Αλέξανδρος Παπαδόπουλος, Ποιήματα
6Σεπ
Γαλανή απεραντοσύνη
Τώρα που έσπασαν οι φλέβες,
Και από μέσα μου τρέχουν οι στιγμές,
Θα υπάρχει μια εξήγηση γιατι
Αυτό που μένει περισσότερο είναι αυτό που φεύγει.
Φαίνεται πως δυό φορές κανείς πεθαίνει,
Όταν πάψει ν’ αγαπά και ν’ αγαπιέται.
Μα σαν το γαλανό απέραντο χαράζεται ψηλά,
στην καρδια μου μια ολόλαμπρη ελπίς με θέλγει.
Έπεται
Οι θερινές ψιχάλες,
σαν δάκρυα
στο σκονισμένο μάγουλο
της υπερκόσμιας σιγής.
Στάζουν οι αρμοί της αβεβαιότητας
απο το ταβάνι της ανέλπιστης χαράς,
και βράχηκαν οι τύψεις και μουχλιάζουν.
Σκόνη, μάνα των νεκρών στιγμών,
σκέπαζε τα παιδιά σου, τις μνήμες,
με την άμμο της απόκοσμης ακρογιαλιάς
όπου ξεχάσαμε τα κομμάτια
του εαυτού που προδώσαμε.
Αβοήθητοι,
Μα ευγνώμονες,
Που σε τούτο τον κόσμο
τολμησαμε και γελάσαμε
ζώντας μια ζωή
που διαρκώς περπατούμε
σαν να μην υπάρχει τέλος.
Λες και ζωή αιώνια μας περιμένει.









