Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Η. P. Lovecraft, Ποιήματα (μετάφραση: Ευστράτιος Σαρρής)

ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ

Δέκα μίλια ’πὸ τὸ Ἄρκαμ ἔσμειξα τὸ μονοπάτι
ποὺ τῆς Παραλίας Μπόϋντον στεφανώνει τ’ ἀκρογκρέμι,
κι’ ἤλπιζα σιμὰ στὸ δείλι νά ’χω πλέον πατημένη
τὴν κορφὴν ὅπου τὸ Ἴννσμουθ, στὴν κοιλάδα, βλέπει μάτι.

Κάποιο ἱστίο ἐχανόταν πέρα στοῦ πελάου τὰ μέρη,
ἄσπρον ὅσο ἀρχαίων ἀνέμων σκληροὶ χρόνοι θὰ ξασπρίζαν,
μὰ κακό, οἰωνὸ νὰ φέρῃ ὅπου λέξεις δὲν ὡρίζαν,
τὸ λοιπὸν μήτε φωνάζω, μήτε ὕψωσα τὸ χέρι.

Σάλπαρεν ἀπὸ τὸ Ἴννσμουθ! Παληὰ φήμην ἀντηχῶντας
ἐποχῶν νεκρῶν, σβησμένων. Ὅμως νά μ’ ἀμείωτη βιάση
μὲ ζυγών’ ἡ νύχτα, κι’ ἔχω στὸ σημεῖο ἐκεῖνο φτάσει
ποὺ συχνά, τὴν πέρα πόλι, στέκομαι παρατηρῶντας.

Κεῖ καμπαναργιὰ καὶ στέγες – μὰ γιὰ ἰδές! Πῶς ἡ σκοτείνια
σ’ ἀφανῆ στενὰ βουλιάζει, ζοφερὰ ὡσὰν τὸ μνῆμα.

*

ΧΙΜΑΙΡΑ

Μήτε γνωρίζω ἂν κάποτες ὑπῆρξεν – ὁ χαμένος
ἐκεῖνος κόσμος ποὺ ἀχνοπλέει στοῦ Χρόνου τὴν ῥοή –
κι’ ὅμως τόνε θωρῶ συχνά, πορφυρανταριασμένος,
στὰ βύθη ὀνείρου θολεροῦ πῶς ἀχτιδοβολεῖ.

Κεῖ στέκουν πύργοι ἀλλόκοτοι, ποτάμι’ ἀνοίκεια ὁδεύουν,
λαβύρινθ’ εἶν’ μὲ θαύματα, θόλοι ἀχαμνοὶ φωτός,
καὶ κλωναρόπλεχτοι οὐρανοὶ φωτιᾶς, ὅμοια ὡς σαλεύουν
νοσταλγικὰ στὸ σύθαμπο μιᾶς χειμερίας νυκτός.

Τρανοὶ χερσότοποι ὁδηγοῦν σ’ ἔρμες ἀκτὲς βρυώδεις,
ποὺ ἁδρὰ πουλιὰ γυροπετοῦν· λόφο ἀνεμοδαρτὸ
ἕνα χωριὸ κατέχει τον, ἀρχαῖο, λευκοπυργῶδες,
μὲ κωδωνοκρουσίες σπερνὲς ποὺ ἀκόμη ὡς ν’ ἀγροικῶ.

Μήτε γνωρίζω ποιὰ εἶν’ ἡ γῆ – σκιάζομαι νὰ ῥωτήσω
πότε ἢ γιατί κεῖ πάτησα, ἢ πότε θὰ πατήσω.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Spyros Aravanis, Two poems (Translated from the Greek by Yannis Goumas)

Gospel According to S.

 

Counting the triumphant denials

tearing the viscera with a lacent’s precision

bringing  new hopes as future defeats

I walk in the universe.

What we were deprived of is what moves us

towards that side of the moon

with a local low level and raised lips.

O dark root of optimism

how much longer shall you grow in arid soil

ramifying infinity with the illusion of being?

 

A dead armchair is equal to millions of voices

and an extinct torch to thousands of raging photons

yet affection is two letters ahead

and the throne a rustle without the body.

O generation, spiny chicory of erebus

O generation, slain wild beast in the throat of God

O generation, perplexed  and  computerized

mirrored in stagnant waters fayum-like.

 

And where bombarding beehives, there “peace” trumpets forth

and where crystallized limbs, there outflow rivers

of “freedom”

and when on the table “injustice” is slaughtered

the innocent dine on crumbs of righteousness

and when they sound “mercy”

comes caisson disease.

You always dismiss your demon servant

as you affirmed during the war.

 

He who cries “my poor sides!”

will be quelled by the beauty of her bared parts.

And she who mourns for the constellation of Centaur

the splinters of his skin will be  rundoing.

For who can stop a beast pouncing on its prey

and the victim’s desire to be marauded?

Blessed are the hungry and thirsty  for love

and satiated they are.

 

And finally whoever  is humiliated by the pace of a lizard

sunning itself

whoever is still moved by a dewdrop’s will

to hover on the leaf of its fate

whoever still wonders

“Who knows what experience has in store for us?”

he’ll emerge from the kingdom  of heaven

worshipping not knowing what.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Oscar Wilde, “Ο μαθητής” (μετάφραση: Ευστράτιος Σαρρής)

Ὅταν ὁ Νάρκισσος ἀπόθανεν ἡ λιμνοῦλα τῆς εὐφροσύνης του μεταμορφώθη ἀπὸ ποτήριον ὑδάτων γλυκῶν εἰς ποτήριον δακρύων ἁρμυρῶν, καὶ οἱ ὀρειάδες κατέφτασαν θρηνῶντας ἐκ τὸ δασοτόπιν ἵνα τραγουδήσωσιν εἰς τὴν λιμνοῦλα καὶ παρηγορήσωσιν αὐτήν.
Καὶ μόλις ἐννόησαν ὅτ’ ἡ λιμνοῦλα μεταμορφώθη ἀπὸ ποτήριον ὑδάτων γλυκῶν εἰς ποτήριον δακρύων ἁρμυρῶν, ἔλυσαν τὲς πράσινες πλεξοῦδες τῆς κόμης των καὶ ἀναφώνησαν εἰς τὴν λιμνοῦλα καὶ εἶπαν, «Μήτε ἀποροῦμε ὁποὺ ἔχεις γιὰ πρεπὸ νὰ πενθῇς ἐτσιδὰ τὸν Νάρκισσο, τόσον ἔμμορφος ἦτον».

«Καλέ, ἦτον ἔμμορφος ὁ Νάρκισσος;» εἶπεν ἡ λιμνοῦλα.

«Ποιός δύνεται νὰ ἠξεύρῃ το καλύτερ’ ἀπὸ σένα;» ἀποκρίθησαν οἱ ὀρειάδες. «Ἐμᾶς ἀείποτες ἀγνοοῦσε, παρὰ τοῦ λόγου σου ἐγύρευε , κι’ ἔγερνεν ἀπάνω στὲς ὄχθες σου κι’ ἐθωροῦσε κάτω ἐντός σου, κι’ εἰς τὸν καθρέφτη τῶν νερῶν σου καθρεφτίζετον ἡ δική του ἐμμορφιά».

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Alfred Wolfenstein (1883-1945), Ποιήματα (μετάφραση-σημειώσεις: Κώστας Μαντζάκος)

Αστοί

Σαν τρύπες από κόσκινο, και πιο κοντά ακόμα,
στέκουνε τα παράθυρα, δίπλα-δίπλα,τόσο κολλητά
στριμώχνονται τα σπίτια, το ένα στ’ άλλο, στη σειρά,
που κάθε δρόμος πρήστηκε, στραγγαλισμένο πτώμα.

Στο τραμ η μιά μέσα στην άλλη γατζώνει,
όπως κάθονται, σφιχτά, οι δυό σειρές επιβατών,
όπου αμυδρά γυρνούν οι κόρες των ματιών
κι η επιθυμία από μέσα τους φουντώνει.

Οι τοίχοι μας σα δέρμα είναι λεπτοί,
που όταν κλαίω, σκορπάει κι αλλού ο πόνος
κι οι ψίθυροι ηχούνε σαν κραυγές:

Και πόσο βουβός, μεσ’ σε κλειστές σπηλιές,
χωρίς κανείς να τον αγγίξει η να τον δει,
στέκεται ο καθένας μας και νιώθει: μόνος.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Mihail Sadoveanu (Πασκάνι 1880 – Βουκουρέστι 1961). «Ο νυχτοφύλακας» (μτφρ. Δημήτρης Ραυτόπουλος)

 

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΣΑΜΨΩΝ ΤΖΙΤΑ, ο δήμαρχος της μικρής μας πόλης, ένιωθε μεγάλη μοναξιά προχτές το βράδυ. Όταν πια η Λιζαβέτα, η υπηρέτρια, μια γυναίκα ψηλή σα δραγόνος  και αδύνατη σα σανίδα, σήκωσε το σερβίτσιο του δείπνου και σέρβιρε τον καφέ, έμεινε μονάχος και συλλογισμένος μέσα στην έρημη τραπεζαρία. Απ’ το φλιτζάνι του ανέβαινε ένας ανάλαφρος αχνός, όμοιος με διάφανο φάδι αράχνης, αόρατος σχεδόν μέσα στο φως που χάιδευε το κοκκινωπό του πρόσωπο με το βαρύ καλοξυρισμένο σαγόνι. Τα μικρά του ματάκια χωμένα σε βαθιές κόχες έμεναν ακίνητα με το βλέμμα προσηλωμένο ίσια μπροστά του, κάτω από τις φρυδάρες του. Ο κύριος Σαμψών Τζίτα αναλογιζόταν τη μοναξιά του.

«Τι να κάνει για να περάσει την ώρα του κανείς σε μια σιχαμένη κωμόπολη σαν τη δική μας; Ούτε καφενεία, ούτε μπυραρίες, τίποτα. Κατά τις δέκα όλα τα μαγαζιά έχουν κλείσει, ούτε γάτος έξω! Τι θ’ απογίνω σ’ αυτή την ερημιά; Κι αν κάνεις ότι ξεχνιέσαι κάπου κι αργήσεις, βλέπεις και παθαίνεις για να γυρίσεις σπίτι σου. Τρία τέσσερα φανάρια σ’ όλη την πόλη κι αυτά περισσότερο καπνίζουν παρά φωτίζουν. Κι αν ξαφνικά πέσεις μέσ’ στη λάσπη ή σε κάνα λάκκο με νερό;…» Ο κύριος Σαμψών Τζίτα —είν αλήθεια— από καιρό το συλλογιέται πως θα ’πρεπε κάτι να κάνει για την κοινότητά του! Μα πώς; Με τα καθήκοντα και τις έγνοιες που έχει στο κεφάλι του δεν ξέρει, μα την αλήθεια, τι να πρωτοκοιτάξει. Μια δημαρχία έχει ένα σωρό σκοτούρες. Χρειάζεται να ’χεις επιδεξιότητα, να ξέρεις πώς να φερθείς σε τούτονε και σ’ εκείνονε, να ’χεις τα μάτια σου τέσσερα αν εκεί κάτω, στην πρωτεύουσα, το βαρόμετρο δείχνει καταιγίδα ή ξαστεριά. Ε, λοιπόν, ο κύριος Σαμψών ξέρει καλά τον κόσμο του!

Διαβάστε περισσότερα