Gottfried Benn, «Η Άλωση», 1916 (μετάφραση: Νίκος Βουτυρόπουλος)
2Μαΐ
Μετά από εξάντληση πολλών μηνών κι αδιάκοπες μετακινήσεις –: τη χώρα αυτή θέλω να την κατακτήσω, συλλογίστηκε ο Ρέννε, και στα μάτια του συγκράτησε τη λευκή αναλαμπή του δρόμου, την ψηλάφησε, τη σύγκρινε με τα στρώματα της ατμόσφαιρας, με τον φωτεινό περίβολο ενός σπιτιού, και πρόθυμα τότε υποδέχτηκε τη νύχτα, την ευκρινή συνέχεια του φωτός, στο ψυχρό τελείωμα εκείνης της ανοιξιάτικης μέρας.
Η κατάκτηση ολοκληρώθηκε, μουρμούρισε, πατήσαμε γερά το πόδι μας εδώ. Οι άλλοι κουβαλιούνται τώρα στα σπίτια τους εξουθενωμένοι, μες στα χρώματα, με κορδέλες κόκκινες και κίτρινες, και σημαιάκια στους επενδύτες, αλλά προς το παρόν δεν πρόκειται να μας διώξουν από εδώ. Παρ’ όλα αυτά, ό,τι συνέβη, συνέβη για πρώτη φορά. Μια ξένη γλώσσα, όλα αποπνέουν μίσος και βαδίζουν αργά στον γκρεμό. Θέλω να προχωρήσω βήμα-βήμα εδώ. Αν είναι να γίνει, τότε μόνο εδώ θα το πετύχω.
Ξεκίνησε να περπατάει· γύρω του ακτινοβολούσε η πόλη, θαρρείς όρμησε καταπάνω του, χτισμένη πάνω σε λόφους, με γέφυρες να ενώνουν τα γύρω νησιά, και στεφανωμένη με βοερό διάδημα. Οι δρόμοι της κατέληγαν σε μια κοιλάδα, αφού πρώτα διέσχιζαν τοποθεσίες, ξεχασμένες πια, που είναι στην ίδια θέση εδώ κι αιώνες. Ήταν ανηφορικά, η πόλη έμοιαζε να πέφτει από ψηλά και να βουλιάζει στα πεδινά. Τα τείχη της ξεφύτρωναν μέσα από αμπελώνες.
Διαβάστε περισσότερα








