προκάλεσε η διένεξη Καρυωτάκη—Νουμά. Ο συγγραφέας έστειλε τρία αντίτυπα στον Νουμά, με την ελπίδα να αγγελθή η έκδοση μέσω του περιοδικού. Μάταια όμως περίμενε, γιατί ο Νουμάς αγνόησε το βιβλίο. Ο Καρυωτάκης καταφεύγει… στη δικαιοσύνη. Σύμφωνα με υποσχέσεις του Νουμά έπρεπε κάθε βιβλίο που λάβαιναν να κάνουν κοινοποίηση. Τʼ αποτέλεσμα ήταν η συμφιλίωση που απόφερε μια εξώδικη πρόσκληση.» (Περισσότερα ΕΔΩ)

`

Κρατώ τη φράση: «Σύμφωνα με υποσχέσεις του Νουμά έπρεπε κάθε βιβλίο που λάβαιναν να κάνουν κοινοποίηση» και αναρωτιέμαι αν αυτές οι υποσχέσεις είχαν να κάνουν με το «σεβασμό» στους συγγραφείς- αποστολείς τω βιβλίων που μπήκαν στον κόπο, στα έξοδα και στην αγωνία να αποστείλουν το «πόνημά» τους, με τη «δημοσιογραφική» πλευρά του περιοδικού, δηλαδή ως μέσο ενημέρωσης ή αποτελούσε έναν ευγενώς καμουφλαρισμένο τρόπο να αυξήσουν τους αναγνώστες τους εκμεταλλευόμενοι το ελάχιστο της δημοσιότητας που τους έταζαν; Όσα, δηλαδή, περισσότερα «ονόματα» -έστω με μισή αράδα αναφορά- εμπεριέχει άκριτα το περιοδικό τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες της αναγνωσιμότητας ελέω ματαιοδοξίας, περιέργειας, χαράς ή όπως αλλιώς μπορεί να βαπτίσει κανείς την ανάγκη του συγγραφέα να αγοράσει ένα περιοδικό -που υπό άλλες συνθήκες δεν θα το αγόραζε- στο οποίο «τρύπωσε» έστω και από μια γωνίτσα.

Αυτή η τακτική εμφανίζεται και σε αρκετά σύγχρονα λογοτεχνικά περιοδικά για τα οποία μόνο εικασία μπορεί να κάνει ο καθένας για το πού γέρνει η πλάστιγγα της επιλογής τους να «αναφέρουν» δεκάδες τίτλους βιβλίων μέσα από δυο σειρές.  Όποιο κι αν είναι το «υποσυνείδητο» της απόφασής τους, είναι ασφαλώς δικαίωμά τους η επιλογή εφ’ όσον οι υπεύθυνοί τους δεν έχουν απαντήσει ή δεν έτυχε να απαντήσουν (ή να πέσουν στην αντίληψή μου οι απαντήσεις τους) δημοσίως σε ένα τέτοιο ερώτημα. Συνεπώς ο κάθε αναγνώστης μένει με τις εικασίες του «γιατί» της πράξης.

Εξαιρώ τον εκδότη του Εντευκτηρίου, Γιώργο Κορδομενίδη ο οποίος σε μια σχετική ερώτηση του υπογράφοντος σχετικά με το «ανοικτό» κάλεσμά του να διαφημίσουν βιβλία τους οι συγγραφείς στο περιοδικό του, χωρίς αναφορά σε κριτήρια επιλογής, μού απάντησε ευθαρσώς και γενναίως:

`

«Όλα τα λογοτεχνικά περιοδικά, από τον πρώτο κιόλας καιρό της πρόσφατης και συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης, είδαν να δοκιμάζονται οι κυκλοφορίες τους. Μερικά μάλιστα έκλεισαν οριστικά, άλλα ανέστειλαν (προσωρινά, ελπίζω) την έκδοσή τους.
Παρότι το Εντευκτήριο μείωσε, ήδη από τις αρχές του 2010, την τιμή πώλησής του κατά 20% περίπου, όπως και το κόστος της συνδρομής, η μείωση του αγοραστικού ενδιαφέροντος εξακολούθησε να είναι αισθητή. (Ευτυχώς, από τα τέλη του περασμένου χρόνου σημειώνεται μια ενθαρρυντική ανάκαμψη.) Μέσα σʼ αυτό το οικονομικό περιβάλλον, και οι χειμαζόμενοι, σχεδόν στο σύνολό τους, εκδοτικοί οίκοι περιόρισαν δραστικά ―αν δεν εκμηδένισαν― τα διαφημιστικά τους προγράμματα. Επίσης, πάλι λόγω της οικονομικής δυσπραγίας, οι εκδότες σπάνια αναλαμβάνουν το ρίσκο να συστήσουν στο αναγνωστικό κοινό νέα ονόματα, κυρίως όταν αυτά επιδίδονται στην ποίηση, με αποτέλεσμα να έχουν αυξηθεί εντυπωσιακά τα τελευταία χρόνια τα βιβλία «ιδίοις αναλώμασιν», που κυκλοφορούν μεν υπό την ετικέτα ενός εκδοτικού οίκου αλλά στην πραγματικότητα έχουν χρηματοδοτηθεί από τους ίδιους τους συγγραφείς. Τα βιβλία αυτής της κατηγορίας ―τα περισσότερα τουλάχιστον― δεν (πρόκειται να) έχουν στον ήλιο μοίρα: δεν θα βρουν θέση στους πάγκους των (μεγάλων) βιβλιοπωλείων, δεν θα φωτιστούν από μια, ελάχιστης έκτασης έστω, βιβλιοπαρουσίαση. Το Εντευκτήριο αφενός προσπαθεί να ξεχωρίσει τα πιο αξιόλογα από αυτά και τα σχολιάζει στη στήλη «Βιβλία στο κομοδίνο», αφετέρου παρέχει διαφημιστικό χώρο, με μεγάλη έκπτωση, για την προβολή τους.
(Περισσότερα ΕΔΩ)

`

* Έρχομαι στο Δεύτερο Παράδειγμα. Αντιγράφω από το Δελτίο Τύπου της «Λογοτεχνικής-Συγγραφικής Ομάδας Ιδεόπνοον», των περιοδικών Πνοές Λόγου & Τέχνης και iamvosart και της εφημερίδας Πνοές Πολιτισμού:

`

«Σε μια προσπάθεια προώθησης της λογοτεχνίας, ανακοινώνουμε ότι και στις δυο κατηγορίες (ποίηση-διήγημα) του 9ου Πανελληνίου Διαγωνισμού Διηγήματος και Ποίησης, Εφήβων και Ενηλίκων, θα εκδοθούν δυο ανθολογίες με έργα των διαγωνιζομένων, ανεξαρτήτως διάκρισης. Όσοι θέλουν να συμμετέχουν στις ανθολογίες, ας αποστείλουν παράλληλα με το ποίημά τους ή το διήγημα, ταχυδρομική επιταγή με το ποσό των 25 ευρώ, για κάλυψη προβολής και προώθησης και ταχυδρομικής αποστολής. Επίσης, είναι απαραίτητο να στείλουν υπεύθυνη δήλωση θεωρημένη με το γνήσιο της υπογραφής, ότι αποδέχονται τη δημοσίευση του κειμένου τους. Eπίσης όσοι συμμετέχουν στις ανθολογίες θα μας αποστείλουν την συμμετοχή τους και σε cd -το οποίο θα ανοιχθεί μετά το πέρας του διαγωνισμού- εκτός των πέντε (5) αντιτύπων. Όταν τυπωθεί έκαστη ανθολογία θα πάρουν όσοι συμμετέχουν σʼ αυτές ένα (1) αντίτυπο δωρεάν με την ευκαιρία να αγοράσουν κι άλλα αντίτυπα σε οικονομικό κόστος.» (Περισσότερα ΕΔΩ)

`

Αναρωτιέμαι: πώς «προωθείται η λογοτεχνία» όταν η λογοτεχνική αξία εκτιμάται σε 25 ευρώ και δεν υπάρχει κανένα κριτήριο επιλογής; Πώς δικαιολογεί την αγωνία «για την προώθηση της λογοτεχνίας» η σημείωση : «Για την περίπτωση κατά την οποία δεν συγκεντρωθεί εύλογος αριθμός συμμετοχών θα επιστραφούν τα χρήματα στους συμμετέχοντες.» Πώς συνδυάζεται, τέλος η σημείωση «Τα κείμενα προς ανθολόγηση υπόκεινται σε έλεγχο από τη συντακτική επιτροπή» με το επίσης δημοσιευμένο: «θα εκδοθούν δυο ανθολογίες με έργα των διαγωνιζομένων, ανεξαρτήτως διάκρισης» και «Όσοι θέλουν να συμμετέχουν στις ανθολογίες, ας αποστείλουν παράλληλα με το ποίημά τους ή το διήγημα, ταχυδρομική επιταγή με το ποσό των 25 ευρώ, για κάλυψη προβολής και προώθησης και ταχυδρομικής αποστολής»

`

Ίδια νοοτροπία συναντάμε ανά καιρούς και σε άλλες Ανθολογίες: «Η πόρτα ανοίγεται για νέους ποιητές…[…]Τιμή συμμετοχής στην έκδοση: 60 ευρώ. Στον κάθε ποιητή-πεζογράφο με την έκδοση θα δοθούν 3 αντίτυπα…» κ.τλ. (Περισσότερα ΕΔΩ)

`

Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει βεβαίως με τις -ουσιαστικά- αυτοεκδόσεις των ποιητών που «μισθώνουν» τους εκδοτικούς οίκους, οι οποίοι  -στο «όνομα» και αυτοί «της προώθησης της λογοτεχνίας»…- εκδίδουν άκριτα δέκα ποιητικά βιβλία τον μήνα «εγκληματώντας» ουσιαστικά τόσο στην τσέπη των «θυμάτων» όσο και στο ποιητικό corpus.

Εξαιρώ και εδώ περιπτώσεις όπως της πρόσφατης Ανοικτής Πρόσκλησης προς το συγγραφικό κοινό του περιοδικού Bibliotheque για μια Ανθολογία από Ολιγόλεκτα καθώς αυτή η πρόσκληση πρώτον δεν έχει κερδοφόρο -εις βάρος των συγγραφέων- χαρακτήρα και κατά δεύτερον υπάρχουν δύο σημεία στο «Δελτίο Τύπου» που δικαιολογούν και «προστατεύουν» την επιλογή του δημόσιου ανοίγματος στον κόσμο:

`

«Τα Ολιγόλεκτα είναι μια ανοιχτή πρόσκληση για γραφή προς ανάγνωσιν και όχι για τη γραμματολογία και της Ιστορίες της Λογοτεχνίας που είναι κάποτε το καταφύγιο των μετρίων.
[…]
Όσοι λοιπόν επιθυμούν ας στείλουν τις συμμετοχές τους. Η νέα τεχνολογία μας απαλλάσσει από τις δουλείες της στενότητας του χώρου που υπήρξε η πρόφαση μιας ορισμένης μίζερης δημοσιότητας. Μόνο κριτήριο η ποιότητα των κειμένων και η απόλαυση ελευθερίας προς γραφήν. Περιμένουμε.»
(Περισσότερα ΕΔΩ)

`

Ασφαλώς και όλοι γνωρίζουμε καλά οτι  οι εκδοτικοί οίκοι και οι βιβλιοχώροι δεν είναι φιλανθρωπικά ιδρύματα, ούτε η εκτύπωση και η διανομή “Ανθολογιών” γίνεται αφιλοκερδώς ή έχει προοπτική απόσβεσης εξόδων.  Αλλά τουλάχιστον ας κρατάμε, όπως είπαμε τα προσχήματα. Ας μην δονκιχωτίζουμε…

`

* Τρίτο Παράδειγμα: Διαβάζω σε μια σχετική Ανακοίνωση:

`

«Για την έναρξη της 3ης περιόδου του, το «μτλγ» (με τα λόγια γίνεται) υιοθετεί και έναν 3ο τύπο εκδήλωσης – πέρα από τις γνωστές ώς σήμερα «1 + 1» και «1 x 2». πρόκειται για το –δημοφιλές στον αγγλοσαξονικό κόσμο– ʽopen micʼ, κατά το οποίο, όποιος/α θέλει, διαβάζει αδημοσίευτα ποιήματά του/της, εντός αυστηρά ορισμένου χρονικού ορίου. προς τούτο, αρκεί να προσέλθει εγκαίρως [από τις 18:30, στην περίπτωσή μας] στον χώρο της εκδήλωσης, και να γράψει το όνομά του/της σε έναν κατάλογο προτεραιότητας, με κλειστό αριθμό συμμετεχόντων [10 στην περίπτωσή μας]
η εκδήλωση θα διαρκέσει συνολικά 75ʼ – τουτέστιν:
2 x 15ʼ οι προσκεκλημένες αναγνώσεις + 10 x 3ʼ οι ελεύθερες αναγνώσεις
[όχι κατʼ ανάγκην με αυτήν την σειρά]
+ 15ʼ συζήτηση του κοινού με τις/τους 12 ποιήτριες/τές

Μετά το τυπικό πέρας της εκδήλωσης, όσοι/ες το επιθυμούν, θα έχουν την δυνατότητα να παραμείνουν στον χώρο της βιβλιοθήκης για 15ʼ ακόμα, για να συνεχίσουν πιο χαλαρά την συζήτηση. όσοι/ες, λοιπόν, θέλετε να διαβάσετε αδημοσίευτα ποιήματά σας, ελάτε στην κεντρική βιβλιοθήκη του δήμου αθηναίων από τις 18:30 – οι πρώτοι/ες 10 που θα αναγράψετε το όνομά σας στον σχετικό πίνακα, θα έχετε την ευκαιρία να διαβάσετε ποιήματά σας συνολικής διάρκειας 3 λεπτών [αυστηρά!] η/ο καθεμιά/ένας! Φυσικά, περιμένουμε με χαρά και όσους/ες από εσάς θέλετε απλώς να ακούσετε ποιήματα ʽνέας εσοδείαςʼ!»

`

Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με φαινόμενα αγοραπωλησίας (ή τουλάχιστον δεν υπέπεσε κάτι τέτοιο στην αντίληψή μου) αλλά με μια ανοικτή πρόσκληση ανάγνωσης. Τα αγγλοσαξονικά ποιητικά έθιμα, ως γνωστόν,  έχουν κάνει την εμφάνισή τους και στην Ελλάδα. Το νέο, λοιπόν, «φιλελεύθερο φρούτο» ονομάζεται «open mic». Οι «10 ποιητές/τριες» (πώς άραγε προοικονομείται ο προσδιορισμός αυτός που τους αποδίδεται από τον συντάκτη του Δελτίου Τύπου😉 ως άλλοι «Άγνωστοι Χ» θα ρίξουν τα αποκαλυπτήρια πέπλα τους σε «ζωντανό χρόνο». Περισσότερο, δηλαδή από ποτέ επιχειρείται ένα «κάλεσμα» στο λαό..-αφού ως γνωστόν όλοι γράφουν ποιήματα- στα πλαίσια μιας δημοκρατικότητας να υποθέσω;

`

Ας μην κρυβόμαστε άλλο. «Η κουλτούρα σήμερα έχει πάει στον λαό. Πότε θα επιστρέψει;» αναρωτιόταν από το 1955 κι όλας ο Πολωνός συγγραφέας, Στάνισλαβ Γέρζι Λετς. Κι αυτό δεν είναι καμία ελιτίστικη άποψη, οτι, δηλαδή μόνο «κάποιοι» έχουν το δικαίωμα να κρίνουν. Δεν εννοώ αυτό, Μιλώ για ένα «φίλτρο» από όποιον και απο όπου κι αν προέρχεται. Για προσωπικό «φίλτρο». Όχι για φίμωτρο…Δεν ζητώ, λοιπόν,  να επιστρέψουμε σε «κλειστά κυκλωματα» και ποιητικές συντεχνίες του παρελθόντος που θα ορίζουν και θα καθορίζουν «ονόματα». Ζητώ μια υποτυπώδη κρίση, κριτική, διακριτικότητα. Να ξέρουμε ποιοι κρίνουν όπως και να γνωρίζουμε ποιοι κρίνονται. Να γνωρίζουμε ποιοι «χρεώνονται» τις επιλογές -ειδικά όταν πρόκειται για «Ανθολογίες»-.  «Ανοικτές, λοιπόν, προσκλήσεις στο λαό» με το βάρος όμως της αξιολόγησης. Ή έστω με την ανδρεία της παραδοχής ότι η ελευθεριότητα, άνευ δηλαδή κρίσης, σημαίνει οικονομικό συμφέρον ή έστω «γέμισμα» μιας αίθουσας.

`

Υ.Γ. Με αυτά και με εκείνα, ένα σαχλοτραγουδάκι μού έρχεται στο μυαλό. Το υποκείμενο στην προκειμένη περίπτωση, η ποίηση...

`

Απελπιστικά διαθέσιμη
θα το γράψω στο στήθος στην πλάτη
και στους δρόμους θα βγω παραδίνομαι
με τα χέρια ψηλά στην αγάπη
Απελπιστικά διαθέσιμη
σʼένα κόσμο γεμάτο εκπτώσεις
η αγάπη μου φαίνεται κρύφτηκε
σε μια μάσκα αδιάφορης όψης
Απελπιστικά διαθέσιμη…

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Ο Πέτρος Τατσόπουλος μέσα μας»

[author] Του Βασίλη Λαλιώτη [/author]

`

Δεν γίνεται να κρίνεις χωρίς να προσφέρεις προσωπικό υλικό. Γι αυτό κάθε κριτική είναι αυτοκριτική. Οπότε μιλώντας για τον Πέτρο Τατσόπουλο μιλάω για υλικά κοινά με του Πέτρου που είναι εγκαταστημένα μέσα μου. Κι όσο μεγαλύτερη η βδελυγμία μου τόσο μέσα μου.
Από τη μνησικακία βγαίνεις με τη θετική στάση όχι με τη σκέψη του δούλου που καθορίζεται αρνητικά. Υπάρχει και ένα άλλο στοιχείο που κριτές και κρινόμενοι φαίνεται να συμμερίζονται: ότι υπάρχει μια πλαστελίνη αποκάτω, η μάζα που είναι εύκολο να παρασυρθεί και να απομακρυνθεί από την “αλήθεια” της οποίας υπονοείται ότι είναι κάτοχος ο κρίνων. Το ίδιο πίστευαν όχι μόνο οι κομμουνιστές αλλά και οι ευσεβιστές. Και συνεχίζουν. Ο δαίμων καιροφυλακτεί να πάρει τις ψυχές.
Η υποτίμηση του κοινού που δεν ομολογείται, ενώνει τον Τατσόπουλο και τους κριτές του.
Αν υπάρχει μια στάση υγιής σε όλα αυτά, στάση που θα ακύρωνε αυτόματα κάθε οίστρο, μυγούλα ερεθισμού της καθημερινής μας πληροφόρησης, αυτή είναι το γέλιο, το χιούμορ, η ειρωνεία. Κυρίως για την ανομολόγητη δική μας υποτίμηση των ανθρώπων και τον ζηλωτισμό για τη σωτηρία τους που βρίσκεται κρυμμένη στα αρχαία πρωινά των μητέρων μας.
Εξ άλλου τι κάνει ο Πέτρος, από το να σύρει στο δικαστήριο της κοινής γνώμης μια μητέρα που είχε την αναλγησία να εγκαταλείψει ένα τόσο χαρισματικό και ευφυές και αρχιδάτο γιό προς υιοθεσίαν; Η αδιακρισία της δημόσιας και συνεχούς μεταμφίεσης του προσωπικού είναι που με ενοχλεί.
Η εξουσία στον καιρό του ολιγοπωλίου των βημάτων λόγου προωθούσε ανθρώπους στην κόψη του σοβαρού και του γελοιοποιήσιμου να ψυχαναλύονται δημόσια και συνεχίζει.
Στο πανδαιμόνιο της πληθώρας των πομπών το εγώ των ναρκίσσων
ρέπει μαθηματικά στην πορνογραφία της ψυχής που αυξάνει διαρκώς την δόση της πρόκλησης για να ακουστεί.
Εις σμικρόν και κατά το ναρκισσισμό του ο καθένας το κάνουμε όλοι στους περιγύρους μας. Μπορεί να μην τα φάγαμε μαζί, αλλά την καθημερινή τοξική συναισθηματικότητα την φτιάχνουμε και την ανεχόμαστε μαζί.
Και μην υποτιμάτε κι αυτούς που τον κρίνουν ακριβώς επειδή θα ήθελαν να είναι στη θέση του.

`

* Ο Βασίλης Λαλιώτης είναι ποιητής και μεταφραστής.

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Το Πολυτεχνείο ως “εθνική εορτή”»

[author] Του Ισαάκ Σούση[/author]

`

Η διαστρέβλωση της ηρωικής εξέγερσης του Πολυτεχνείου ξεκινά με την ανακηρυξή της σε εθνική εορτή. Το Πολυτεχνείο έπρεπε να χρησιμοποιηθεί σαν άλλοθι υστερόχρονο για τη μάζα ενός κόσμου (λαού σύμφωνα με την αταξική ορολογία που μας τσάκιζε τα αυτιά και το μυαλό) που είτε αδιαφορούσε κατά τα πατροπαράδοτα, είτε συνεργαζόταν εύρυθμα με το καθεστώς της Χούντας, Έτσι “ομαλά” στον ιστό της Εθνικής αφήγησης μετά τις φιέστες της Χούντας οι οποίες συνάθροιζαν οικοιοθελέστατα στίφη κόσμου, του ίδιου πανω κάτω κόσμου που είχε δεχτεί τους δοσίλογους σαν κυβερνήτες του μετεμφυλιακού κράτους, που είχε επανδρώσει την νέα δύναμη της Ε.Ρ.Ε (με τον έναν στους δυό Έλληνες χαφιέ, καλή ώρα) που είχε ανακηρύξει τον μεσάζοντα των αγγλοαμερικανών και ιδρυτή των ξερονησιών, Γιώργο Παπανδρέου, γέρο της Δημοκρατίας κλπ.

Το Πολυτεχνείο όμως δεν είναι εθνική εορτή. Δεν έχει τα συστατικά μιας εθνικής εορτής. Δεν αντιπροσωπεύει (το αντίθετο) το κοινό μέτωπο των Ελλήνων έναντι σε μια ξένη κυριαρχία. Δεν είναι καν επέτειος για το σύνολο της Αριστεράς μια και είναι γνωστή σε όσους θέλουν να το ξέρουν η αντιστράτευση του ΚΚΕ στις μεθοδεύσεις των αριστερων και αριστεριστών που οδήγησαν στο Πολυτεχνείο. Το Πολυτεχνείο είναι η πιο πρόσφατη καίρια ταξική παρακαταθήκη και η εγκαταστασή του στο εορτολόγιο είναι το πρώτο βήμα που δέχτηκε να κάνει και η Αριστερά προς την κατεύθυνση του εκφυλισμού της ταξικης συνείδησης προκειμένου να αναβαθμίσει για εύλογους καιροσκοπικούς λόγους την παρουσία της στο νεότερο εθνικό αφήγημα…

`
Υ.Γ. Όμως όπως όλοι οι μύθοι εκτρέπονται από την ιστορική τους πραγματικότητα και εκτρέφονται από τις πραγματικές ανάγκες του παρόντος, αλλοιώνοντας σύμφωνα με τις συνθήκες το πρόταγμά τους το Πολυτεχνείο είναι εδώ, διεκδικώντας πάντα να γίνει κτήμα της αναζωπυρωμένης ταξικής συνείδησης των πολλών. Όπότε και αν φυσικά την αποκτήσουν. Και η ταξική συνείδηση δεν είναι μηχανικά και παβλοφικά ταυτόσημη με τα κόμματα της υπαρχουσας αριστεράς.

`

Ο Ισαάκ Σούσης είναι στιχουργός.

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Τα τρία ερωτήματα»

[author] Του Σπύρου Αραβανή [/author]

`

Η χθεσινή συνέντευξη του Πρωθυπουργού στον δημοσιογράφο-μάνατζερ  Γιάννη Πρετεντέρη τελείωσε με μια «εξομολόγηση»:
`
Α. ΣΑΜΑΡΑΣ: «…Πριν από 25 μέρες δεν θυμάμαι ακριβώς πόσο, πήρα ένα πρωί το αυτοκίνητο και πήγα στο Λουτράκι. Δεν με είδε κανείς, πήγα σε ένα εστιατόριο όμως. Μίλησα εκεί με τον κόσμο πολύ ωραία, δεν γράφτηκε πουθενά.
Γ. ΠΡΕΤΕΝΤΕΡΗΣ: Καλά, δεν πρέπει να το δέχονται όλοι καλά, κάποιοι σας βρίζουν κιόλας.
Α. ΣΑΜΑΡΑΣ: Αυτό πάω να σας πω. Αφού ο κόσμος μου πει το καημό του, το ντέρτι του, την πίκρα του ό,τι θέλετε πείτε το, αφού παραπονεθεί, πάρα πολλές φορές για πράγματα δικαιολογημένα τα οποία πάντα προσπαθώ να δω αν μπορώ να τα λύσω, στο τέλος αυτό το οποίο μου λένε είναι «Αντώνη προχώρα, μην κάνεις πίσω». Και αυτό κάνω.»

`
Ο Λέων Τολστόι το 1885 έγραψε ένα μικρό διήγημα με τον τίτλο «Τα τρία ερωτήματα». Ελπίζω κάποτε να πέσει στα χέρια του Πρωθυπουργού και να το διαβάσει. Έτσι, δεν θα χρειαστεί να ριψοκινδυνεύει  οδηγώντας «μόνος» (!) μέχρι το Λουτράκι, να «ξοδεύεται» σε φαγητά σε εστιατόρια  ή να έχει σύμβουλούς του τύπους σαν τον Χρύσανθο και τον Φαήλο.…Ακολουθεί η διήγηση:

`

*******************

`

«Μια φορά και έναν καιρό, ένας βασιλιάς σκέφτηκε ότι αν ήξερε πάντοτε την κατάλληλη στιγµή για νʼαρχίζει κάτι, αν ήξερε ποιοι είναι οι κατάλληλοι άνθρωποι για νʼ ακούει και ποιοι είναι εκείνοι που θα πρεπε νʼ αποφεύγει και πάνω από όλα αν ήξερε πάντοτε ποιο είναι το σηµαντικότερο πράγµα να κάνει, δε θα αποτύχαινε σε ό,τι επιχειρούσε.

Και όταν του ήρθε αυτή η σκέψη, φρόντισε να διακηρυχθεί σε ολόκληρο το βασίλειό του ότι θα έδινε σπουδαία αµοιβή σʼεκείνον που θα του µάθαινε ποια είναι η κατάλληλη στιγµή για κάθε ενέργεια,  ποιοι είναι οι πιο αναγκάιοι άνθρωποι και πώς θα µπορούσε να ξέρει ποιο είναι το πιο σπουδαίο πράγµα να κάνει.

Και ήλθαν σοφοί άνθρωποι στο βασιλιά, αλλά όλοι έδωσαν διαφορετικές απαντήσεις στα ερωτήµατα.

Σʼ απάντηση του πρώτου ερωτήµατος, µερικοί είπαν ότι για να ξέρει κανείς την κατάλληλη στιγµή για κάθε ενέργεια, πρέπει να φτιάξει προκαταβολικά ένα πρόγραµµα ηµερών, µηνών και ετών και να το ακολουθήσει πιστά. Μόνον έτσι, είπαν αυτοί, θα µπορούσε να γίνει το κάθε τι στην κατάλληλη στιγµή. Άλλοι δήλωσαν ότι θα ήταν αδύνατο νʼαποφασίσει κανείς εκ των προτέρω την κατάλληλη στιγµή για κάθε ενέργεια, αλλά αν δεν αφήσει τον εαυτό του να απορροφηθεί σε µάταιες ενασχολήσεις, θα µπορούσε πάντοτε να προσέχει τι συµβαίνει και τότε να κάνει ό,τι θα ήταν αναγκαίο. Άλλοι πάλι είπαν, ότι όσο κι αν πρόσεχε ο βασιλιάς ό,τι συµβαίνε, θα ήταν αδύνατο σε έναν άνθρωπο να αποφασίζει σωστά ποια είναι η κατάλληλη στιγµή για κάθε ενέργεια, γι΄ αυτό θα πρεπε να έχει ένα συµβούλιο από σοφούς ανθρώπους, που θα τον βοηθούσαν να καθορίσει την κατάλληλη στιγµή για κάθε τι.

Αλλά πάλι, άλλοι του είπαν ότι υπάρχουν ορισµένα πράγµατα που δε θα µπορούσαν να περιµένουν να εξεταστούν από ένα συµβούλιο και για τα οποία πρέπει κανείς να αποφασίσει αµέσως αν θα τα επιχειρίσει ή όχι. Για να µπορεί να όµως κανείς να το αποφασίσει αυτό, πρέπει να εκ των προτέρω τι πρόκειται να συµβεί. Μόνο µάγοι µπορούν να το κάνουν αυτό και γιʼ αυτό, για να ξέρει κανείς την κατάλληλη στιγµή για κάθε ενέργεια, πρέπει να συµβουλεύεται µάγους.

Εξ ίσου ποικίλες ήταν οι απαντήσεις και στο δεύτερο ερώτηµα. Μερικοί είπαν ότι οι άνθρωποι που χρειάζεται περισσότερο ο βασιλιάς είναι οι σύµβουλοί του, άλλοι οι ιερείς, άλλοι οι γιατροί, ενώ άλλοι είπαν ότι πιο αναγκαίοι είναι οι πολεµιστές.

Στο τρίτο ερώτηµα για το ποιά είναι πιο σπουδαία ενασχόληση, µερικοί απάντησαν ότι πιο σπουδαίο πράγµα στο κόσµο είναι οι επιστήµες. Άλλοι είπαν ότι είναι η πολεµική επιδεξιότητα, και άλλοι πάλι ότι είναι η θρησκευτική λατρεία.

Όλες οι απαντήσεις ήταν διαφορετικές και ο βασιλιάς δε συµφώνησε σε καµιά απʼ αυτές και σε καµιά δεν έδωσε σηµασία. Αλλά θέλοντας ακόµη να βρει τις σωστές απαντήσεις, αποφάσισε να συµβουλευτεί έναν ερηµίτη πολύ γνωστό για την σοφία του.

Ο ερηµίτης ζούσε σʼ ένα δάσος απʼ το οποίο δεν αποµακρυνόταν ποτέ και δε δεχόταν παρά τους απλούς ανθρώπους.

Έτσι ο βασιλιάς ντύθηκε απλά ρούχα και πριν φτάσει στο κελί του ερηµίτη, κατέβηκε απʼ τʼ άλογό του, άφησε πίσω τη φρουρά του και πήγε µόνος του. ʽΟταν πλησίασε ο βασιλιάς, ο ερηµίτης έσκαβε τη γη µπροστά στην καλύβα του. Όταν είδε το βασιλιά, τον χαιρέτησε και συνέχισε να σκάβει.

Ο ερηµίτης ήταν άνθρωπος ασθενικός και αδύνατος και κάθε φορά που σφήνωνε την αξίνα του στην γη για να σηκώσει λίγο χώµα, ανάπνεε βαριά.

Ο βασιλιάς τον πλησίασε και του είπε: «Ήρθα σε σένα σοφέ ερηµίτη για να σε ρωτήσω τρία πράγµατα: Πώς θα µάθω να κάνω το κατάλληλο πράγµα στην κατάλληλη στιγµή, ποιοι είναι οι άνθρωποι που χρειάζοµαι περισσότερο και εποµένως ποιους θα πρέπει να προσέχω περισσότερο από τους άλλους και ποιες υποθέσεις είναι πιο σπουδαίες και χρειάζονται περισσότερο προσοχή»;

Ο ερηµίτης άκουσε το βασιλιά, αλλά δεν έδωσε καµιά απάντηση. Μόνο έφτυσε στις παλάµες του και ξανάρχισε το σκάψιµο.

«Είσαι κουρασµένος», είπε ο βασιλιάς, «άσε µε να πάρω την αξίνα και να δουλέψω εγώ λίγο για σένα».

«Ευχαριστώ», είπε ο ερηµίτης και δίνοντας την αξίνα στο βασιλιά κάθησε κάτω στο χώµα. Όταν έσκαψε ο βασιλιάς δύο αυλάκια, σταµάτησε και επανέλαβε τα ερωτήµατά του. Ο ερηµίτης και πάλι δεν απάντησε, αλλά σηκώθηκε, άπλωσε το χέρι του να πάρει την αξίνα και είπε: «Ξεκουράσου τώρα λίγο και άσε µένα να δουλέψω λιγάκι».

Ο βασιλιάς όµως δεν του έδωσε την αξίνα και συνέχισε να σκάβει. Πέρασε µια ώρα και άλλη µια. Ο ήλιος άρχισε να δύει πίσω απʼ τα δέντρα και ο βασιλιάς στο τέλος σφήνωσε την αξίνα στο χώµα και έιπε: «Ήρθα σε σένα σοφέ άνθρωπε για µια απάντηση στα ερωτήµατά µου. Αν δεν µπορείς να µου δώσεις καµιά, πες το µου να γυρίσω στο σπίτι µου».

«Να, κάποιος έρχεται τρέχοντας», είπε ο ερηµίτης. «Ας δούµε ποιος είναι».

Ο βασιλιάς γύρισε και είδε ένα γενειοφόρο άνδρα να έρχεται τρέχοντας από το δάσος, σφίγγοντας µε τα χέρια του το στοµάχι του, απʼ το οποίο έτρεχε ποτάµι το αίµα. Όταν πλησίασε το βασιλιά, έπεσε λιπόθυµος στο χώµα βγάζοντας έναν ελαφρύ αναστεναγµό. Ο βασιλιάς και ο ερηµίτης ξεκούµπωσαν τα ρούχα του. Υπήρξε ένα µεγάλο τραύµα στο στοµάχι του. Ο βασιλιάς το έπλυνε όσο καλλίτερα µπορούσε και το έδεσε µε το µαντήλι του και µε µια πετσέτα που τού δωσε ο ερηµίτης. Αλλά το αίµα δε σταµατούσε να τρέχει και ο βασιλιάς ξανά και ξανά άλλαζε τον επίδεσµο, µουσκεµένο από καυτό αίµα, τον έπλενε και ξανάδενε το τράυµα. Όταν σταµάτησε να τρέχει το αίµα, ο πληγωµένος συνήλθε και ζήτησε κάτι να πιει. Ο βασιλιάς έφερε φρέσκο νερό και του το έδωσε. Στο µεταξύ ο ήλιος έδυσε και άρχισε να κρυώνουν. Έτσι ο βασιλιάς µε τη βοήθεια του ερηµίτη µετέφερε τον πληγωµένο στην καλύβα και τον ξάπλωσε στο κρεβάτι. Όταν ξάπλωσε στο κρεβάτι ο πληγωµένος, έκλεισε τα µάτια του και ησύχασε, αλλά ο βασιλιάς ήταν τόσο κουρασµένος απʼτο περπάτηµα και τη δουλεία που έιχε κάνε, που κάθησε στο κατώφλι και τον πήρε και αυτόν ο ύπνος τόσο βαθιά, ώστε κοιµήθηκε συνέχεια όλη την καλοκαιριάτικη νύχτα.

Όταν ξύπνησε το πρωί, πέρασε πολλή ώρα πριν µπορέσει να θυµηθεί που ήταν, ή ποιος ήταν ο άγνωστος γενειαφόρος άνδρας που ήταν ξαπλωµένος στο κρεβάτι και τον κοίταζε έντονα και µε φλογισµένα µάτια.

«Συγχώρεσέ µε», είπε ο γενειαφόρος άνδρας µε µια ασθενική φωνή, όταν είδε ότι ο βασιλιάς είχε ξυπνήσει και τον κοίταζε. «Δε σε ξέρω και δεν έχω τίποτε να σου συγχωρήσω», είπε ο βασιλιάς. «Εσύ δε µε ξέρεις, αλλά εγώ σε ξέρω. Είµαι αυτός ο εχθρός σου που ορκίστηκε να πάρει εκδίκηση από σένα, γιατί εκτέλεσες τον αδελφό του και κατάσχεσες την περιουσία του. Ήξερα πως είχες πάει µόνος σου να δεις τον ερηµίτη και αποφάσισα να σε σκοτώσω στην επιστροφή. Αλλά πέρασε η ηµέρα και δεν γύρισες. Έτσι βγήκα απʼ την ενέδρα µου και έπεσα στους φρουρούς σου και αυτοί µε αναγνώρισαν και µε τραυµάτισαν. Τους ξέφυγα, αλλά θα είχα πεθάνει απʼτην αιµορραγία, αν εσύ δεν είχες φροντίσει το τραύµα µου. Εγώ ήθελα να σε σκοτώσω κι εσύ µου έσωσες την ζωή. Τώρα, αν ζήσω, κι αν το θέλεις κι εσύ, θα σε υπηρετήσω σαν ο πιο πιστός σου σκλάβος και θα ζητήσω απʼ τους γιους µου να κάνουν το ίδιο. Συγχώρεσέ µε».

Ο βασιλιάς ήταν πολύ ευχαριστηµένος που είχε συµφιλιωθεί τόσο εύκολα µε τον εχθρό του και που είχε κάνει ένα φίλο και όχι µόνο τον συγχώρεσε, αλλά είπε ότι θα έστελνε τους υπηρέτες του και το προσωπικό του γιατρό να τον φροντίσουν και υποσχέθηκε να του ξαναδώσει την περιουσία του. Αφού έφυγε απʼτον πληγωµένο ο βασιλιάς, πήγε έξω στον εξώστη και κοίταξε τριγύρω να βρει τον ερηµίτη. Ήθελε πριν φύγει, να τον παρακαλέσει ακόµη µια φορά να απαντήσει στα ερωτήµατα που του είχε κάνει. Ο ερηµίτης ήταν έξω γονατισµένος και φύτευε σπόρους στʼ αυλάκια που ʽχαν σκαφτεί την προηγούµενη µέρα.

Ο βασιλιάς τον πλησίασε και του είπε:

«Για τελευταία φορά σε παρακαλώ απάντησε στα ερωτήµατά µου, σοφέ άνθρωπε».

«Μα έχουν ήδη απαντηθεί», είπε ο ερηµίτης, σκύβοντας ακόµα στʼ αδύνατα πόδια του και κοιτάζοντας προς το βασιλιά που στεκόταν µπροστά του.

«Πως απαντήθηκαν; Τι εννοείς;», είπε ο βασιλιάς.

«Δε βλέπεις;», απάντησε ο ερηµίτης. «Αν δεν είχε λυπηθεί χθες την αδυναµία µου και δεν είχες σκάψει για µένα τʼ αυλάκια, αλλά είχες φύγει, αυτός ο άνθρωπος θα σου είχε επιτεθεί και θα είχες µετανοιώσει που δεν έµεινες µαζί µου. Έτσι η πιο σπουδαία στιγµή ήταν όταν έσκαβες τʼαυλάκια, κι εγώ ήµουν ο πιο σπουδαίος άνθρωπος και το να µου κάνεις καλό ήταν η πιο σπουδαία δουλειά. Ύστερα, όταν αυτός ο άνθρωπος ήρθε σε µας, η πιο σπουδαία στιγµή ήταν όταν τον φρόντιζες, γιατί αν δεν είχες δέσει το τραύµα του, θα πέθαινε χωρίς να συµφιλιωθεί µαζί σου. Έτσι αυτό ήταν ο πιο σπουδαίος άνθρωπος και αυτό που έκανες γιʼ αυτόν ήταν η πιο σπουδαία δουλειά. Να θυµάσαι λοιπόν: Υπάρχει µόνο µία στιγµή που είναι η πιο σπουδαία, το παρόν. Είναι η πιο σπουδαία στιγµή, γιατί είναι η µόνη πάνω στην οποία έχεις κάποια δύναµη. Ο πιο αναγκαίος άνθρωπος είναι αυτός µαζί µε τον οποίο βρίσκεσαι, γιατί κανένας άνθρωπος δεν ξέρει αν θα έχει ποτέ πάρε- δώσε µε κάποιον άλλο. Και το πιο σπουδαίο πράγµα είναι να του κάνεις καλό, γιατί µόνο γιʼαυτό το σκοπό έχεις έλθει σʼαυτόν τον κόσµο!»

Τώρα λοιπόν βλέπεις ότι πρέπει να τρέχεις συνεχώς για να παραµένεις στην ίδια θέση. Αν θέλεις να πας κάπου αλλού θα πρέπει να τρέχεις τουλάχιστον δύο φορές περισσότερο…»

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ: «Θα τʼ αποδείξουν οι εχθροί ανόητα και περιττά» ή Τόση αθωότητα στην εποχή μας;

[author]Του Ηρακλή Κακαβάνη [/author]

`

«Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις»

`

Μάλλον πρέπει να αφιερωθεί (με μια μικρή τροποποίηση) στους εμπνευστές του εγχειρήματος. Ο λόγος για την πρωτοβουλία του Ιδρύματος Ωνάση να αναρτηθούν επιλεγμένα αποσπάσματα από ποιήματα του Κ.Π. Καβάφη στα μέσα μαζικής μεταφοράς στην Αθήνα. Ετσι για να τον θυμηθούμε ή να τον ανακαλύψουμε.
Σίγουρα το να διαβάζω στίχους στα λεωφορεία είναι προτιμότερο από το να διαβάζω διαφημίσεις. Μα τούτο δω είναι τόσο ακαλαίσθητο που μοιάζει με τις ευρύτατα χρησιμοποιούμενες «φωτογραφίες χρονολογίου» στο fb, όπου με κακόγουστες φωτογραφίες ξοδεύεται η λογοτεχνία όπως ξοδεύεται και το συναίσθημα. Και έτσι νομίζεις στο τέλος ότι ο Λουντέμης είναι συγγραφέας ερωτικών ιστοριών. Μήτε ο Καζαντζάκης τη γλίτωσε, μήτε ο Ελύτης, ο Ρίτσος…
Μα αν στις αναρτήσεις του fb μπορείς να το εξηγήσεις ως μια διάθεση συναισθηματικής αποφόρτισης, να κάνεις χάριν φιλίας και κάνα like, πώς να εξηγήσεις τούτη την κίνηση του Ιδρύματος.
Παρότι η ιδεολογική σύγχυση μπορεί και να μην ήταν στις προθέσεις των εμπνευστών, εντούτοις ο συνθηματικός χαρακτήρας των στίχων έχει ως παρονομαστή την επικαιρότητα και έτσι καταλήγει να λειτουργεί διαστρεβλωτικά. Γιατί, αντί να εμπλουτίσουν τη σκέψη, θα τη θολώσουν, ακόμη μπορεί και να την τρομοκρατήσουν. Και οι στίχοι εκχυδαΐζονται. Αντί να δροσιστεί, να ζωντανέψει, να τονωθεί το είναι μας «ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει». Αυτό αφορά τον επίμαχο στίχο.
Για τους υπόλοιπους στίχους που χρησιμοποιούνται, στοιχείο αξιολόγησης τους είναι η καλαίσθητη αξιοποίησή τους. Το γράμμα, το μέγεθος, η θέση κλπ. Πολύ δε περισσότερο για τον Καβάφη, «ο απόλυτα καλαίσθητος». Και εδώ κακογουστιά.
Νομίζω ότι το εγχείρημα ήταν ατυχές. «Όσα ημείς επαραστήσαμεν ωραία και σωστά,/ θα τʼ αποδείξουν οι εχθροί ανόητα και περιττά,/ τα ίδια ξαναλέγοντας αλλιώς (χωρίς μεγάλον κόπο)» πιθανά να έλεγε ο ποιητής.
Εγώ πάντως σα βγω στον πηγαιμό για την Ομόνοια απολαμβάνω τη λαϊκή θυμοσοφία στους τοίχους. Η οποία παρεμπιπτόντως εκφράστηκε με τις φωτοσοπιές στο fb. Γέλιο μέχρι κλάματος!
Αν δεν υπήρχε η «βία» που ενεργοποίησε δικαίως αντανακλαστικά και το ακαλαίσθητο, πόσο επιτυχής είναι η σκόπευση του ιδρύματος για «την πρόκληση της περιέργειας και του προβληματισμού εκείνων που δεν γνωρίζουν ήδη το έργο του»; Βοηθούν οι συγκεκριμένοι στίχοι:
«Δεν έχω σήμερα κεφάλι για δουλειά», «Ξένος εγώ ξένος πολύ» «Επέστρεφε συχνά και παίρνε με, αγαπημένη αίσθησις» «Και τέλος πάντων, να, τραβούμʼ εμπρός» «Όπως μπορείς πια δούλεψε, μυαλό» «Τα μεγαλεία να φοβάσαι, ω ψυχή» «Είνʼ επικίνδυνον πράγμα η βία».
Πόσο καλά ξέρει τον ποιητή και το έργο του αυτός που έκανε την επιλογή; Πώς τον προσεγγίζει σήμερα; Αυτά είναι μια άλλη κουβέντα. Θα ρωτούσα όμως γιατί όχι αυτά:
Στην Ρώμη δόθηκε ο χρησμός· έγινʼ εκεί η μοιρασιά.
Κ’ είν’ η συνείδησίς μου ήσυχη για το αψήφιστο της εκλογής. /Βλάπτουν κ’ οι τρεις την Συρία το ίδιο
Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ,/ μεγάλα κʼ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.
Οι τα φαιά φορούντες, περί ηθικής λαλούντες
Το χρέος προς την πατρίδα, κι άλλα ηχηρά παρόμοια.
Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα/ που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι να πούνε
Όμως δεν θα μας γελά/ το Απαραίτητος, το Μόνος, το Μεγάλος./ Και απαραίτητος, και μόνος, και μεγάλος/ αμέσως βρίσκεται κανένας άλλος
Και οι Αλεξανδρινοί τον πάρουν στο ψιλό,/ ως είναι το συνήθειο τους, οι απαίσιο
ι
Μέχρι εδώ όλα καλά. Γελάσαμε, κάναμε την πλάκα μας, βγάλαμε το άχτι μας, είπαμε την άποψή μας, μα εδώ κάτι άλλο υπάρχει.
Τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι; Ποια είναι η αλεπού; Το κεφάλαιο (διάφορα ιδρύματα, Ωνάση, Νιάρχου κλπ.) στο παζάρι όπου ο Πολιτισμός από κοινωνικό αγαθό έγινε εμπόρευμα; Το κράτος του παραχωρεί υποδομές και δραστηριότητες και το κεφάλαιο πουλά Πολιτισμό. Εδώ οι επενδύσεις από το μεγάλο κεφάλαιο τελευταία είναι τεράστιες. Και για αυτό με κάθε τρόπο τα αντίστοιχα Ιδρύματα που έφτιαξαν οι οικονομικοί όμιλοι προσπαθούν να φιλοτεχνήσουν ένα προφίλ ενδιαφέροντος και ανιδιοτελούς προσφοράς στον πολιτισμό στο έδαφος που ετοίμασαν οι κυβερνήσεις. Φρόντισαν να απαξιωθεί κάθε κρατική μέριμνα είτε δηλώνουν οικονομική αδυναμία. Ετσι σε συνθήκες οικονομικής ασφυξίας η όποια χορηγία, βοήθεια, παρέμβαση του κεφαλαίου μοιάζει λυτρωτική.
Γιʼ αυτό όλο και θα πληθαίνουν ενισχυτικά δημοσιεύματα (ας δούμε τον Τύπο από το καλοκαίρι και μετά) και σχετικές δραστηριότητες των Ιδρυμάτων.
Στη προκειμένη περίπτωση μια τέτοια προσπάθεια ήταν (αξιοποιώντας τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς), μη επιτυχής όμως. Δεν τους ευνόησε το τάιμινγκ.

`
**************************

Ο Ηρακλής Κακαβάνης γεννήθηκε το 1966 στη Γαλανόβρυση Ελασσόνας, νομού Λάρισας. Σπούδασε φιλολογία και από το ʽ91 εργάζεται ως διορθωτής στην εφημερίδα “Ριζοσπάστης’. Είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ. Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια ασχολείται με την επιμέλεια εκδόσεων. Είναι συγγραφέας του βιβλίου “Ο δαίμων του τυπογραφείου’, εκδόσεις “Προσκήνιο’, 2008. Είχε τη φιλολογική επιμέλεια και έγραψε το εισαγωγικό σημείωµα στο Λεύκωμα “Ομήρου Ιλιάδα, 21 Λιθογραφίες το Henri Motte“, εκδόσεις “Τυποεκδοτική’, 2008. Το 2012 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Εντός το βιβλίο-μελέτη του «Ο Αγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματα».

Διαβάστε περισσότερα