«Ανδρομάχη» του Ευριπίδη (σκηνοθεσία: Μαρία Πρωτόπαππα) [γράφει ο Ελισσαίος Βγενόπουλος]
4Οκτ
Τραγωδία εξουσίας και γυναικείας αντοχής
Η μορφή της Ανδρομάχης, γνωστή ήδη από τον Όμηρο ως η αφοσιωμένη σύζυγος του Έκτορα και τραγική μητέρα του Αστυάνακτα, μεταφέρεται από τον Ευριπίδη στη Θεσσαλία, χήρα πλέον, αιχμάλωτη και παλλακίδα του Νεοπτόλεμου. Ο Στάθης Δρομάζος στο Αρχαίο Δράμα υπογραμμίζει ότι ο ποιητής παίρνει το «θαυμάσιο πλάσμα του Ομήρου» και το μεταπλάθει σε φωνή των ηττημένων, σε μάρτυρα της σπαρτιατικής σκληρότητας και της αλαζονείας των νικητών.
Η «Ανδρομάχη» του Ευριπίδη είναι μια από τις τραγωδίες που δεν καταθέτουν απλώς ένα μύθο στη σκηνή, αλλά εκθέτουν με οδυνηρή καθαρότητα τις παθογένειες της εξουσίας, της μνήμης και της ανθρώπινης εκδικητικότητας. Ο ποιητής, ευρισκόμενος στο μέσον του Πελοποννησιακού πολέμου, σκιαγραφεί μέσα από τη μοίρα της Τρωαδίτισσας χήρας του Έκτορα μια αλληγορία για τη βία που ασκείται στους αδύναμους, για την αλαζονεία των ισχυρών, αλλά και για την επίμονη αντοχή του ανθρώπου απέναντι στο αμετάκλητο τραύμα.
Η Ανδρομάχη, ηρωίδα που κουβαλάει στα σωθικά της το κάψιμο της Τροίας και την απώλεια των αγαπημένων της, παρουσιάζεται σκλάβα στο σπίτι του Νεοπτόλεμου, λάφυρο πολέμου και ταυτόχρονα μητέρα του γιου του, Μολοσσού. Στον αντίποδα βρίσκεται η νόμιμη σύζυγος, η Ερμιόνη, κόρη του Μενέλαου και της Ωραίας Ελένης, που δεν αντέχει την ατεκνία και μετατρέπει την ανασφάλειά της σε μίσος. Ο Ευριπίδης στήνει έτσι μια σύγκρουση δύο γυναικών: η μία, ελεύθερη από γέννα, δεμένη με αίμα στον οίκο, μα ανίσχυρη απέναντι στην αλήθεια της ατεκνίας, η άλλη, σκλάβα και ξένη, αλλά γόνιμη, ριζωμένη πλέον με το παιδί της σε έναν οίκο που δεν της ανήκει.
Η «Ανδρομάχη» αναδεικνύεται η τραγωδία του θύματος που γίνεται διπλά θύμα: όχι μόνο από τον πόλεμο, αλλά και από την ίδια την κοινωνία στην οποία αναγκαστικά ενσωματώνεται. Ο Ευριπίδης απογυμνώνει την αθηναϊκή σκηνή από τα ηρωικά στολίδια και προβάλλει το γυμνό πρόσωπο μιας γυναίκας που αγωνίζεται μόνο με όπλο τη λογική και την αξιοπρέπειά της.
Η σκηνή της καταφυγής της Ανδρομάχης στο ιερό της Θέτιδας έχει ιδιαίτερη θεατρική ισχύ. Εδώ η τραγωδία συνομιλεί με το κοινό γύρω από το ιερό δικαίωμα της ικεσίας, ένα από τα θεμέλια της ελληνικής θρησκευτικής και πολιτικής ζωής. Ο Μενέλαος, που επιχειρεί να παραβιάσει αυτό το άσυλο, δεν εκτίθεται μόνο ως φαύλος και μικρόψυχος, αλλά και ως φορέας της ύβρεως. Το κείμενο αναδεικνύει την πολιτική διάσταση της τραγωδίας: ποιος έχει τελικά το δικαίωμα να αποφασίζει για τη ζωή του άλλου;
Η μορφή του Πηλέα, του γέροντα παππού, λειτουργεί ως αντίβαρο. Είναι η μνήμη μιας άλλης ηρωικής εποχής που τώρα βλέπει να καταρρέει. Ο ίδιος δεν έχει πια δύναμη να αλλάξει τον κόσμο, αλλά διατηρεί την ηθική φωνή που αποκαθιστά προσωρινά την ισορροπία. Ο Ευριπίδης χρησιμοποιεί τον Πηλέα όχι μόνο ως θεατρικό όργανο σωτηρίας, αλλά και ως τιμητή της παρακμής του ηρωικού ιδεώδους.
Κι ενώ περιμένουμε ίσως μια λύση μέσα από την επιστροφή του Νεοπτόλεμου, ο ποιητής ανατρέπει την προσδοκία: ο ήρωας έχει ήδη δολοφονηθεί, θύμα της συνωμοσίας του Ορέστη στους Δελφούς. Η εξουσία αλλάζει χέρια όχι με δίκαιη μάχη, αλλά με πολιτική ίντριγκα. Ο Ορέστης, με κυνισμό σχεδόν σύγχρονο, παίρνει την Ερμιόνη μαζί του, καταδεικνύοντας την ευθραυστότητα των δεσμών που θεωρούνται ιεροί.
Από θεατρικής πλευράς, η «Ανδρομάχη» εντυπωσιάζει για την πολυεστιακή της δομή. Δεν είναι ένα δράμα με έναν μόνο κεντρικό ήρωα, αλλά μια σύνθεση από αντιτιθέμενες φωνές: Ανδρομάχη και Ερμιόνη, Μενέλαος και Πηλέας, Ορέστης και ο απόντας Νεοπτόλεμος. Αυτή η διάσπαση της ηρωικής εστίασης είναι χαρακτηριστική του Ευριπίδη, που συχνά υπονομεύει την ενότητα της δράσης για να φωτίσει τις πολλαπλές όψεις της ανθρώπινης εμπειρίας.
Διαβάστε περισσότερα








