ΛΕΥΚΗ ΤΥΦΛΟΤΗΤΑ

Μάτια της ψυχής τυφλά.
Φτιαγμένα να μη βλέπουν την ασχήμια του κόσμου
Φτιαγμένα να μη βλέπουν το σκούρο χρώμα της διπλανής ψυχής

Μήτε του θυμού το κόκκινο,
Μήτε το κίτρινο της δειλίας και του μίσους,
Μήτε το μωβ το εσωστρεφές και μυστηριακό.
Ούτε καν το μαύρο,
Που πεισματικά επιμένει να καταλήγουν όλα στο σκοτάδι του.
Μάτια της ψυχής τυφλά,
Που βλέπουν μόνο το λευκό.
Λευκό σκληρό και κοφτερό,
Σαν πάγος και σαν χιόνι
Μα πάντα τόσο διαυγές και αθώο,
Σαν άγραφη κόλλα χαρτί
.
Πιστά στην καλοσύνη και στο δίκιο
Πιστά στην αγάπη.
Το νιώσιμο που έχει όλα τ΄άλλα αισθήματα
Πιστά στο λευκό.
Το χρώμα που έχει όλα τα άλλα χρώματα.
Πιστά στα σώματα
Πιστά στα στόματα
Πιστά στις λέξεις που βγαίνουν απ΄αυτά
.
Μάτια της ψυχής, μακάρια, στην άγνοιά τους..

Παραδομένα στη λευκή τους τυφλότητα
Όμοια με του Θεού, που δε βλέπει τα στραβά για να τα διορθώσει
Μονάχα καμαρώνει απ΄το μπαλκόνι του ότι έφτιαξε,
Κοιτώντας τη θολή, λευκή του ομίχλη
.
Μάτια της ψυχής τυφλά.
Φτιαγμένα να μη βλέπουν την ασχήμια του κόσμου
Φτιαγμένα να μη βλέπουν το σκούρο χρώμα της διπλανής ψυχής

Μάτια μακάρια, στην άγνοιά τους..

ΓΡΑΜΜΕΝΑ ΕΒΕΝΙΝΑ ΣΕ ΠΟΡΣΕΛΑΝΗ

Φούσκωνε το ξημέρωμα στο μπρίκι τ΄ουρανού.
Λίγο ακόμα και θα χυνότανε το φως στο πάτωμα της πλάσης.
Το σήκωσα προσεκτικά και το ριξα στο λευκό, πορσελάνινο
φλιτζάνι της ψυχής μου.
Το καθαρό∙ ή το άδειο.
Όπως το δει κανείς…

Γουλιά-γουλιά το ήπια μ΄ευχαρίστηση
Παρότι χωρίς ζάχαρη, όπως θα προτιμούσα.
Ύστερα σκέφτηκα να το γυρίσω,
Να δω τί κρύβεται στο κατακάθι του γραμμένο.
Έφερα λοιπόν δυο κύκλους την καρδιά μου
Και τη γύρισα ανάποδα.
Και είδα τρεις και δεκατρείς,
Που τους γυρνούσα πλάτη.
Πιο δίπλα το 7.
Χωρίς να λέει αν ήταν θαύματα ή θανάσιμα αμαρτήματα.
Πιο πάνω ένα ζευγάρι φτερά.
Χωρίς να λέει αν ήτανε δικά σου ή δικά μου.
Χωρίς να λέει ποιος θα πετάξει και για πού.
Και τέλος μία πόρτα.
Ανοιχτή για την αγάπη σου. Ορθάνοιχτη.
Ώσπου σηκώθηκε μπουρίνι στο φλιτζάνι
και έκλεισε απότομα.
Τι τα θελα τα τελετουργικά!
Σήκωσε τον κόσμο με το θόρυβό της.

Και ξέπλυνα βιαστικά την ψυχή μου,
Να μη διαβάσει και κανείς το γράψιμό της, το εβένινο.
Κι έγινε πάλι το φλιτζάνι της καθαρό∙ ή άδειο.
Όπως το δει κανείς…

ΤΟ ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ

Πόσος χρόνος ξοδεμένος στης ρουτίνας τα δόρατα

Πόση ουσία θυσιασμένη στο ξέπλυμα μιας καράφας για κονιάκ
Ατίθασης,
Που , μάλλον , γλίστρησε απ΄ τα χέρια μου τ΄ αδέξια.
Γέμισε ο τόπος κρύσταλλα.

Άλλα μικρά και άλλα θεόρατα.
Πρώην κομμάτια της ομορφιάς του ολόκληρου.
Απομεινάρια του χρήσιμου. Που πια δεν ήταν.

Ξέρω τι σκέφτεσαι.
Προς τι τόσος λόγος για μία καράφα;
Όμως δεν είναι αυτή που λυπήθηκα.
Είναι τα ουράνια τόξα που βγαίναν στο κρύσταλλο
Κείνα που λάμπαν, σαν ήταν ηλιόσταλλη
Που συρρικνώθηκαν ξάφνου στο πάτωμα.

Σκυφτή μαζεύοντας, με δάκρυα τα θρήνησα.

Και τότε είδα,
Πως λείπει η καρδιά μου απ΄το θώρακα