Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Μεταφραστικό Εργαστήρι, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

«Σβήστε τ’ όνομά μου» (ένα ποίημα του Δημητρίου Μουζάκη μελοποιημένο από την τεχνητή νοημοσύνη)

ΣΒΗΣΤΕ Τ’ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ

Εσύ, γυναίκα που γυμνώθηκες
μπροστά μου
για να φρίξει η μοναξιά μου
απ’ τη γύμνια σου…
σβήσε τ’ όνομά μου.
Εσύ, λουλούδι που μαράθηκες
στο χώμα μου
για να πενθήσει η πεταλούδα
το φορτίο της ψυχής μου…
σβήσε τ’ όνομά μου.
Εσύ, θάλασσα που ήπιες
το νερό μου
για να σκάει αλμυρή
η γλώσσα μου στο κύμα…
σβήσε τ’ όνομά μου.
Εσύ, πέτρα που ντύθηκες
τον ήλιο μου
για να τυφλώνει ισχυρή
η ουσία μου τον πόνο…
σβήσε τ’ όνομά μου.
Σβήστε τ’ όνομά μου
για να γράψετε ένα στίχο.
Ό,τι αγάπησα ήταν ποίηση
αλλιώς δε θα μπορούσα να το πω.

 

Από το βιβλίο “Αυτάρεσκη Σιωπή“, εκδόσεις Ενδυμίων, 2009.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Marco Morricone & Valerio Cappelli, «Ennio Morricone: Η ιδιοφυΐα, ο άνθρωπος, ο πατέρας», εκδ. Μετρονόμος 2025 (γράφει ο Γιώργος Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης)

Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μετρονόμος η βιογραφία του Ένιο Μορικόνε από τον γιο του εμβληματικού συνθέτη Marco Morricone και τον Valerio Cappelli, με τίτλο   “Ennio Morricone, Η ιδιοφυΐα, ο άνθρωπος, ο πατέρας”, σε μετάφραση της Στέλλας Αναστασοπούλου  και της Ιωάννας Καραμαλή.

 

 

Η Μνήμη ως Παρτιτούρα

 

Υπάρχουν βιογραφίες που μοιάζουν με φωτογραφίες — τεκμήρια ζωής, μετρονόμοι γεγονότων, ψυχρές παράγραφοι ανάμεσα σε ημερομηνίες και βραβεία. Και υπάρχουν κι άλλες, πιο σπάνιες, που λειτουργούν σαν παρτιτούρες: δεν καταγράφουν τη ζωή, την ερμηνεύουν. Το Ennio Morricone: Η ιδιοφυΐα, ο άνθρωπος, ο πατέρας, γραμμένο από τον γιο του Μάρκο και τον δημοσιογράφο Βαλέριο Καπέλι, ανήκει ολοφάνερα στη δεύτερη κατηγορία. Είναι μια βιογραφία που δεν κοιτάζει το αντικείμενό της, αλλά το ακούει.

Από την πρώτη σελίδα, το βλέμμα του παιδιού που κοιτάζει τον πατέρα του πίσω από μια μισάνοιχτη πόρτα γίνεται το μόνιμο κάδρο της αφήγησης. Ένα παιδί —ο Μάρκο— που κοιτάζει έναν άνδρα σκυμμένο πάνω στο πεντάγραμμο, να χαράζει νότες με την εμμονή ενός μοναχού. Η περιγραφή αυτή, λιτή και σιωπηλή, είναι κάτι παραπάνω από ένα στιγμιότυπο μνήμης· είναι το θεμέλιο της σχέσης τους, το αξεπέραστο χάσμα που η μουσική άλλοτε γεφυρώνει κι άλλοτε βαθαίνει. «Ήταν ο πατέρας μου, αλλά ανάμεσα σε εκείνον και σ’ εμένα υπήρχε μια τεράστια απόσταση» γράφει ο Μάρκο, και αυτή η φράση λειτουργεί σαν μοτίβο που επανέρχεται, σαν επωδός σε μια συμφωνία για δύο σιωπές.

Ο ήχος της μοναξιάς

Ο Ένιο Μορικόνε, όπως παρουσιάζεται εδώ, δεν είναι ο μυθικός μαέστρος των σπαγγέτι γουέστερν, ούτε ο βραβευμένος με Όσκαρ δημιουργός των The Mission και Cinema Paradiso. Είναι, πρωτίστως, ένας άνθρωπος απολύτως απορροφημένος από το έργο του — τόσο που η ζωή του γύρω μοιάζει να διαλύεται μέσα στις γραμμές της παρτιτούρας. Ο Καπέλι, με τη δημοσιογραφική του ακρίβεια, μας προσφέρει τα γεγονότα: τα φτωχικά χρόνια, τη μαθητεία κοντά στον Πιτζι Πέτράσι, τα βράδια που έπαιζε τρομπέτα για Αμερικανούς στρατιώτες, τη μετέπειτα παγκόσμια καταξίωση. Όμως ο Μάρκο προσθέτει τον υποτόνο — τη συναισθηματική σκιά πίσω από την ιστορία.

Η μουσική του Μορικόνε, μας λέει, δεν γεννιόταν από έμπνευση, αλλά από άσκηση. Δεν είχε τίποτα το ρομαντικό. Ήταν ένας σκληρός, σχεδόν στρατιωτικός ρυθμός ζωής: ξύπνημα στις πέντε, δουλειά μέχρι το μεσημέρι, σιωπή στο σπίτι. Απαγόρευε στα παιδιά του να ακούν μουσική — όχι από αυστηρότητα, αλλά από ανάγκη· γιατί η μουσική, για εκείνον, δεν ήταν διασκέδαση αλλά ιεροτελεστία. Ήθελε να την κρατήσει άθικτη, μακριά από τον θόρυβο της καθημερινότητας.

Μέσα σε αυτή την απομόνωση, ωστόσο, αναπτύχθηκε η βαθύτερη ποιητική του: μια μουσική που προσπαθούσε να μιλήσει τη γλώσσα του ανθρώπινου ψυχισμού, χωρίς λόγια. Ο Μορικόνε συνέθετε για να συμφιλιώσει το χάος — το χάος του κόσμου, αλλά και εκείνο που φώλιαζε μέσα του. Κάθε μελωδία του μοιάζει με προσευχή που δεν ειπώθηκε ποτέ δυνατά.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

«Το μπλε τριαντάφυλλο. 350 λέξεις για τον άγνωστο ποιητή» (Γράφει ο Χρήστος Κανελλόπουλος)

 

Αχ βρε θλίψη, γιατί να σ’ αγαπάω τόσο,
να μην μπορώ να πω: φύγε από εδώ
εδώ είναι καλύτερα να χωρίσουν οι δρόμοι μας,
κι αφού παραμερίσω τα φύλλα της δροσερής λεμονιάς
να σου κάνω χώρο για να περάσεις.

Beverly Dr., Λος Άντζελες, 8 Ιανουαρίου 1998

Για τους περισσότερους ανθρώπους, το όνομα του άγνωστου ποιητή είναι αβέβαιο, όπως αβέβαιος είναι ο τόπος της γέννησης του και αβέβαιη η τύχη του. Το μόνο βέβαιο είναι πως έζησε για χρόνια κάτω απ’ το Χόλιγουντ, σ΄ένα ροζ δωμάτιο, με μια ροζ ταπετσαρία, με ροζ λουλούδια και μια ροζ μοκέτα πατημένη και βρώμικη από μια ροζ βρωμιά.

Σύχναζε στον πάτο ενός μπουκαλιού. Κάποτε μια κοπέλα που την αγάπησε πολύ του χάρισε ένα μπλε τριαντάφυλλο.Οι συναντήσεις τους ήταν συγκλονιστικές μέχρι τελικής πτώσεως.Ύστερα ήρθε στα μάτια της το απόγευμα, και ορκίστηκε να μην του ξαναμιλήσει ποτέ.

Πες μου,
το μπλε τριαντάφυλλο
να το πετάξω στη θάλασσα;
να το κρύψω βαθιά σ ένα βιβλίο που δε θα διαβάσω ποτέ;
να το χαρίσω σ ένα φτωχό κορίτσι;
ή να το κάψω
να το βλέπω να γίνεται στάχτη κι εγώ να κλαίω;

Πες μου,
πες μου αν ξέρεις.

Δεν μαραίνεται

Δούλεψε γκαρσόνι σε ελληνικό ρεστοράν. Έχυσε καυτή σούπα στ΄ αρχίδια του Ρόμπερτ Ντε Νίρο. Διανυκτέρευσε στην έρημο. Κοιμήθηκε με το τσιγάρο στο χέρι.

Βρήκα το ημερολόγιο του, τα ποιήματά του, λίγα διηγήματα και κάποιες φωτογραφίες μέσα σε μία βαλίτσα παρατημένη δίπλα στον κάδο των σκουπιδιών, πίσω από την δημοτική αγορά της Κυψέλης.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Σάκης Παπαδημητρίου, «Η Τζαζ της λογοτεχνίας», εκδ. Σαιξπηρικόν, 2021 (γράφει ο Γιώργος Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης)

Αντίλαλος, παραμόρφωση, απελευθέρωση

 

Η Τζαζ της λογοτεχνίας του Σάκη Παπαδημητρίου είναι μια συλλογή δοκιμίων που δοκιμάζει να δει τη λογοτεχνία σαν μουσικό όργανο. Όχι ως απλή αφήγηση, αλλά ως κάτι που αναπνέει με ρυθμό, που αποσπάται, που σταματά για να ξαναρχίσει αλλιώς· σαν μια παρτιτούρα που άλλοτε ακολουθεί τη μελωδία και άλλοτε ξεστρατίζει στον αυτοσχεδιασμό. Ο Παπαδημητρίου προτείνει ότι η λογοτεχνία δεν «δανείζεται» απλώς από την τζαζ — ρυθμούς, παύσεις, παραλλαγές — αλλά μπορεί να λειτουργεί η ίδια ως τζαζ: ένας χώρος όπου οι λέξεις γίνονται μελωδίες, διακόπτονται, επιστρέφουν, δοκιμάζουν νέα μοτίβα. Η συγγένεια ανάμεσα στο κείμενο και τη μουσική δεν είναι διακοσμητική αλλά ουσιαστική· όπως ο αυτοσχεδιασμός της τζαζ, έτσι κι η γραφή επιδιώκει την έκπληξη, την παραμόρφωση, την ελευθερία.

Το βιβλίο είναι οργανωμένο σε μικρά δοκίμια που λειτουργούν σαν μικρές συνθέσεις. Άλλοτε θυμίζουν κριτικές σημειώσεις, άλλοτε προσωπικές αφηγήσεις, άλλοτε σχόλια πάνω σε συγγραφείς ή μουσικούς. Η γλώσσα, συχνά ρυθμική, κυλάει σαν να ακολουθεί φράσεις μουσικές: κυκλικές, επαναληπτικές, σκόπιμα ανολοκλήρωτες. Οι διαδρομές του Παπαδημητρίου δεν είναι ποτέ ευθείες· το κείμενο διαρκώς παίρνει παρακαμπτήριες, ανοίγει χαραμάδες σε νέους συνειρμούς, αφήνει τον αναγνώστη να γεμίσει τα κενά. Σε αυτό μοιάζει να ενσαρκώνει τον ίδιο τον αυτοσχεδιασμό: η ουσία δεν είναι το πού θα καταλήξει, αλλά το ταξίδι του ήχου και της φράσης.

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

«Harvest» (σκηνοθεσία: Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη) [γράφει ο Ελισσαίος Βγενόπουλος]

Στη μνήμη του αδελφού μου Ντίνου

Ένας κόσμος χάνεται, ένας άλλος φτάνει

 

Η απώλεια σημαίνει διάλυση του οικείου κόσμου, του τόπου και των δεσμών. Ο εκτοπισμός εκφράζει βίαιη αποκοπή, στέρηση ρίζας και συνέχειας. Μαζί ορίζουν την εμπειρία εξαφάνισης κοινοτήτων από την ιστορία.

Στο Harvest της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη, το σινεμά αρχίζει με την απώλεια. Σε επτά μέρες, ένα ανώνυμο χωριό εξαφανίζεται από τον χάρτη, όχι με καταστροφή αλλά με σιωπηρή διάλυση. Η σκηνοθέτιδα στήνει μια τραγικωμική εκδοχή του γουέστερν, χωρίς ήρωες με όπλα και άλογα, αλλά με ανθρώπους παγιδευμένους σε μια ιστορική καμπή, εκεί όπου το παλιό υποχωρεί και το νέο εισβάλλει. Ο εχθρός δεν είναι στρατός· είναι η “πρόοδος”, η μέτρηση της γης, η μετατροπή της κοινότητας σε ιδιοκτησία.

Δύο άνδρες κουβαλούν το βάρος της αφήγησης. Ο Γουόλτερ Θιρσκ (Κάλεμπ Λάντρι Τζόουνς), ένας αστός που μετατράπηκε σε αγρότη, και ο λόρδος Τσαρλς Κεντ (Χάρι Μέλινγκ), γαιοκτήμονας και παιδικός του φίλος. Ο ένας outsider, ο άλλος κληρονόμος, ενωμένοι από παρελθόν αλλά χωρισμένοι από μοίρα. Η φιλία τους γίνεται το λεπτό ρήγμα απ’ όπου ξεκινά η κατάρρευση. Ο Θιρσκ υιοθετεί τη ζωή του χωριού αλλά ποτέ δεν ανήκει ολοκληρωτικά. Ο Κεντ, αντιθέτως, είναι η ίδια η εξουσία που μπορεί να αποφασίσει ποιος μένει και ποιος φεύγει.

Η αφήγηση εξελίσσεται σαν ημερολόγιο καταστροφής. Κάθε μέρα αφαιρεί κάτι: μια πυρκαγιά ξεσπά και γεννά υποψίες, ξένοι εμφανίζονται και τιμωρούνται βάναυσα, η γη χαρτογραφείται και οι αγρότες βρίσκονται ξαφνικά δίχως γη. Η εξαφάνιση του χωριού είναι διαδικασία, όχι μυστήριο. Η Τσαγγάρη δείχνει πώς η γραφειοκρατία και η βία περνούν χέρι-χέρι: οι επιθεωρητές μετρούν χωράφια, και μαζί σβήνουν ζωές.

Το φιλμ βασίζεται στο μυθιστόρημα του Τζιμ Κρέις, που κι αυτό τοποθετείται σε έναν “μεταξύ” χρόνο, κάπου ανάμεσα στον Μεσαίωνα και τη Βιομηχανική Επανάσταση. Η σκηνοθέτιδα μεταφέρει αυτή την αμφισημία με προσήλωση και συνέπεια. Τα κοστούμια μοιάζουν μεσαιωνικά, τα εργαλεία φλερτάρουν με τη νεωτερικότητα, ενώ το περιβάλλον δεν ανήκει σε καμία συγκεκριμένη εποχή. Το αποτέλεσμα είναι μια ιστορία που αφορά το παρελθόν, αλλά διαπερνά το παρόν, η αποξένωση της κοινότητας δεν είναι απλώς ιστορικό γεγονός, αλλά διαρκές μοτίβο.

Διαβάστε περισσότερα