Βιντεοκασσέτα

 

Κι αν γυρνάγαμε πίσω τον χρόνο

πάλι τα ίδια θα κάναμε.

Εγώ θέλω να γυρίσω

σ’έναν χρόνο που δεν έχω ζήσει.

Σ’έναν χρόνο που όταν τον διάβασα

ήμουν εκεί.

Σ ’εκείνο το μπαλκόνι στη Ρώμη

με την κοπέλα

που έγραφε στο ποίημα του.

Στη Ρώμη του 60.

Μπορεί να ήταν και Παρίσι

δεν θυμάμαι.

Θέλω να γυρίσω πίσω

σ ’έναν χρόνο που δεν θυμάμαι

και να τον κάνω

δικό μου.

Κάπου εκεί

είσαι κι εσύ.

Μια βαστάς το κιγκλίδωμα.

Μια κάθεσαι στη ροδί

φθαρμένη

πολυθρόνα.

Μια πολυθρόνα που σέβεται

τον εαυτό της

κι αγκάλιασε

σώματα πολλά

μαζί και το δικό σου.

Σηκώνεσαι

Κάθεσαι

Ξανασηκώνεσαι

Βαριέσαι λίγο

κι ετοιμάζεσαι

να βγούμε.

Ξόδεψες τα σπίρτα

και θεςκρασί.

Να

Σε βλέπω.

Σαν να είσαι

Εκεί.

 

*****

 

Τασάκια γεμάτα Malboro κόκκινο

 

Τα φώτα δε σβήνουν ποτέ.

Οι επιγραφές στα κτίρια

μένουνεικοσιτέσσερις ώρες ξύπνιες.

Τα χρώματα δε φεύγουν

η πόλη δεν κοιμάται.

Φωσφοριζέ ρέμπελοι.

Μηχανές που ξύνουν την άσφαλτο

στη μέση της νύχτας.

Η νύχτα μένει ίδια

και κανείςδε ξέρει

την ώρα

Καζίνο.

Φρουτάκια τα ξημερώματα.

Σ’έκλεισαν μέσα κι έφυγαν.

Μετα βίας βγήκες όταν άνοιξαν

χωρίς να σε πάρουν χαμπάρι.

 

Τα φώτα δε σβήνουνε.

Οι επιγραφές κρατούν τον ουρανό

ξύπνιο

και όλα βυθίζονται

σε ένα βαθύ γαλάζιο.

Το καλύτερο γαλάζιο

πριν βγει ο ήλιος

κι εσύ τρέχεις με τη μηχανή.

Δίπλα σου

σιχτιρίζουν οι οδηγοί

που πάνε να δουλέψουν.

 

Σε βλέπω.

Δεν μπορώ να σταματήσω

να σε κοιτώ.

Το στομάχι μου γίνεται κόμπος.

Γράφωμήπως

σε σβήσω

Μέχρι να νυχτώσει

πάλι

και να ξαναβγείς.

 

***

Μονόπρακτο

 

Σφιχτές αγκαλιές που σβήνουν

σαν κύκλους που άνοιξες

και ήρθε η ώρα να κλείσουν

 

Τσιγάρο που είναι

στην ανάσα σου

κι όταν δεν καπνίζεις

 

Χαμόγελα που θρυμματίζονται

και χαμογελούν για να κρύψουν

πως δεν υπάρχουν

 

Το σώμα σου μαλακό σα βαμβάκι

σκίστηκε μες σε μια αγκαλιά

που δεν ήξερε να δίνει

κάτω απ’το στήθος μου

που κρύβει την ουλή σου

 

Πήρα τα χέρια σου

και τους έδειχνα την κίνηση

μέχρι να τη μάθουν

Με ‘βλεπες πως το έκανα

που ούτε κι εγώ

δεν ξέρω

πώς το κάνω

 

Μια αγκαλιά αυθόρμητη

που χρειάστηκε να μάθουμε

σαν διάλογο που απομνημονεύουν

στη σκηνή

 

Το σώμα σου χανότανε

στο σώμα μου

που δεν ήξερε να αγγίξει

Μαλακό σα βαμβάκι

κι άκαμπτο σα πέτρα

παραδινόταν σε σπασμούς

που ήταν κάποτε δικοί μου

 

Έξω βρέχει

κι αναρωτήθηκα

πώς σ’αγαπώ

Βλέπω μετά το στόμα σου

το μόνο σημείο

πάνω σου που

δε μπορείνα σβήσει

Κι ας έκλεισαν οι κύκλοι

κι ας φύγαν οι αγκαλιές