Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Νέοι Ποιητές

Νέοι Ποιητές

Νέοι Ποιητές

Θεοδώρα Σπηλιωτάκη, Τέσσερα ποιήματα

ΥΠΟ ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ

Μαλακό φως σαν λεπίδα,
Του πτώματος ομίχλη
Την κόβεις στα τρωτά σημεία.

Σκληρό φως ως από μηχανής Θεός,
Των στιλέτων αντικαθρέφτισμα
Παραμορφώνεις τα ιδωμένα και εκτυφλώνεις.

Υπέρλαμπρο, της πιο απατηλής των αισθήσεων, φως,
Αφού σεαπέταξα ως Σατανά,
Το συγκεκαλυμμένο – σκιασμένο έγκλημα διασκευάζεις.

Φως με τη διττή σου φύση,
Σκουριασμένα τα μαχαίρια με κεχριμπαρένιους κόμπους αίμα,
Χωρίς τη συνύπαρξη του σκοταδιού ποια αλήθεια,
Αλήθεια σου προσάπτουν;

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Στράτος Κιαπίδης, “Περσεφόνη (ποίημα σε 7 σονέτα)”

I

Βουβή αμμουδιά ο χειμώνας• ζωγραφιά παγωμένη
στον χρόνο. Πού είναι οι παιδικές φωνές;
Μήπως τις πήρανε τα σύννεφα κι οι ανέμοι;
Αστέρια στις λάσπες, κοχύλια στεγνά… Πια,
μόνο οι Σειρήνες τραγουδούν και τα στοιχειά
κι είνʼ το τραγούδι τους γλυκό όπως τʼ αφιόνι.
Δεν ήρθε η ώρα σου ακόμα, Περσεφόνη• Κόρη,
που σου ʼλαχε του Άδη να μοιράζεσαι την κλίνη,
λίγες σταγόνες από ήλιο θα σου φέρω, φρέσκο αίμα,
λίγη μεσόγεια ραστώνη, λίγη αρμύρα απʼ τʼ αλάτι
της ζωής• κι όλα θα σου τα μαρτυρήσω: Ακόμα
οι άνθρωποι πονούνε, ακόμα οι πέτρες τραγουδούνε
τη σιωπή, ακόμʼ αδειάζει και γεμίζει η Σελήνη. Καλιά
εκεί που ʼσαι – η λήθη είναι προνόμιο των νεκρών.

II
Κανένα νέο απʼ τον απάνω κόσμο δεν σου φέρνω.
Μια μελωδία απʼ τʼ ανέσπερο σκοτάδι αναβλύζει,
σιγά υψώνει και διαχέεται στο φως• είναι αυτό
που όλα τα πλέκει με αόρατη κλωστή
και τα συνέχει, τα ενώνει – η μελωδία απʼ του Διαβόλου
το βιολί• που υπνωτίζει, παρασέρνει, θέλγει κι αναστατώνει
τις αισθήσεις κι όλα τα σέρνει σε χορό και παραμύθι.
Μες στα ερείπια της ψυχής μου περπατώ και μες στη σκόνη
ακούω να κρούουν οι καμπάνες τʼ ουρανού
με ήχο δριμύ όπως το δρέπανο θερίζει μες στʼ αλώνι.
Μα δεν ξυπνάνε οι νεκροί – αυτοί ʼναι η άοπλη,
αήττητη κι ανίκητη στρατιά• αόριστη κι αφηρημένη.
Όμως τα ξέρεις όλʼ αυτά – κανένα νέο
απʼ τον απάνω κόσμο δεν σου φέρνω.

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Εύα Μακρή, Ποιήματα

Ο ομφαλός της γης

Σαν τί θαρρείς πως είναι ο κόσμος –
μια πατησιά γης.
Κάποιοι
τον απαρνιούνται,
χωρίς να έχουν κατεβεί από το δώμα τους,
άλλοι τρέχουνε πάλι όλη τη ζωή τους ασταμάτητα
χωρίς ποτέ να τον βρουν.
Γιατί κείνος ο τόπος έχει σημασία –
κατά πως φαίνεται –
κείνος ο δυσεύρετος τόπος
που θ΄ακουμπήσω το κεφάλι μου στον αφαλό σου
και θ΄αποκοιμηθώ.


**

Εσύ που αξιώθηκες την πτώση

Η κρίση της ηλικίας μαστίζει τα κόκαλά μου.
Κάτι πρέπει να γράψω
για το πώς έχασα το μπούσουλα –
έτσι δεν είναι; –
για το πώς βρέθηκα
εκτός των καθωσπρέπει ποιητών, πεζογράφων
και αδελφών αυτών.

Λοιπόν,
έχει μεγάλη πλάκα η ζωή!
Λες και την παίρνεις Σταδίου & Βουκουρεστίου γωνία
στον πεζόδρομο,
νύχτα με τα λαμπόγυαλα σπασμένα
και το βουρκόνερο γεμάτο μαυρισμένα φύλλα στο λάκκο.
Φοβάσαι έξω απ΄το Παλλάς τα σκοτάδια,
θέλεις να επιστρέψεις στην κοιλιά της μάνας σου,
ν΄ακούσεις την καρδιά της,
να ανεβείς τις ηλεκτρικές σκάλες στα Public
και από εκεί να πέσεις
ή να εξαερωθείς
ή να πετάξεις.

Καλύτερα «να πέσεις» νέτα σκέτα –
τι διάολο, όλη σου τη ζωή
τις λεκτικές απομιμήσεις
δεν μαχόσουν;

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Άρης Κουκουλιώτης, Τέσσερα ποιήματα

«Η αφή ξέρει όσα ο λογισμός δε θα μάθει ποτέ»

Ευτυχώς που είχα αρκετά μαλλιά

τις λίγες μέρες που έβγαινα με τη Valeria.

Γιατί έχωνε μέσα τους τα μικροσκοπικά της χέρια,

και τα χάιδευε, και τʼ ανακάτευε για ώρα…

Κʼ έτσι, μπορώ κʼ εγώ τώρα,

καμιά φορά που ʽμαι μόνος και τη σκέφτομαι,

να κλείνω τα μάτια μου,

να περνάω τα δάχτυλά μου απʼ τα μαλλιά μου απαλά,

και να προσποιούμαι πως γύρισε,

γύρισε και μου χαϊδεύει πάλι τα μαλλιά…

Στον μικρό μου ανιψιό

Ένα μεσημέρι έτρωγα με τʼ ανίψια μου

(τριών ο μικρός, έξι ο μεγάλος).

Κʼ η αδερφή μου οργάνωσε διαγωνισμό,

μʼ έπαθλο δυο παγωτά αντί ενός,

για κείνον που θάτρωγε πρώτος το φαγητό του.

Ο μεγάλος τέλειωσε πρώτος

και κοροϊδευτικά είπε στον μικρό:

«Εγώ θα φάω δύο παγωτά!»

Κι ο μικρός τού απάντησε γελαστά:

«Κʼ ε-ε-εγώ θα φάω έ ν α!»

Α! Σοφέ, μικρέ ανιψιέ!

Πόσα έχω, τελικά, να μάθω από σένα!

Εγώ, ο βλάκας, που μεγάλωσα!…

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Μάριος Αναγιωτού, Τέσσερα ποιήματα

Εγώ,

ποιος θα μου πει στα αλήθεια
τι είμαι εγώ;
Ένα σκουπίδι πεταμένο
μες τον κάδο τον υγρό;
για φυλακτό,
κρατάω εγώ,
μαμά, γιαγιά .

Εγώ,
ποιος θα μου πει στα αλήθεια
τι είναι το εγώ;
Αυτό που βλέπω απέναντί μου,
ή κάτι βαθύτερο, κακό ;
Εγώ, εγώ,
δεν ξέρω ,εγώ.

Εγώ,
είμαι στα αλήθεια αυτό που ήθελα
να γίνω από μικρό;
ή ένα φερέφωνο πιστό,
γι’ αυτό και μένω εγώ εδώ.

Θολό,
το ποταμάκι που δεν έχει
πια νερό.
…και εγώ, δεν αγαπώ.

Ένας Χριστός
μ ‘ένα άσπρο ρούχο,
πού `ναι πάντα καθαρό.
Ένας σταυρός
χωρίς καρφιά,
μόνο το αίμα αλλωνών, εγώ.

Διαβάστε περισσότερα