Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

«Η γάμπα» του Κ. Γ. Καρυωτάκη

Ένα σπάνιο ντοκουμέντο με τα έξι τεύχη της εφημερίδας που εξέδωσε ο Καρυωτάκης το 1919 και η οποία έφτασε να πουλάει 20.000 φύλλα. Δέχτηκε επιθέσεις άλλων εκδοτών, λογοκρίθηκε, μέχρι που η Αστυνομία προχώρησε τελικά σε κατάσχεση και το οριστικό κλείσιμό της. Τα κείμενα του ενθέτου γράφουν οι: Θάλεια Ιερωνυμάκη, Μιχάλης Γελασάκης, Τίνη Κανίδου. Επιμέλεια: Θάλεια Ιερωνυμάκη

 

Στη Γάμπα

Χρόνια κάθομουν στ’ αβγά μου, δεν επρόβαλλα στη μέση,
και περνούσα τη ζωή μου πάντοτε συλλογισμένος·
πότε έβαζα καπέλο, πότε σκούφο, πότε φέσι,
πότε έβγαινα στη φόρα, πότε ήμουνα κρυμμένος.

Τίποτε δεν συγκινούσε την μεγάλην μου ανίαν —
και αυτό πώς μου συνέβη; όσοι να το μάθουν θένε
ας γνωρίσουν πως μεγάλην πάντα είχα την μανίαν
να εκδώσουν ένα φύλλο και Γαμπίτσα να το λένε.
Ήμουνα απελπισμένος, ότε έξαφνα μνια μέρα

συννεφώδη, ομιχλώδη και με μπόρες και αντάρα,
μια φωνή μικρού Χαμίνι με προσβάλλει αποπέρα,
μια φωνή που διαλαλάει: «Και Η Γάμπα μ[ν]ια δεκάρα!»
Δεν επίστευσα τ’ αφτιά μου, και σηκώνομαι επάνω
να φωνάξω, μα εκείνο πρόβαλε απ’ το καντούνι·

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

«Η παιδαγωγική διάσταση του Καζαντζάκη: Η σχέση του με την Εκπαίδευση και το παιδικό βιβλίο» (γράφει η Έφη Μπουκουβάλα – Κλώντζα)

 

Σήμερα είναι η Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου

 

«Ιδανικός δάσκαλος είναι εκείνος που γίνεται γέφυρα για να περάσει αντίπερα ο μαθητής του. Κι όταν πια του έχει διευκολύνει το πέρασμα, αφήνεται χαρούμενα να γκρεμιστεί, ενθαρρύνοντας τον μαθητή του να φτιάξει δικές του γέφυρες».

Νίκος Καζαντζάκης

 

Σύμφωνα με τον Κ.Θ. Δημαρά (1975), προκρίνεται ως ασφαλέστερη η συμπερίληψη του Καζαντζάκη στην ευρύτερη Ιστορία της Παιδείας, παρά στη στενή νεοελληνική λογοτεχνική ιστορία, λόγω της πλήρους συμμετοχής του στην πνευματική ζωή της εποχής του και της πολύτροπης προσφοράς του στην εξέλιξή της.

Η Νικολουδάκη – Σουρή (2008), μεταξύ άλλων πνευματικών ανθρώπων, υποστηρίζει τη διττή υπόσταση του Καζαντζάκη ως λογοτέχνη και παιδαγωγού, αναγνωρίζοντας την προσφορά του ως σύντονη με τη στόχευση της Παιδείας να καλλιεργεί στον άνθρωπο την έλλογη τόλμη για υπέρβαση και την ισόβια άσκηση για αυτοβελτίωση. Ο Καψωμένος (1998) υποστηρίζει μάλιστα πως ο Καζαντζάκης νιώθει προπάντων «πνευματικός οδηγός και παιδαγωγός του λαού». Συγχρόνως, ο Δουλαβέρας (2008) υποστηρίζει πως η γραφή δεν υπήρξε αυτοσκοπός για τον Καζαντζάκη, αλλά όχημα της στόχευσής του για μεταβολή του κόσμου, κοινωνικά μετασχηματιστική λογική που θεωρούμε πως συνάδει με τα προτάγματα μιας γνήσιας κριτικής, χειραφετητικής Παιδαγωγικής.

Καζαντζάκης και δημοτικισμός-εκπαιδευτική μεταρρύθμιση

Σημαντική υπήρξε η νεωτεριστική συμβολή του Κρήτα λογοτέχνη και διανοητή στον προσανατολισμό της εκπαιδευτικής πολιτικής στην Ελλάδα των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα. Οι φιλοσοφικές διδακτορικές σπουδές του στη Γαλλία (1907 – 1909) και οι περιηγητικές εμπειρίες του στη Δυτική Ευρώπη (1920 – 1924) του επέτρεψαν την ώσμωση με τις συντελούμενες εκεί ιδεολογικές ζυμώσεις, οι οποίες αποτέλεσαν το φιλοσοφικό υπόβαθρο για την οικοδόμηση προοδευτικών ιδεών και την αναζωογονητική διάχυσή τους στην ευρωπαϊκή εκπαιδευτική ατμόσφαιρα (Κοντομήτρος, 2017).

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Παντελής Ροδοστόγλου, «Και Τα Σκυλιά Κοιτούσαν Δακρυσμένα», εκδ. Κυψέλη, 2020

Το Φάντασμα Του Αγοριού Στο Κελάρι

Είμαι το φάντασμα του αγοριού στο κελάρι, κάποιος με σκότωσε πριν καιρό
έπαιζα ανέμελα στο υγρό χορτάρι, δεν πρόλαβα τίποτα να δω
δεν έχω κάποιον να προσμένω, δεν έχω κάποιον να αγαπώ
ζω χρόνια τώρα εδώ κλεισμένο, σαν στοιχειωμένο μυστικό

Θυμάμαι μόνο τ’όνομα μου και ένα κορίτσι στα λευκά
που σκούπιζε τα δάκρυα μου και μου κρατούσε συντροφιά
χτυπούσε ξέφρενα η καμπάνα και τρέχαμε στις κατακόμβες
απ’τον ουρανό αντί για μάννα, αχ θεέ μου πέφταν βόμβες

Φυσούν θλιμμένα οι μουσώνες τρυπάει το σώμα η παγωνιά
γνωρίζω τ ‘όνομα του φονιά, είναι το ίδιο εδώ και αιώνες

 

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Κώστας Ουράνης, Πέντε μελοποιημένα ποιήματα

Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι (μουσική: Διάφανα Κρίνα)

Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
μες την κρύα μου κάμαρα όπως έζησα: μόνος.
Στη στερνή αγωνία μου τη βροχή θε ν’ ακούω
και τους γνώριμους θόρυβους που σκορπάει ο δρόμος.

Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
μέσα σ’ έπιπλα ξένα και σε σκόρπια βιβλία.
Θα με βρουν στο κρεβάτι μου, θε να ‘ρθει ο αστυνόμος.
Θα με θάψουν σαν άνθρωπο που δεν είχε ιστορία.

Απ’ τους φίλους που παίζαμε πότε πότε χαρτιά,
θα ρωτήσει κανένας τους έτσι απλά: Τον Ουράνη
μην τον είδε κανείς; Έχει μέρες που χάθηκε…
Θ’ απαντήσει άλλος παίζοντας: Μ’ αυτός έχει πεθάνει!.

Μια στιγμή θ’ απομείνουνε τα χαρτιά τους κρατώντας,
θα κουνήσουν περίλυπα και σιγά το κεφάλι.
Θε να πουν: Τι ‘ναι ο άνθρωπος! Χθες ακόμα εζούσε…
και βουβοί στο παιχνίδι τους θα βαλθούνε και πάλι.

Κάποιος θα ‘ναι συνάδελφος στα ψιλά που θα γράψει
πως προώρως απέθανεν ο Ουράνης στην ξένην,
νέος γνωστός εις τους κύκλους μας, κάποτε είχε εκδώσει
μια συλλογή ποιήματα πολλά υποσχομένην.

Κι αυτή θα ‘ναι η μόνη του θανάτου μου μνεία.
Στο χωριό μου θα κλάψουνε μόνο οι γέροι γονιοί μου
και θα κάνουν μνημόσυνο με περίσσιους παπάδες,
όπου θα’ ναι όλοι οι φίλοι μου κι ίσως ίσως οι οχτροί μου.

Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
σε μια κάμαρα ξένη, στο πολύβοο Παρίσι.
Και μια Καίτη θαρρώντας πως την ξέχασα γι’ άλλην,
θα μου γράψει ένα γράμμα και νεκρό θα με βρίσει…

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

«Ο Οδοιπόρος Μάνος, το μεθυσμένο κορίτσι  και ο Αλκιβιάδης» (γράφει ο Κώστας Φασουλάς)

12 Μαρτίου 1938 γεννήθηκε ο Μάνος Ελευθερίου

 

 

O Μάνος, ο αγαπημένος μου Μάνος, αυτός ο Αλκιβιάδης με τη γοητεία του αινίγματος στα μάτια, είναι το «Σύννεφο με παντελόνια» που κάποτε φαντάστηκε ο Μαγιακοφσκι. Στις επίγειες διαδρομές του μεταφέρει όλες σχεδόν τις ουράνιες συνήθειες του…

Γαλήνιος, εκρηκτικός, φωτεινός, συννεφιασμένος, βροχερός, ηλιοστάλαχτος.  Μπαίνει στο αυτοκίνητο. Καθαρός πάντα σαν απάτητο χιόνι. Μετά, το «Γεια σου Κώστα, χαίρομαι που σε ξαναβλέπω», ακολουθεί μια μακρόσυρτη σιωπή. Την σέβομαι. Σκέφτομαι, κάποια λέξη θα ψάχνει. Ποια να’ ναι άραγε; Μπαίνω κι εγώ στην αναζήτηση…

«Βλέπεις Μάνο μου»,- εδώ σπάω τη σιωπή, προκαλώντας λέξεις και εικόνες- «τα δέντρα, οι άνθρωποι, η παράξενη ησυχία της πόλης, το κορίτσι που μόλις πέρασε κάπως λυπημένο,  φαντάσου να ζούσε στις μέρες μας ο Παπαδιαμάντης» και άλλα τέτοια,  δε φαίνονται να τον συναρπάζουν, ούτε να  μαρτυρούν τη λύση της παράξενης σιωπής του.  Περιμένω. Σωπαίνω κι εγώ με τη σειρά μου. «Ξέρεις θα πάμε σε εκείνο το γωνιακό». Μου λέει. «Α! ξέρω» του απαντώ. «Εκεί που το παιδί που μας  σερβίρει, γνωρίζει ότι εσύ θέλεις δυο παγάκια στο ουίσκι, ενώ εγώ θέλω τέσσερα». Εκεί ακριβώς, μου απαντά. Καθόμαστε.  Με τις άκρες των δακτύλων του  ζυγιάζει το ωραίο του καπέλο. Ανάβει τσιγάρο. Το σύνορο του  καπνού, το έχει ορίσει από καιρό. Το πολύ μέχρι τη ρίζα της γλώσσας. Το σβήνει νωρίς. Είναι η στιγμή που ομοιοκαταληκτεί με την ανάγκη του να ρουφήξει τον καπνό ως τα έγκατα της ψυχής  του.

Παρατηρώ τις κινήσεις του. Τα χέρια του. Όταν θέλουν κάτι να δείξουν. Τα μάτια του. Καθώς αυτά διορθώνουν ό,τι ενοχλεί την αισθητική  του. Τα λόγια του. Τα μετρημένα και τα αμέτρητα, με τις λέξεις να λιποθυμούν, όταν θυμάται.

Διαβάστε περισσότερα