Άγγελος Λουκάς, Ποιήματα
13Ιου
Άνοιξα το παράθυρο
Απρίλη μήνα
κι είδα μια Άνοιξη αλλιώτικη
βουβή σαν μνήμα.
Οι μυγδαλιές κρυφτήκαν ντροπιασμένα
τα ρόδα ανθίσανε μαύρα και ματωμένα
και τʼ αηδόνι της αυλής χαμήλωσε το βλέμμα
μη δει την όψη του δειλού
που έχασε το στέμμα.
Μέσα στην κάμαρη σκυφτός
Γενάρη μήνα
είχα το Φως της νιότης μου αγκαλιά
μια Μούσα για το ποίημα.
Δεν το περίμενα ο αφελής
πως οι καρδιές λυγάνε
και του Χειμώνα τα φιλιά
την Άνοιξη πονάνε.
ΕΧΕΜΥΘΟ
Μέσα στο δώμα μοναχός για ώρες συλλογιέμαι,
απάτριδες ακρογιαλιές και λίκνα μυροβόλα,
που κάποιος δήμιος εραστής ξεγέλασε με δώρα.
Μιας Αφροδίτης το φιλί και της Ελένης το κορμί,
σκήπτρα χλωμά, με αργύρια αγορασμένα,
που αγκομαχούν στη θλίψη τους γυμνά και ντροπιασμένα.
Κορίτσια που σμιλεύτηκαν χωρίς σταγόνα αγάπη,
γυναίκες που μεθύσανε με κέρματα στη πλάτη,
κι ένας τυφλός ανήμπορος, ο Έρωτας θεός,
που την τιμή του έχασε και πήρε ο χρυσός.
Μέσα στο δώμα μοναχός για ώρες συλλογιέμαι,
ʽʼάμα σαπίσει το κορμί και λιώσει η Ηδονή,
στου Έρωτα το μαγαζί,
πόσο πουλάνε τη ντροπή;ʼʼ














