ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ
Δέκα μίλια ’πὸ τὸ Ἄρκαμ ἔσμειξα τὸ μονοπάτι
ποὺ τῆς Παραλίας Μπόϋντον στεφανώνει τ’ ἀκρογκρέμι,
κι’ ἤλπιζα σιμὰ στὸ δείλι νά ’χω πλέον πατημένη
τὴν κορφὴν ὅπου τὸ Ἴννσμουθ, στὴν κοιλάδα, βλέπει μάτι.
Κάποιο ἱστίο ἐχανόταν πέρα στοῦ πελάου τὰ μέρη,
ἄσπρον ὅσο ἀρχαίων ἀνέμων σκληροὶ χρόνοι θὰ ξασπρίζαν,
μὰ κακό, οἰωνὸ νὰ φέρῃ ὅπου λέξεις δὲν ὡρίζαν,
τὸ λοιπὸν μήτε φωνάζω, μήτε ὕψωσα τὸ χέρι.
Σάλπαρεν ἀπὸ τὸ Ἴννσμουθ! Παληὰ φήμην ἀντηχῶντας
ἐποχῶν νεκρῶν, σβησμένων. Ὅμως νά μ’ ἀμείωτη βιάση
μὲ ζυγών’ ἡ νύχτα, κι’ ἔχω στὸ σημεῖο ἐκεῖνο φτάσει
ποὺ συχνά, τὴν πέρα πόλι, στέκομαι παρατηρῶντας.
Κεῖ καμπαναργιὰ καὶ στέγες – μὰ γιὰ ἰδές! Πῶς ἡ σκοτείνια
σ’ ἀφανῆ στενὰ βουλιάζει, ζοφερὰ ὡσὰν τὸ μνῆμα.
*
ΧΙΜΑΙΡΑ
Μήτε γνωρίζω ἂν κάποτες ὑπῆρξεν – ὁ χαμένος
ἐκεῖνος κόσμος ποὺ ἀχνοπλέει στοῦ Χρόνου τὴν ῥοή –
κι’ ὅμως τόνε θωρῶ συχνά, πορφυρανταριασμένος,
στὰ βύθη ὀνείρου θολεροῦ πῶς ἀχτιδοβολεῖ.
Κεῖ στέκουν πύργοι ἀλλόκοτοι, ποτάμι’ ἀνοίκεια ὁδεύουν,
λαβύρινθ’ εἶν’ μὲ θαύματα, θόλοι ἀχαμνοὶ φωτός,
καὶ κλωναρόπλεχτοι οὐρανοὶ φωτιᾶς, ὅμοια ὡς σαλεύουν
νοσταλγικὰ στὸ σύθαμπο μιᾶς χειμερίας νυκτός.
Τρανοὶ χερσότοποι ὁδηγοῦν σ’ ἔρμες ἀκτὲς βρυώδεις,
ποὺ ἁδρὰ πουλιὰ γυροπετοῦν· λόφο ἀνεμοδαρτὸ
ἕνα χωριὸ κατέχει τον, ἀρχαῖο, λευκοπυργῶδες,
μὲ κωδωνοκρουσίες σπερνὲς ποὺ ἀκόμη ὡς ν’ ἀγροικῶ.
Μήτε γνωρίζω ποιὰ εἶν’ ἡ γῆ – σκιάζομαι νὰ ῥωτήσω
πότε ἢ γιατί κεῖ πάτησα, ἢ πότε θὰ πατήσω.
*
ΕΣΠΕΡΙΝΟ ΑΣΤΡΟ
Τόπος κρυφὸς καὶ γαληνός, τ’ ἀντίκρυσα μέσ’ ἀπὸ ἐκεῖ
ὅπου τὸ δάσος τὸ παληὸ λειβάδι μισοαρπάζει.
Σ’ ὅλες τὲς δόξες τοῦ δειλιοῦ ἀναμεσὶς ν’ αὐγάζῃ –
πρῶτον ἀχνό, μὰ μὲ θωριὰ ποὺ ἀργοδυνάμωνε λαμπρή.
Νύχτα, καὶ τὸ ἔρμο φαροφῶς, μὲ κεχριμπάρινη χροιά,
τὴν ὅρασί μου ἐῤῥέθισεν ὡς μὴ ἄλλοτ’ ἰδωμένο·
τὸ ἄστρο τὸ ἑσπερινό – μὰ χιλιαυγατισμένο
σὰν πειότερο στοιχειωτικὸ μὲς στὴν σιωπή, στὴν μοναξιά.
Χάραξ’ εἰκόνες ξενικὲς ἐπὶ τοῦ τρέμιου ἀέρος –
θύμησες σκόρπιες ποὺ διαρκῶς μοῦ ἐγιόμιζαν τοὺς ὀφθαλμούς –
πύργους καὶ κήπους ἀχανεῖς· πέλαγ’ ἀνοίκεια κι’ οὐρανοὺς
μιᾶς φευγαλέας θολῆς ζωῆς – δὲν ξεύρω νὰ εἴπω μέρος.
Μὰ ξεύρω πειά, οἱ ἀχτῖδες του ποὺ τ’ ἀστροχάη δρομοῦσαν
ἀπ’ τὴν χαμένη, μακρυνή, πατρίδα μου ἐκαλοῦσαν.
*
Ο ΜΙΚΡΟΣ ΣΑΜ ΠΕΡΚΙΝΣ
Ὁ ἀρχαῖος κῆπος μοιάζει ἀπόψ’ ὣς πέρα
βαθύτερη σκοτείνια νὰ βαστᾷ,
σὰν κάποιου σιωπηλοῦ ἥσκιου ἡ φτορὰ
νὰ αἰωρεῖτο γύρω στὸν ἀέρα.
Οἱ χλόες μὲ κρυφὲς λύπες χορεύουν,
ἀνήμπορες πολὺ νὰ εἰποῦνε ποιές –
στὴν μνήμη των φέρνοντας ἀπὸ χτὲς
τὰ πατουσάκια ποὺ τὶς ἀναδεύουν.
(Ὁ μικρὸς Σάμ Πέρκινς ἦταν ἕνας γατούλης.)
*
ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ
Σπίτι παληό, σὲ πτέρυγες μπλεγμένες ἁπλωμένο,
π’ οὐδεὶς ποτὲ μπόρειε ἀκριβῶς νὰ παρακολουθήσῃ,
καὶ σὲ μικρὸ δωμάτιο πρὸς πίσω εἶχ’ ἀπαντήσει
περίεργο παράθυρο, μ’ ἀρχαία πέτρα χτισμένο.
Κεῖ ἔρμος, στὰ μικρᾶτα μου π’ ὄνειρα μ’ ἐπαιδεῦαν,
στῆς μαύρης θολερῆς νυχτιᾶς τὸ κράτος, ἐκινοῦσα·
μ’ ἀλλόκοτην ἀποκοτιὰν ἀραχνοϊστοὺς περνοῦσα
κι’ οἱ ἀπορίες τοῦ θαυμαστοῦ ὁλοὲν μ’ ἐκυριεῦαν.
Σὲ κάποιαν ὕστερη ἐποχὴ μαστόρους εἶχα φέρει
νὰ βρῶ οἱ θολοὶ προγόνοι μου ποιὰ θέα περιφρονῆσαν,
μὰ ὅπως τὴν πέτρα ἐτρύπησαν, ξεσπᾷ μ’ ὁρμὴν ἀγέρι
ἀπ’ τὰ ἐξωγήινα κενὰ ποὺ πέρα χαίνοντα ἦσαν.
Γίναν καπνός – μὰ εἶδα ἐντὸς κι’ ηὗρα ξετυλιγμένον
κάθ’ ἄγριο κόσμο π’ ὄνειρα μοῦ ’χαν ἱστορημένον.
*
ΑΝΤΑΡΚΤΟΣ
Μὲς στ’ ὄνειρό μου ἁδρὸ πουλὶ ἀλλόκοτ’ ἀχνομίλει
γιὰ μαῦρο κῶνο ἀναμεσὶς τῶν πολικῶν ἐρήμων·
μόνος, μουντός, βαριοπατεῖ τοῦ πάγου τ’ ἀντιστύλι,
καὶ ἀγριοβόρια αἰώνια μ’ οὐλὲς κι’ ἀλλοίωσι ντύνουν.
Δῶθε ὄντα δὲν πορεύονται, γέννημα τοῦ πλανήτου,
καὶ μόνον κάτωχρες αὐγὲς κι’ ἥλιοι ξεθωριασμένοι
τὸν βράχο τὸν λακκώδη καῖν, ὅπου τὴν πρωταρχή του
οἱ Παλαιοὶ πολὺ ἀμυδρὰ τὴν εἶχαν μαντεμμένη.
Ματιὰ ἀνθρώπου ἂν ἔβλεπεν, ἁπλῶς θὰ διερωτᾶτο
τί Φύσεως κτίσμα σύνθετον ὁ τύμβος ποὺ ἀγναντεύει·
μὰ τὸ πουλὶ ἀνιστόρησε μέρη ἀχανῆ, ποὺ κάτω
ἀπὸ μιλιοῦ παγόπεπλα γέρνει, κλωσσᾷ, ἐνεδρεύει.
Θέ βόηθα τὸν ὀνειρευτὴ πού ’δε μὲ ὁράματα τρελὰ
σὲ κρυσταλλένια βάραθρα κεῖνα τὰ μάτια τὰ νεκρά.
*
ΟΙ ΓΑΤΕΣ
Βαβελικὲς λιθοδομὲς τὰ οὐράνια πυργαγγίζουν,
φλόγες τῆς ματαιότητος σὲ δῖνες κάτω ἀνάφτουν·
σὲ τοῦβλο, πέτρα, μύκητες φαρμακεροὶ ἀνθίζουν,
λύχνοι ποὺ τρεμοφέγγουνε, νεκρόφωτα ποὺ στράφτουν.
Θηόρατες μαῦρες γέφυρες λιγδοποτάμια στέφουν,
συρματοϊστοὶ ἀπὸ πράγματα ἀνέκφραστα ὑφασμένοι·
βύθη κατακομβῶν ἐξ ὧν τὰ ὁγρὰ χάη παρέχουν
ῥέμματα ζώσας δυσωδιᾶς, στὸν ἥλιο ποὺ πεθαίνει.
Χρώματα καὶ λαμπρότητα, ἀσθένεια καὶ σῆψις,
στριγγλιὲς καὶ κουδουνίσματα, κομφούζιο ἐν παρανοίᾳ,
προσεύχοντ’ ὄχλοι ἐξωτικοὶ εἰς ξένων θεῶν τὶς πίστεις,
συμφύρματα ὅλο κακοσμιὰ φέρνουν στὸ νοῦ ἀσφυξία.
Γατῶν φουσσᾶτα ἀπ’ τὰ στενὰ τὰ νυχτοβραδιασμένα,
στοῦ φεγγαριοῦ τὸ φωταυγὲς γέρνουν λιγνὲς κι’ οὐρλιάζουν,
κραυγάζοντας τὰ μέλλοντα μορφάζουν κολασμένα,
τὸ βάρος τοῦ Πλουτώνιου κι’ ἄλικου ῥούνου κράζουν.
Πύργων τρανῶν, πυραμιδῶν κισσόπλεχτ’ ἡ θανή των,
σὲ δρόμους χορταρόφραχτους βουτᾶνε νυχτερίδες·
γυμνὲς κομμένες γέφυρες, ποτάμια ποὺ ἡ βοή των
φωνὴ δὲν σμείγει ὡς οἱ πλατειὲς τραβιοῦνται πλημμυρίδες.
Στὴν ἀποσκιὰ τοῦ φεγγαριοῦ καμπαναριὰ ἐρειπώνουν,
πλέον σπηλαίων στόμια τὰ βρύα καταφράζουν,
κι’ εἰς τὸ νερό, στὸν ἄνεμον ἀπόκρισιν ὀρθώνουν
μόνον οἱ γάτες οἱ λιγνὲς ποὺ στὴν ἐρμιὰν οὐρλιάζουν!
*
ΣΥΝΟΧΗ
Σὲ κάποι’ ἀρχαῖα πράγματα τὸ ἀχνάρι ἐνυπάρχει
μιανῆς οὐσίας θολερῆς – πέραν μορφῆς καὶ μάζης·
λεπτὸς αἰθήρ, ἀδύνατο μὲ λόγια νὰ ὀνομάζῃς,
μὰ δένεται μὲ κάθε ἀρχὴ στὸν χωροχρόνο ποὺ ἄρχει.
Ἕνα σημάδι συνοχῶν ἀχνῶν, κεκαλυμμένων
ποὺ τὰ ἔξω μάτια δὲν μποροῦν σαφῶς νὰ ξεχωρίζουν·
ἀπὸ διαστάσεις σφαλιστὲς τὸ παρελθὸν ποὺ ὁρμίζουν,
καὶ δίχως μὲ κρυφὰ κλειδιὰ ἄβατον παραμένουν.
Ὡς τὰ λοξὰ ἡλιάχτιδα λάμπουν, πῶς συγκινοῦμαι,
σὲ ὑποστατικὰ παληὰ ποὺ λόφο ἀντιθωρᾶνε,
καὶ βάφουν μὲ ζωὴ μορφὲς ποὺ ἀκίνητες βαστᾶνε
ἐδῶ κι’ αἰῶνες πειὸ ὑλικὲς ἀπ’ ὅσον ἐννοοῦμε.
Στὸ ἀλλόκοτον ἐκεῖνο φῶς νιώθω πὼς δὲν ἀπέχει
ὁ στέρηος ὄγκος ποὺ ὡς πλευρὲς τὶς ἐποχὲς κατέχει.
*
Ο ΚΑΤΟΙΚΟΣ
Ἦτον ἤδη ἀρχαῖο στὴν αὐγὴ τῆς Βαβυλῶνος·
ὑπὸ τοῦ τύμβου ἄγνωστο πόσο καιρὸ ἐκοιμήθη,
μὰ ἐν τέλει ἡ σκαπάνη μας ἔσυρεν ἀπ’ τὴν λήθη
τοὺς γρανιτένιους πλίνθους του κι’ εἶδε τὸ φῶς τοῦ αἰῶνος.
Ἦσαν πλακόστρωτ’ ἀχανῆ καὶ τοῖχοι θεμελίων,
πλάκες σαθρὲς κι’ ἀγάλματα, νὰ δείχνουν λαξεμμένα
κάποιων ἀλλοτινῶν καιρῶν ὄντα παραμυθένια
ποὺ κεῖνται τῆς ἀνθρώπινης μνήμης ἐκτὸς ὁρίων.
Κι’ εἴδαμε λιθινὰ σκαλιὰ κατωφερῆ ν’ ἁπλώνωνται,
μέσῳ πύλης μισόφραγης ἐκ δολομίτου σκαλιστοῦ,
πρὸς κάποιο ἄντρο μελανὸ τοῦ ἀενάου σκοταδιοῦ
ποὺ ἀρχαῖες γραφὲς κι’ ἀρχέγονα μυστήρια συνοφρυώνονται.
Ἀνοίξαμ’ ἕνα πέρασμα – μὰ ἐῤῥίξαμε τρελὸ φευγιὸ
μόλις κάτωθ’ ἀκούσαμε ποδιῶν βαρὺ βηματισμό.









