Ο Γέητς εκδίδει το πρώτο του βιβλίο, τις Περιπλανήσεις του Ωσίν και άλλα ποιήματα, το 1889 σε ηλικία 24 ετών. Το Έιρε εκείνη την πρώτη διαμορφωτική περίοδο της ζωής του, είναι ένας τόπος καθημαγμένος. Τραγικό τον αποκαλεί ο ίδιος σε ένα ποίημά του του 1891. Η χώρα έχει πίσω της το Drochshaol, την εξαθλίωση που προκάλεσε ο Μεγάλος Λιμός της περιόδου 1845-52 και αγωνίζεται ακόμη κατά των συνεπειών του. Ένας λαός που μετρούσε μέχρι τότε οχτώ εκατομμύρια ανθρώπους, είδε το ένα όγδοο απ’ αυτούς να πεθαίνουν κυριολεκτικά της πείνας ή από τις επιδημίες που η σιτοδεία προκάλεσε, και δυο φορές περισσότερους να παίρνουν τα επόμενα χρόνια τον δρόμο της ξενιτιάς. Η συμφορά που με την ανοχή, αν όχι και τη συνέργεια της κυβέρνησης του Λονδίνου, έπληξε ιδίως τις δυτικές επαρχίες της χώρας, οδήγησε σε αιμορραγία που κράτησε πάνω από έναν αιώνα. Το 1939, χρονιά του θανάτου του ποιητή, η Ιρλανδία έχει μόλις 4 εκατομμύρια κατοίκους, και θα χρειαστεί να περιμένει ώς τη δεκαετία του 1960 ώσπου να δει τον πληθυσμό της κάπως να ανακάμπτει, αν και ποτέ στα προσιτοδικά επίπεδα. Κάποιες πόλεις και χωριά του τόπου ξεκληρίστηκαν εντελώς, έχασαν ώς και τα τρία τέταρτα των κατοίκων τους. Τα κύματα της μαζικής μεταναστεύσης έφεραν πολλούς από αυτούς στις ΗΠΑ, διαμορφώνοντας μια ρωμαλέα ώς σήμερα διασπορά.
Το 1865 όταν γεννιέται ο Γέητς, η Ιρλανδία έχει ήδη πίσω της εφτά περίπου αιώνες σκληρής, συχνά και απάνθρωπης ξενοκρατίας. Η σταδιακή κατάκτηση και ο μερικός αποικισμός των νησιού από τους Άγγλους ξεκινάει τον 12ο αιώνα. Κατά περιόδους παίρνει τη μορφή κανονικού απαρτχάϊντ. Ιδίως μετά τη μεταστροφή της Αγγλίας στον προτεσταντισμό επί Ερρίκου Η΄, η καθολική πλειονότητα των Ιρλανδών αντιμετωπίζεται ώς εχθρός του κράτους, ως πέμπτη φάλαγγα του Βατικανού ή των Γάλλων. Ήδη το 1607 οι «παπικοί» αποκλείονται από τα δημόσια αξιώματα και τον Ιρλανδικό Στρατό. Οι ναοί τους παραδίδονται στους αγγλικανούς, οι ιερείς και επίσκοποί τους διώκονται ή αναγκάζονται να ιερουργούν στα κρυφά, φόροι ειδικοί επιβάλλονται εναντίον τους.
Στην Ανταρσία του 1641 το νησί θα ξεσηκωθεί κατά του Λονδίνου και θα ανακτήσει για ένα χρονικό διάστημα την ελευθερία του. Υπό τον Κρόμγουελ οι Άγγλοι θα αντεπιτεθούν το 1649. Ο Ιρλανδικός Πόλεμος που θα κρατήσει ώς το 1653 και θα επαναθέσει την Ιρλανδία υπό τον έλεγχο του αγγλικού Στέμματος, θα εξουθενώσει τον τόπο. Πλάι στα δεκάδες χιλιάδες θύματα μεταξύ των εμπολέμων, ο επακολουθήσας λιμός και οι επιδημίες θα στοιχίσουν τη ζωή, εκτιμούν οι ιστορικοί, στο ένα τρίτο τουλάχιστον των κατοίκων του.
Η αγγλική κατοχή που θα ακολουθήσει την νίκη του Κρόμγουελ θα είναι βάναυση. Με μια σειρά ειδικών κατασταλτικών νόμων (Penal Laws, Na Péindlíthe στα κελτικά), το Λονδίνο επιζητεί να γονατίσει ηθικά και υλικά την καθολική πλειοψηφία. Ο φιλόσοφος και πολιτικός Έντμουντ Μπεργκ, Αγγλοϊρλανδός ο ίδιος, κάνει λόγο για μια «μηχανή σοφή και περίτεχνη»: «Ποτέ άλλοτε η διεστραμμένη εφευρετικότητα του ανθρώπου δεν επινόησε μηχανή τόσο πρόσφορη για την καταπίεση, την εξαθλίωση και τον ταπείνωση ενός λαού, για τον εξευτελισμό της ίδιας της ανθρώπινης φύσης.»
Προϊόντος του χρόνου οι Ποινικοί Νόμοι κάπως θα ατονίσουν. Οι διακρίσεις όμως εις βάρος του καθολικού πληθυσμού δεν θα πάψουν. Αντιθέτως, τον 19ο αιώνα θα λάβουν χαρακτήρα συστηματικής πολιτισμικής γενοκτονίας. Όπως περιγράφεται εξαιρετικά στον Ξεριζωμό, το περίφημο δράμα του Μπράιαν Φρίελ, οι Άγγλοι με διοικητικά και άλλα μέτρα σταδιακά εξαλείφουν την γαελική γλώσσα. Αν το 1841 ο μισός πληθυσμός του νησιού είναι ιρλανδόφωνος, πενήντα χρόνια αργότερα ούτε ένας στους έξι δεν μιλάει πια τη γλώσσα.
Τα τρία ποιήματα του Γέητς που ανθολογούνται εδώ προέρχονται από τις δύο πρώτες συλλογές του, του 1889 και 1893 αντίστοιχα. Το κόκκινο ρόδο εδώ είναι σύμβολο της Ιρλανδίας και των παθών της ανά τους αιώνες. Το ύφος και η γλώσσα είναι δημώδη, γεμάτα από αναφορές στη ιρλανδική μυθολογία και ιστορία. Ο Γέητς ευθέως κατατάσσει τον εαυτό του στη μακρά χορεία των βάρδων, στην κομπανία των πλανόδιων λαϊκών ποιητών που με το τραγούδι τους παρηγορούν τον λαό και ενισχύουν το φρόνημά του.
ΣΤΟ ΡΟΔΟ ΠΟΥ ΤΟ ΣΤΑΥΡΩΣΕ Ο ΚΑΙΡΟΣ
Ρόδο άλικο, Ρόδο άτρομο, Ρόδο για με πικρό!
Έλα κοντά μου τους παλιούς θρύλους σου να ιστορήσω:
πώς ο ήρωας ο Κούχουλαιν πάλεψε με το κύμα
κι ένας δρυΐδης πολιός τύλιξε έναν καιρό
τον Φέργκους μες σ’ οράματα κι ανείπωτα δεινά,
και πώς τη θλίψη σου υμνωδούν αιώνες τώρα τ’ άστρα
υφαίνοντας μια μοναχή κι ύψιστη μελωδία
καθώς χορεύουν στον αφρό με πέδιλα αργυρά.
Έλα κοντά μου, ανέβλεψα απ’ τη μοίρα, είδα το φως,
κάτω απ’ του μίσους τα κλωνιά και της αγάπης βρήκα
σ’ ό,τι μικρό, σ’ ό,τι φτωχό και σε λιγόζωο ό,τι
το κάλλος το παντοτινό που πάντα τρέχει εμπρός.
Έλα κοντά, έλα κοντά, έλα κοντά – μα αν θες
άσ’ μου και τόπο, αχ, την πνοή του ρόδου ν’ ανασαίνω!
Μήπως και πάψω τις κοινές ν’ ακούω τις λαχτάρες:
του σκουληκιού του αδύναμου στις σκουληκοφωλιές,
του πόντικα των χωραφιών που τρέχει βιαστικός,
και τις ελπίδες τις θνητές που κουρασμένες σβήνουν·
και μάθω εγώ τα θαυμαστά τα λόγια που ο θεός
είπε στις φωτεινές καρδιές όσων έχουν πεθάνει
κι αυτήν την σ’ όλους άγνωστη γλώσσα να τραγουδώ.
Έλα κοντά· τι θα ’θελα, η ώρα μου πριν έρθει,
το Έιρε να ψάλλω το παλιό και τους αρχαίους του θρύλους:
Ρόδο άλικο, Ρόδο άτρομο, Ρόδο για με πικρό!
~.~
ΑΦΙΕΡΩΣΗ ΣΕ ΜΙΑ AΝΘΟΛΟΓΙΑ ΙΡΛΑΝΔΩΝ ΠΕΖΟΓΡΑΦΩΝ
Ήτανε μια χλωρόβεργα, ένα κλωνί με σείστρα,
τότε που το Έιρε τ’ όριζε το τραγικό ο λαός του·
στ’ αυτιά έχυνε του καθενός νεράιδας γαλήνη,
γλύκα δρυΐδη στοργική ο χλοερός ο αχός του.
Ξεχνούσε στ’ άκουσμα ο ζευγάς τ’ αργά καματερά του,
ξεμάθαινε ο πραματευτής παγαποντιές και δόλους,
σβήναν στον ύπνο η χλαλοή κι οι βρόντοι του πολέμου:
κι όλοι σ’ εκείνους τους καιρούς ζούσαν σαν φίλοι μ’ όλους.
Εξόριστοι, αχ, που τις στεριές, τις θάλασσες γυρνάτε
κι ακούραστα δουλεύετε για την Ημέρα εκείνη
τη Θλίψη την προγονική που θα ’ρθει για να θάψει,
ένα κλωνί τέτοιο κι εγώ σας φέρνω όλο γαλήνη.
Από τα δέντρα το ’κοψα που τά ’σκισαν οι ανέμοι
όταν του θέρους οι χυμοί είχανε πια στεγνώσει!
Από του Έιρε το ’κοψα τ’ άκαρπα στέρφα δάση,
τον τόπο όπου έχουν σταυρωθεί και υποφέρει τόσοι,
όπου είναι τόσοι οι άμοιροι, τόσοι οι τυραννισμένοι
που η αγάπη αυτούς τους προσπερνά: το γέλιο γύρω σπέρνουν
τα σείστρα τα χαρούμενα, τρυπούν την αραχνάδα,
μα τα λυπητερά χαρά καλύτερη μας φέρνουν.
Χαρούμενα ή λυπητερά, σε μέρη σε γυρίζουν
μισολησμονημένα, αγνά, πίσω σ’ αρχαίους αιώνες:
κανένα αχνάρι η πίκρα μας εμάς δεν έχει αφήσει
στoυ Κοννεμάρα τις κορφές, στου Μάνστερ τους λειμώνες.
~.~
ΣΤΗΝ ΙΡΛΑΝΔΙΑ ΤΩΝ ΜΕΛΛΟΥΜΕΝΩΝ ΚΑΙΡΩΝ
Να ξέρεις ότι αληθινός
του Θιάσου είμαι κι εγώ αδελφός
που ν’ απαλύνει τα δεινά
της Ιρλανδίας τραγουδά·
ο στίχος μου δεν υστερεί.
Του Ρόδου του άλικου οι βλαστοί,
που απ’ των αγγέλων τις γενιές
έχουνε ρίζες πιο βαθιές,
μες στις σελίδες μου θροούν.
Της γης μας τον σφυγμό μετρούν
από του Χρόνου την αρχή
των τραγουδιών μας οι σκοποί·
κι όλους του ο Χρόνος τούς δαυλούς
τους άναψε μόνο γι’ αυτούς·
κι άμποτε εδώ αναπαημό
νά βρει το ιρλανδικό μυαλό.
Κι ούτε υστερώ εγώ απ’ αυτόν
τον Ντέηβις ή τον Φέργκιουσον·
γιατί άμα το καλοσκεφτείς
στίχους δεν έχει άλλος κανείς
για πράγματα τόσο βαθιά,
κι έξω απ’ τα σώματα τ’ απτά.
Από στοιχειά και ξωτικιές
βρίθουν ετούτες οι γραμμές,
φυσούν και μαίνονται παντού,
τον άμετρο αγνοούν τον νου·
μα ο μετρημένος νους μπορεί
στα μάτια τους να κοιταχθεί
και να διακρίνει, δίπλα τους,
του άλικου Ρόδου τους βλαστούς.
Α φεγγαρόλουστες ξωθιές,
δρυΐδων τόποι και φωνές!
Για σας θα γράφω όσο μπορώ,
αγάπες κι όνειρά μου, εγώ.
Από τη γέννα ώς τη θανή
ένα βλεφάρισμα η ζωή·
φως σ’ όσα τραγουδάμε εμείς
ο Χρόνος χύνει ο μετρητής
κι όλα όσα έρχονται και παν
κι απ’ το τραπέζι μου περνάν
μέσα στην έκσταση ας χαθούν,
στη φάουσα αλήθεια ας ξοδευτούν
που αγάπες κι όνειρα αψηφά·
αθόρυβα ο Θεός περνά.
Στίχους σού αφήνω της καρδιάς·
με την καρδιά, μην το ξεχνάς
στους που θα ’ρθουν θολούς καιρούς,
είδα του Ρόδου τους βλαστούς.









