Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Οι ποιητές της οικογένειας του John Donne (μετάφραση: Κώστας Μαντζάκος)

John Heywood (1497 – 1580)

Περί βιβλίων και τυριών

Σε όλα, δυο πράγματα, που να φαίνοντ’ ένα και το αυτό,
δεν υπάρχουν, γιατί τότε θα ήταν μόνο ένα, αν και δυο.
Ωστόσο, to να διαβάζεις βιβλία και να τρως τυρί,
δεν είναι για κάποιους δυο πράγματα, σαν ένα μοιάζουν πιο πολύ.
Η γεύση ένος τυριού, αν ρωτήσεις δέκα ανθρώπους,
κρίνεται συχνά με δέκα διαφορετικούς τρόπους.
Λέει ο ένας “πολύ αλμυρό”, άλλος “πολύ χλωρό”,
η “για το γούστο μου πολύ σκληρό” η και “πολύ μαλακό”.
“Παραέγινε πικάντικο”, ο ένας λέει, “απ’ την πυτιά”,
“για μένα,” λέει ο άλλος, “δεν είναι νόστιμο αρκετά”,
άλλος πάλι, “όπως πρέπει είναι το τυρί”,
ούτε δύο απ’ τους δέκα δεν συμφωνούν σε κάθε τι.
Κι όπως το τυρί, έτσι και τα βιβλία κρίνουν συχνά,
όποιος παρατήρησε ποτέ, αν το ‘κανε προσεκτικά,
αυτό βλέπει: για κάποιον “το βιβλίο είναι μακροσκελές”,
για τον άλλον “πολύ σύντομο”. “Όχι, τι μου λες”,
ο τρίτος λέει, “είναι τέλειο, καλογραμμένο, το ύφος τόσο γλαφυρό,
που τέτοιο βιβλίο έχει να γραφτεί πάρα πολύ καιρό
κι όπως αλήθειες περιέχει, ασύγκριτα καμωμένο”,
“όλα ψέμματα”, ο τέταρτος, “το βιβλίο είναι υπερτιμημένο”.
Και το βιβλίο και το τυρί, καλό αν είναι η και κακό,
έπαινο κι απαξίωση έχει, και είχε πάντα στον κόσμο αυτό.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Edith Ronsperger (1880-1921), Tέσσερα ποιήματα (μετάφραση-σημειώσεις: Κώστας Μαντζάκος)

I

Αυτό όμως δεν μπορεί να χωρέσει τους καημούς,
που από μένα σε σένα, δρόμος πια κανείς δεν οδηγεί,
που την πόρτα μου προσπερνώντας, θα χαθείς,
σε μακρινούς, άγνωστους δρόμους, σιωπηλούς.

Να’ταν ευχή μου, η μορφή σου για μένα να χλωμιάσει,
όπως η λάμψη του ήλιου, σαν είν’ στα σύννεφα πνιγμένη,
όπως η χαρούμενη εικόνα ενός τοπίου, βυθισμένη
στον ήρεμο καθρέφτη των λιμνών, σαν σκοτεινιάσει;

Τα κουρασμένα δέντρα στάζουν. Πέφτει η βροχή.
Του ήλιου οι ώρες ξεθωριάζουν, σα φύλλωμα ξερό.
Τον εαυτό μου ακόμα δεν έχω βρει στο δρόμο αυτό
και του σκοταδιού του τα βάθη, τα αχανή.

II

Σαν μολύβι, βυθίζεται το σκοτάδι βαρύ
στο νεκρό, μονότονο γκρι,
χρώμα και σχήμα χάνονται εδώ.
Την κουρασμένη σιωπή κανένας ήχος δεν ταράζει,
σαν μαύρος τοίχος το δάσος μοιάζει,
καθώς ορθώνεται μέχρι τον ουρανό.

Η ζωή μου ανέλπιδα σ’ ένα κενό
απλώνεται, πελώριο, ζοφερό.
Τόσο κούφια και -σαν τον τάφο- ψυχρή,
η αναπνοή της νύχτας με φυσάει,
που ένα ρίγος με διαπερνάει,
αχ, να κοιμηθώ, να κοιμηθώ για μια στιγμή.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Τupac Shakur (1971-1996), Ποιήματα (μετάφραση: Δημήτριος Μουζάκης)

ΤΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ ΠΟΥ ΜΕΓΑΛΩΣΕ ΣΤΟ ΤΣΙΜΕΝΤΟ

Άκουσες για το τριαντάφυλλο που μεγάλωσε
από ένα κρακ στο τσιμέντο;
Αποδεικνύοντας ότι ο νόμος της φύσης είναι ισχυρός
έμαθε να περπατά χωρίς πόδια.
Μοιάζει αστείο, όμως κρατώντας τα όνειρά του
έμαθε να αναπνέει φρέσκο αέρα.
Χρόνια πολλά στο τριαντάφυλλο που
μεγάλωσε στο τσιμέντο
όταν ποτέ δε νοιάστηκε κανείς.

ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΗΝ ΠΕΡΗΦΑΝΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΠΑΝΘΗΡΑ;

Μπορείς να δεις την περηφάνια μες στον πάνθηρα
καθώς αυτός μεγαλώνει μες στη δόξα και τη λάμψη
υπερπηδώντας τα εμπόδια που στο δρόμο του μπαίνουν
καθώς αναπτύσσεται η κούρσα του;

Μπορείς να δεις την περηφάνια μες στον πάνθηρα
καθώς φροντίζει μόνος τα μικρά του
ο σπόρος πρέπει μόνος να φυτρώσει
ακόμη κι αν φυτεύτηκε στην πέτρα.

Μπορείς να δεις την περηφάνια μες στους πάνθηρες
καθώς γίνονται ένα
το λουλούδι ανθίζει μεγαλοφυώς
ακτινοβολώντας ισχυρότερα από τις ηλιαχτίδες.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Lope de Vega, Έμμετροι Μονόλογοι από το έργο «Το Σκυλί του Περιβολάρη» (μετάφραση-σημειώσεις: Κώστας Μαντζάκος)

Στο έργο το “Το σκυλί του περιβολάρη”* ο Λόπε ντε Βέγκα ακολουθεί συχνά τη σκηνική σύμβαση του έμμετρου μονολόγου σε μορφή σονέτου, συνήθως πριν την έξοδο, στο τέλος μιάς σκηνής, όταν κορυφώνεται η αγωνία ή εκφράζεται ένα δίλημμα. Η συσσώρευση των μεταφορών στην ποιητικη γλώσσα του μπαρόκ γίνεται εργαλείο ανάδειξης χαρακτήρα. Λίγα λόγια για την υπόθεση:

Η  Ντιάνα είναι μία ευγενής, ερωτευμένη με τον γραμματέα της, Τεόντορο. Δεν τολμάει ούτε στον εαυτό της να το παραδεχτεί, καθώς θα ηταν αδύνατο, για τον κώδικα τιμής της εποχής, μια αριστοκράτισσα να πάρει κάποιον κοινωνικά κατώτερο. Ώσπου μαθαίνει την ύπαρξη μιάς αντιζήλου, της Μαρσέλα, ανάμεσα στις γυναίκες της συνοδείας της, και η ζήλεια την κάνει να συνειδητοποιήσει τον έρωτά της, Έτσι, αρχίζει έμμεσα να τον διεκδικεί , βάζοντας εμπόδια στο γάμο τους, που υποτίθεται υποστηρίζει.

Όπως στο μύθο, που ο σκύλος του περιβολάρη φυλάει τον σταύλο και δεν μπορεί μεν να φάει το σανό, αλλά δεν αφήνει και τα άλλα ζώα να φάνε, που μπορούν, έτσι και η κόμισσα δεν τολμά να διεκδικήσει ανοιχτά τον Τεόντορο, αλλά ούτε και αφήνει άλλην να τον έχει.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

William Butler Yeats, Τρία ποιήματα για την Ιρλανδία (εισαγωγή-μετάφραση: Κώστας Κουτσουρέλης)

Ο Γέητς εκδίδει το πρώτο του βιβλίο, τις Περιπλανήσεις του Ωσίν και άλλα ποιήματα, το 1889 σε ηλικία 24 ετών. Το Έιρε εκείνη την πρώτη διαμορφωτική περίοδο της ζωής του, είναι ένας τόπος καθημαγμένος. Τραγικό τον αποκαλεί ο ίδιος σε ένα ποίημά του του 1891. Η χώρα έχει πίσω της το Drochshaol, την εξαθλίωση που προκάλεσε ο Μεγάλος Λιμός της περιόδου 1845-52 και αγωνίζεται ακόμη κατά των συνεπειών του. Ένας λαός που μετρούσε μέχρι τότε οχτώ εκατομμύρια ανθρώπους, είδε το ένα όγδοο απ’ αυτούς να πεθαίνουν κυριολεκτικά της πείνας ή από τις επιδημίες που η σιτοδεία προκάλεσε, και δυο φορές περισσότερους να παίρνουν τα επόμενα χρόνια τον δρόμο της ξενιτιάς. Η συμφορά που με την ανοχή, αν όχι και τη συνέργεια της κυβέρνησης του Λονδίνου, έπληξε ιδίως τις δυτικές επαρχίες της χώρας, οδήγησε σε αιμορραγία που κράτησε πάνω από έναν αιώνα. Το 1939, χρονιά του θανάτου του ποιητή, η Ιρλανδία έχει μόλις 4 εκατομμύρια κατοίκους, και θα χρειαστεί να περιμένει ώς τη δεκαετία του 1960 ώσπου να δει τον πληθυσμό της κάπως να ανακάμπτει, αν και ποτέ στα προσιτοδικά επίπεδα. Κάποιες πόλεις και χωριά του τόπου ξεκληρίστηκαν εντελώς, έχασαν ώς και τα τρία τέταρτα των κατοίκων τους. Τα κύματα της μαζικής μεταναστεύσης έφεραν πολλούς από αυτούς στις ΗΠΑ, διαμορφώνοντας μια ρωμαλέα ώς σήμερα διασπορά.

Το 1865 όταν γεννιέται ο Γέητς, η Ιρλανδία έχει ήδη πίσω της εφτά περίπου αιώνες σκληρής, συχνά και απάνθρωπης ξενοκρατίας. Η σταδιακή κατάκτηση και ο μερικός αποικισμός των νησιού από τους Άγγλους ξεκινάει τον 12ο αιώνα. Κατά περιόδους παίρνει τη μορφή κανονικού απαρτχάϊντ. Ιδίως μετά τη μεταστροφή της Αγγλίας στον προτεσταντισμό επί Ερρίκου Η΄, η καθολική πλειονότητα των Ιρλανδών αντιμετωπίζεται ώς εχθρός του κράτους, ως πέμπτη φάλαγγα του Βατικανού ή των Γάλλων. Ήδη το 1607 οι «παπικοί» αποκλείονται από τα δημόσια αξιώματα και τον Ιρλανδικό Στρατό. Οι ναοί τους παραδίδονται στους αγγλικανούς, οι ιερείς και επίσκοποί τους διώκονται ή αναγκάζονται να ιερουργούν στα κρυφά, φόροι ειδικοί επιβάλλονται εναντίον τους.

Στην Ανταρσία του 1641 το νησί θα ξεσηκωθεί κατά του Λονδίνου και θα ανακτήσει για ένα χρονικό διάστημα την ελευθερία του. Υπό τον Κρόμγουελ οι Άγγλοι θα αντεπιτεθούν το 1649. Ο Ιρλανδικός Πόλεμος που θα κρατήσει ώς το 1653 και θα επαναθέσει την Ιρλανδία υπό τον έλεγχο του αγγλικού Στέμματος, θα εξουθενώσει τον τόπο. Πλάι στα δεκάδες χιλιάδες θύματα μεταξύ των εμπολέμων, ο επακολουθήσας λιμός και οι επιδημίες θα στοιχίσουν τη ζωή, εκτιμούν οι ιστορικοί, στο ένα τρίτο τουλάχιστον των κατοίκων του.

Η αγγλική κατοχή που θα ακολουθήσει την νίκη του Κρόμγουελ θα είναι βάναυση. Με μια σειρά ειδικών κατασταλτικών νόμων (Penal Laws, Na Péindlíthe στα κελτικά), το Λονδίνο επιζητεί να γονατίσει ηθικά και υλικά την καθολική πλειοψηφία. Ο φιλόσοφος και πολιτικός Έντμουντ Μπεργκ, Αγγλοϊρλανδός ο ίδιος, κάνει λόγο για μια «μηχανή σοφή και περίτεχνη»: «Ποτέ άλλοτε η διεστραμμένη εφευρετικότητα του ανθρώπου δεν επινόησε μηχανή τόσο πρόσφορη για την καταπίεση, την εξαθλίωση και τον ταπείνωση ενός λαού, για τον εξευτελισμό της ίδιας της ανθρώπινης φύσης.»

Προϊόντος του χρόνου οι Ποινικοί Νόμοι κάπως θα ατονίσουν. Οι διακρίσεις όμως εις βάρος του καθολικού πληθυσμού δεν θα πάψουν. Αντιθέτως, τον 19ο αιώνα θα λάβουν χαρακτήρα συστηματικής πολιτισμικής γενοκτονίας. Όπως περιγράφεται εξαιρετικά στον Ξεριζωμό, το περίφημο δράμα του Μπράιαν Φρίελ, οι Άγγλοι με διοικητικά και άλλα μέτρα σταδιακά εξαλείφουν την γαελική γλώσσα. Αν το 1841 ο μισός πληθυσμός του νησιού είναι ιρλανδόφωνος, πενήντα χρόνια αργότερα ούτε ένας στους έξι δεν μιλάει πια τη γλώσσα.

Τα τρία ποιήματα του Γέητς που ανθολογούνται εδώ προέρχονται από τις δύο πρώτες συλλογές του, του 1889 και 1893 αντίστοιχα. Το κόκκινο ρόδο εδώ είναι σύμβολο της Ιρλανδίας και των παθών της ανά τους αιώνες. Το ύφος και η γλώσσα είναι δημώδη, γεμάτα από αναφορές στη ιρλανδική μυθολογία και ιστορία. Ο Γέητς ευθέως κατατάσσει τον εαυτό του στη μακρά χορεία των βάρδων, στην κομπανία των πλανόδιων λαϊκών ποιητών που με το τραγούδι τους παρηγορούν τον λαό και ενισχύουν το φρόνημά του.

Διαβάστε περισσότερα