Λέσβος

Υπάρχει κακία σ’ αυτήν την κουζίνα!

Οι πατάτες τηγανίζονται.

Μου θυμίζει Χόλυγουντ έτσι χωρίς παράθυρα,

με το εκτυφλωτικό φως να αναβοσβήνει σαν φρικτή ημικρανία

και τα σεμνότυφα χαρτάκια απάνω στις πόρτες-

με κουρτίνες θιάσου, σαν κατσαρά μαλλιά μιας χήρας.

Και εγώ, γλυκιά μου, είμαι παθολογική ψεύτρα

και για δες την κόρη μου -με το κεφάλι μπρούμυτα στο πάτωμα,

σαν μικρή μαριονέτα δίχως κλωστές, επιθυμεί να εξαφανιστεί-

είναι σχιζοφρενής,

με πρόσωπο κόκκινο και άσπρο γεμάτο πανικό,

καθώς έχεις στοιβάξει τις γάτες της έξω απ’ το παράθυρο σου

σαν τσιμεντένιο πηγάδι,

όπου εκεί χέζουν και ξερνούν και κλαίνε, δίχως να τις ακούει.

Μου είπες πως δεν την αντέχεις,

πως είναι μπάσταρδο.

Μιλάς εσύ με τα αχτένιστα μαλλιά που θυμίζουν παλιό ράδιο,

που από μέσα του δεν βγαίνει φωνή, παρά μονάχα

κάνει παράσιτα.

Μου είπες πως θα έπρεπε να πνίξω τις γάτες.  Και τη βρωμιά τους!

Μου είπες πως θα έπρεπε να πνίξω την κόρη μου.

Σε ηλικία δέκα χρονών θα κόψει το λαρύγγι της, αν απ’ τα δύο της βράζει από θυμό.

Το άλλο μωρό χαμογελάει, σαν χοντρό σαλιγκάρι,

απάνω στα γυαλισμένα, ρομβικά πλακάκια του πορτοκαλί λινοτάπητα.

Θα μπορούσες να το φας.  Το μωρό αυτό είναι αγόρι.

Μου λες πως ο άντρας σου δεν σου κάνει καλό.

Πως η εβραία του μητέρα παινεύει τον ανδρισμό του σαν μαργαριτάρι.

Εσύ έχεις ένα μωρό, εγώ έχω δύο.

Θα πρέπει να καθίσω απάνω σε ένα βράχο στην Κορνουάλη και να χτενίσω τα μαλλιά μου.

Θα πρέπει να φορέσω τιγρέ παντελόνια και να κάνω δεσμό.

Εμείς πρέπει να γνωριστούμε σε μια άλλη ζωή, απάνω στον αέρα,

εγώ και εσύ.

 

Εντωμεταξύ βρωμάει λίπος και σκατά μωρού.

Νιώθω ναρκωμένη και βαριά από το τελευταίο μου υπνωτικό χάπι.

Ο ατμός του μαγειρέματος, ο ατμός αυτός της κόλασης,

αιωρείται απ’ τα κεφάλια, τα μαλλιά και τα κόκαλα μας,

εμάς, των τοξικά ετερώνυμων.

Σε φωνάζω Ορφανή, ναι, Ορφανή.  Είσαι άρρωστη.

Ο ήλιος σε μολύνει με έλκος και ο αέρας με φυματίωση.

Κάποτε ήσουν όμορφη.

Στην Νέα Υόρκη, στο Χόλυγουντ, οι άντρες σου έλεγαν:

«Εσύ να τελειώσεις;  Αποκλείεται μωρό μου, είσαι σπάνια».

Κι όλο ερμήνευες και ερμήνευες και ερμήνευες για την δόξα.

Ο ανίκανος σου άντρας βγαίνει έξω για καφέ.

Εγώ προσπαθώ να τον κρατήσω στο σπίτι,

επειδή σαν παλιός πόλος απορροφάει τις αστραπές,

τα τοξικά μπάνια και όσα κρατάει ο ουρανός.

Απάνω σ’ αυτόν τον πλαστικό λιθόστρωτο λόφο,

ο άντρας κατρακυλάει το μαστιγωμένο καρότσι. Υπάρχουν μπλε σπίθες.

Οι μπλε σπίθες σκορπίζονται,

σαν χαλαζίας που γίνεται εκατομμύρια κομμάτια.

 

Ω, κόσμημα πολύτιμο!

Εκείνο το βράδυ το φεγγάρι έσερνεαιματηρό πανί,

σαν άρρωστο ζώο, απάνω απ’ τα λιμενικά φώτα.

Και μετά έγινε ξανά φυσιολογικό

τραχύ, μακρινό και άσπρο.

Η λάμψη που φώτιζε την άμμο με κατατρόμαξε.

Εμείς γεμίζαμε τις χούφτες με μεταξένια πετραδάκια,

τα πλάθαμε σαν ζυμάρι, σαν μαυρόασπρα κορμιά,

τα αγαπούσαμε.

Κάποιος σκύλος πλησίασε τον σκυλίσιο άντρα σου

και ο άντρας σου έφυγε μαζί του.

 

 

Τώρα είμαι σιωπηλή,

με χοντρό, χοντρό μίσος

να ανεβαίνει στο λαιμό μου.

Δεν μιλάω.

Μαζεύω τις σκληρές μου πατάτες, σαν να μαζεύω καλά ρούχα,

μαζεύω και τα μωρά,

μαζεύω και τις άρρωστες γάτες.

Εσύ σαν βαζάκι από οξύ,

γεμάτο με αγάπες.  Ξέρεις πολύ καλά ποιον μισείς.

Ο άντρας σου αγκαλιάζει τις αλυσίδες που τον δένουν στην πύλη,

η οποία ανοίγεται προς την θάλασσα

και αυτή εισέρχεται προς τα μέσα ασπρόμαυρη

και ξεχύνεται πάλι πίσω.

Καθημερινώς τον γεμίζεις με κομπλιμέντα, λες και είναι κανάτα

Έχεις εξαντληθεί.

Η φωνή σου κρέμεται στ’ αυτί μου

που χτυπάει και ρουφάει, σαν αιμορουφήχτρα νυχτερίδα.

Τώρα τελείωσε.  Τώρα τελείωσε.

Με κοιτάς απ’ την εξώπορτα,

τραγική παλιόγρια.

«Όλες οι γυναίκες είναι πουτάνες.  Δεν επικοινωνώ μαζί τους».

 

Βλέπω την γλυκιά σου διακόσμηση

και πόσο σε πνίγει, σαν γροθιά μωρού,

ή σαν ανεμώνη, αυτήν την θαλασσινή αγάπη

που είναι και κλέφτρα.

Εγώ ακόμη είμαι ψυχρή.

Σου λέω πως ίσως έρθω ξανά.

Ξέρεις όμως τον λόγο που λέμε ψέματα.

 

Εμείς δεν πρέπει να συναντηθούμε ούτε στον παράδεισο του Ζεν σου.

 

**

 

Lesbos

Viciousness in the kitchen!

The potatoes hiss.

It is all Hollywood, windowless,

The fluorescent light wincing on and off like a terrible migraine,

Coy paper strips for doors

Stage curtains, a widow’s frizz.

And I, love, am a pathological liar,

And my child look at her, face down on the floor,

Little unstrung puppet, kicking to disappear

Why she is schizophrenic,

Her face is red and white, a panic,

You have stuck her kittens outside your window

In a sort of cement well

Where they crap and puke and cry and she can’t hear.

You say you can’t stand her,

The bastard’s a girl.

You who have blown your tubes like a bad radio

Clear of voices and history, the staticky

Noise of the new.

You say I should drown the kittens. Their smell!

You say I should drown my girl.

She’ll cut her throat at ten if she’s mad at two.

The baby smiles, fat snail,

From the polished lozenges of orange linoleum.

You could eat him. He’s a boy.

You say your husband is just no good to you.

His Jew-Mama guards his sweet sex like a pearl.

You have one baby, I have two.

I should sit on a rock off Cornwall and comb my hair.

I should wear tiger pants, I should have an affair.

We should meet in another life, we should meet in air,

Me and you.

 

Meanwhile there’s a stink of fat and baby crap.

I’m doped and thick from my last sleeping pill.

The smog of cooking, the smog of hell

Floats our heads, two venomous opposites,

Our bones, our hair.

I call you Orphan, orphan. You are ill.

The sun gives you ulcers, the wind gives you T.B.

Once you were beautiful.

In New York, in Hollywood, the men said: “Through?

Gee baby, you are rare.”

You acted, acted for the thrill.

The impotent husband slumps out for a coffee.

I try to keep him in,

An old pole for the lightning,

The acid baths, the skyfulsoff of you.

He lumps it down the plastic cobbled hill,

Flogged trolley. The sparks are blue.

The blue sparks spill,

Splitting like quartz into a million bits.

 

 

O jewel! O valuable!

That night the moon

Dragged its blood bag, sick

Animal

Up over the harbor lights.

And then grew normal,

Hard and apart and white.

The scale-sheen on the sand scared me to death.

We kept picking up handfuls, loving it,

Working it like dough, a mulatto body,

The silk grits.

A dog picked up your doggy husband. He went on.

 

 

 

Now I am silent, hate

Up to my neck,

Thick, thick.

I do not speak.

I am packing the hard potatoes like good clothes,

I am packing the babies,

I am packing the sick cats.

O vase of acid,

It is love you are full of. You know who you hate.

He is hugging his ball and chain down by the gate

That opens to the sea

Where it drives in, white and black,

Then spews it back.

Every day you fill him with soul-stuff, like a pitcher.

You are so exhausted.

Your voice my ear-ring,

Flapping and sucking, blood-loving bat.

That is that. That is that.

You peer from the door,

Sad hag. “Every woman’s a whore.

I can’t communicate.”

 

I see your cute decor

Close on you like the fist of a baby

Or an anemone, that sea

Sweetheart, that kleptomaniac.

I am still raw.

I say I may be back.

You know what lies are for.

 

Even in your Zen heaven we shan’t meet.