Θεοδώρα Βαγιώτη, Ποιήματα
2Ιου
Το μοναδικό κρίνο που άνθισε στην κόλαση
Θα ήξερες καλύτερα
πως καλλιγραφώ ψεύδη
όταν οι νύχτες γίνονται ανυπόφορα προστάγματα∙ τα
πνεύματα σαλεύουν στις γωνίες
και μέσα στους καθρέπτες
θυμίζουν την αλλοτινή τους όψη
όταν γράφουν Θάνατος! Θάνατος στο ανείπωτο
πνεύμα σου /καταδυόμενη στον Άδη
η ψυχή σου λίγη απ’ του Ηρός
το βάδισμα δικό σου
και στα ίχνη του ίσα-ίσα χωρούν τα
βήματά σου∙ καθώς θα περνάς από τη
Γέφυρα των Μυστικών, θα δεις το
σώμα σου μια λύπη βουτηγμένη στο
κλεμμένο ύδωρ
Ύστερα θα αλλάξεις τον κόσμο
κι ο κόσμος θα γίνει όπως είναι κι άλλο τίποτε
παρά μόνο ένας ακατανίκητος πόθος, να ελιχθεί σαν χέλι της λίμνης
το χέρι σου κάτω απ’ το φουστάνι μου
κι όπως θα χάνεται από τα μάτια του βαρκάρη
να χαθεί η ζέστη του στα πιο βαθιά ποτάμια που πηγάζουν από όρη
δύσβατα, καρδιά συκώτι μάτια
κι έτσι τραντάζοντας μια δίνη
μέσα στο γλυκό νερό να γίνει ο δρόμος
προς την αιωνιότητα μία υπόθεση γραφής∙
αιωνιότητας αιώνιε εραστή
τον Σείριο τον κάναμε κρεβάτι
κι αφήσαμε τον πόθο μας
πάνω στον λιγνίτη και τον χρόνο









