Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Νέοι Ποιητές

Νέοι Ποιητές

Αφίξεις, Νέοι Ποιητές

Θ.Δ.Τυπάλδος, Τα θολωμένα μάτια της στίλβης, Φαρφουλάς, 2016

ΑΠΟΚΕΦΑΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Άγνωστες οι λέξεις στην περγαμηνή
Σάν το μουρόχρωμα που αντανακλάται πάνω
Στη στέγη της ροδακινιάς
Το ψάρι δάγκωσε το αγκίστρι
Και το αγκίστρι δάγκωσε τη γκραβούρα
Με τα θολωμένα μάτια
Της Στίλβης
Το σώμα της νιαούρισε στη συντριβή
Του συντριβανιού
Αυξάνοντας το πρόσχαρο σύμβολο της πεμπτουσίας
Εθεάθει στο κρεματόριο του παροξυσμού
Αγέλαστος πέτρα
Μυρίων τόσων γκρεμνών
Κι ακόμα πόσων σκοπών
Η σύναξις του πολεμάρχου
Το καμπαναριό που κοιμάται
Σιρόπι στο ασανσέρ που κλειδώνει το γέλιο
Της σφιγγός και το δάκρυ του κώνωπος
Φωνήεντα του αλατιού
Πορεία σκελετωμένων παραφωνιών
Σύμπληξη του απείρου με τη χρύση μέθη
Των νεανικών απόντων χρόνων
Στα μάτια των αλόγων που χλιμιντρίζουν
Πρίν βυθιστούν στις κόρες των δικών μας
Ματιών όπου ευθύς θ’ αναγεννηθούν
Ως οβίδες και περίστροφα
Κάπου ακούστηκε ένας κρότος κι εγώ
Αφαιρώ το γιατί
Προσθέτοντας το όχι
Διαιρώ το ναι
Πολλαπλασιάζω το κατόπιν
Αναθέρμανση των κυττάρων
Το κουκούτσι κατάπιε το επίκαιρο πρόγευμα
Των μισθοφόρων της παραχάραξης
Μιας υποθρώσκουσας τσουκνίδας
Καθώς εκείνη άρχισε να συναγελάζεται
Και να ερωτοτροπεί
Με το γαλάζιο σκαθάρι
Ένα παράτολμο θρόισμα
Ορθώνει ανάστημα χαμογελά
Και φεύγει
Το σκυλόψαρο αποκοιμήθηκε
Πάνω στου σκύλου την κόμη
Το κορίτσι άρπαξε το φανάρι του δρόμου
Και το κράτησε πάνω από το σύννεφο
Και η όμιχλη της έκλεισε πονηρά το μάτι
Πηγαίνοντας να θάψει στο πίσω μέρος της αυλής
Την ανεπάρκεια
Ανατίναξε την κατάθλιψη του πεύκου
Κι έφυγαν οι στόχοι του αύριο
Στου χθές τους διακόπτες

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Νίκος Δασκαλόπουλος, Δύο ποιήματα

Αρχαιοπτέρυξ

κοιτάζω τα πουλιά στην
απέναντι ταράτσα.
αναρωτιέμαι αν θα μπορούσε να υπάρξει ποτέ
ένα πουλί, τόσο θυμωμένο με τον Δαρβίνο,
που ενώ θα μάθαινε
να πετάει, η εξέλιξή του θα ήταν
να μη πετάει.
να είναι μια απόφαση•
εγώ δεν θα πετάξω να έλεγε — το απαρνιέμαι.
αλλά υποθέτω αν υπήρχε ένα
τέτοιο πουλί, δεν θα ήταν
θυμωμένο, μάλλον ο Δαρβίνος
θα θύμωνε, αλλά κι αυτός νεκρός είναι.
κανείς δεν θα θύμωνε και με το πουλί
που δεν θα πετούσε,
απλώς θα το θαύμαζαν για λίγο ως ερωτηματικό
και μετά θα το ξεχνούσαν.
ένα πουλί που ίσως δεν είναι ακριβώς πουλί,
αλλά πάντα “στο μεταξύ”.
το πρωτόγωνο κοράκι που λέει
“ποτέ ξανά”,
και κανείς δεν χτυπάει την πόρτα του.

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Τζένιφερ Ντέρλεθ, “Βλέπεις το μοβ Λονδίνο;”


“Το λευκό σπίτι με τα κάγκελα.”

Τον βλέπεις εκείνο τον τιποτένιο τενεκέ;
Ο Μαρκ είναι, το καστανόξανθο, χλωμό αγόρι.
Ο Μαρκ μου έχει κλέψει την καρδιά, τριγυρίζει με αυτή
καλά κρυμμένη στο πορτοφόλι του, παρέα με 20 δολλάρια
για αλκοόλ, μπέργκερ και τσιγάρα.

Πάνε οι καιροί που δεν κάπνιζα, τώρα καπνίζω σα μανιακή
για να τον συναντώ μέσα στους καπνούς.
Κάθε μου τσιγάρο , μια τρίλεπτη συνάντηση μαζί του.
Τυχεροί οι δαίμονες που με παρέσυραν μαζί του, τη δουλειά τους κάνουν.
Άτυχη εγώ που ερωτεύτηκα και βάρυνα τους πνεύμονές μου με πέντε κιλά καθαρό θάνατο.
Κι όλα αυτά για να τον βλέπω.

-Κυρία Άναμπελ,δεν είμαι καλά!Υποφέρω λέμε!
-Το ξέρω μικρή μου, εγώ είμαι εδώ.
Η κύρια Άναμπελ δεν ψελλίζει ποτέ παραπάνω από μια δυο προτάσεις ή αυτό
πάντα θυμάμαι εγώ καθώς ξυπνάω με ένα κεφάλι σα χιλιοχτυπημένο από τσιμεντένιες
μπουνιές δώδεκα ώρες μετά. Κάθε μέρα , κάθε μήνα , δέκα μήνες. Πόσο θα κρατήσει;
Αναθεματισμένα άσπρα σκηνικά. Για μένα το άσπρο είναι το χρώμα της κόλασης.

Τον βλέπεις εκείνο τον τιποτένιο τενεκέ;
Ο Μαρκ είναι, είμαι ερωτευμένη μαζί του.
Χαζεύω τον αέρα να καλεί σε χορό το καστανόξανθο μαλλί του καθημερινά
από το λευκό μου σπίτι με τα κάγκελα.

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, Δύο ποιήματα

Αλήθεια πως διεγείρουν έτσι οι οικίες λέξεις

Μετά από χρόνια στη  Στοκχόλμη

περιδιαβαίνοντας στη Gamla stan*

κάθισε σʼ ένα  ρεστοράν κάτι να τσιμπήσει

grönsaks bullar** επέλεξε aπʼ το μενού της μέρας

Πόσο επιλεκτικά  λειτουργεί η μνήμη

περίμενε η αφελής  γεύση ανάλογη

με οικείους  κολοκυθοκεφτέδες ή κάτι παρόμοιο

σʼ άρωμα άνηθου και δυόσμου ποτισμένους

Τρώγοντας άνοστα θυμήθηκε

πως πριν από μέρες μπρος  στη σουηδική τιβί

ίδιο συναίσθημα είχε νιώσει

Το ίδιο άνοστες στʼ αυτιά οι ανοίκειες λέξεις

όλα καλά μα  πόσο την είχαν κουράσει

Τις λέξεις μου επιθυμώ νʼ ακούω

τη γλώσσα μου την ελληνική

κουράστηκα νʼ ακούω άνοστες λέξεις

θέλω νʼ ακούω να μιλούν ελληνικά

είχε συλλογιστεί με κάποια δυσθυμία

Αμέσως της μνήμης συνειρμοί αλλού την πήγαν

και της προκάλεσαν αναστάτωση κι ευφορία

Τόσο που ενθυμούμενη αναρίγησε

ένοιωσε  σχεδόν την ίδια διέγερση

την ίδια ηδονή όπως τότε

Σα να τον άκουγε να την αποκαλεί

μʼ εκείνη τη λέξη την υποκοριστική

στην οικεία τη μητρική της γλώσσα

Φιλήδονα να τη  χαϊδεύει ολόκληρη το άκουσμα

εκείνης της υποκοριστικής λεξούλας

Αλήθεια πως διεγείρουν έτσι οι οικίες λέξεις

Εκεί στη Gamla stan* στο ρεστοράν

μπροστά στα άνοστα grönsaks bullar**

ένιωσε μια ατέλειωτη στιγμή

σα νʼ αφέθηκε στα χέρια στη φωνή του

να της ψελλίζει όπως τότε με χείλη πυρετό

κείνη τη λέξη τη διεγερτική την οικεία

συνοδευμένη απʼ την κτητική αντωνυμία

Gamla stan*=Παλιά πόλη

grönsaks bullar**= κεφτεδάκια  λαχανικών

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Μάνος Ορφανουδάκης, «Γυμνογραφία»

`

στη Darya

Τον ουρανό Της τον έφτιαχνε πρόχειρα
Με το ένα χέρι βαστούσε τα άστρα
κι οι επιβάτες του ήλιου
κάθε που μπαίναν στο βλέμμα Της
μόνο για χάδια και λέξεις ρωτούσαν
–κι ας Τη βλέπαν να βρέχει σύννεφα στα μάτια

Τα ίδια σύννεφα βρέχαν κι Εκείνον
κάθε που γύριζε στου ύπνου τον ύπνο
με μία, δήθεν, σπασμένη ομπρέλα στο μπράτσο.

Της είχαν δώσει ευχή και φεγγάρι
–δε γνώριζε η τρυφερή πως τρυφερά πληγώνει–
κι έτσι, κάθε που κάρφωνε ελπίδες στη νύχτα
μία σταγόνα αίμα το βλέμμα της έβαφε

Ήρθε το κόκκινο, Τους πήρε κι ανέβηκαν.

Από ψηλά το χρώμα Τον έσβησε
Λευκός πια
έγινε όλα και τίποτα
φως να πλυθεί
το πολύ και το καθόλου Της
Στον ίδιο χρόνο
ελπίδα
σκοτάδι
και αίμα
έσβησαν κόκκινα και Εκείνη

Διαβάστε περισσότερα