Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Ακαδημία Ποιείν, Μεταφραστικό Εργαστήρι, Νέοι Ποιητές

Oυίλιαμ Mπάτλερ Γέητς: Oι Iστορίες του Kόκκινου Xάνραχαν, Eκδόσεις Eρατώ, 2007 (Mετάφραση: Mιχάλης Παπαντωνόπουλος)

180px-yeats.jpg
Κάποτε ο Χάνραχαν ταξίδευε προς τον Βορρά, προσφέροντας κάθε τόσο την βοήθειά του σε κάποιον αγρότη κατά την πλέον επιβαρυμένη με γεωργικές εργασίες περίοδο του έτους· κι ακόμη: διηγείτο τις ιστορίες του και μοιραζόταν τα τραγούδια του σε αγρυπνίες νεκρών και γάμους.
Μια μέρα συνάντησε κατά τύχη, στον δρόμο του για το Κολούνει,_ κάποια Μάργκαρετ —Ρούνει, μία γυναίκα που γνώριζε από το Μούνστερ, όταν ήταν νέος, και η οποία δεν έχαιρε και της καλύτερης φήμης εκείνον τον καιρό· οι λυσσαλέες προσπάθειες που κατέβαλε ο ιερέας για να την εκδιώξει από την περιοχή, την ανάγκασαν εν τέλει να αυτοεξοριστεί. Ο Χάνραχαν την αναγνώρισε από την περπατησιά και από το χρώμα των ματιών της καθώς και από τον τρόπο που έπιανε πίσω τα μαλλιά της, φεύγοντάς τα από το πρόσωπο, με το αριστερό χέρι. –περιφερόταν, του είπε, από τόπο σε τόπο πουλώντας ρέγκες και άλλα ψαρικά, και τώρα επέστρεφε στο Σλάιγκο,_ στο σπίτι της στο Μπάροου,⁴ όπου συγκατοικούσε με μιαν άλλη γυναίκα, την Μαίρη Γκίλις, η οποία είχε υποφέρει στο παρελθόν σχεδόν την ίδια ιστορία με εκείνη και του είπε πως θα της έδινε ιδιαίτερη χαρά αν ερχόταν να μείνει στο σπίτι μαζί τους και μοιραζόταν τα τραγούδια του με τους μπάκαχς και τους τυφλούς και τους βιολιστές του Μπάροου. Και του είπε πως τον θυμόταν καλά και πώς έτρεφε για αυτόν –παλιά– κάποιαν ερωτική επιθυμία· όσο για την Μαίρη Γκίλις, συχνά σιγοψιθύριζε κάποια τραγούδια του από μνήμης, και συνεπώς δεν θα έπρεπε να φοβάται μην τύχει κακής μεταχείρισης· και ακόμη, όλοι οι μπάκαχς και οι φτωχοί μόλις τον άκουγαν θα του εξασφάλιζαν ένα μερίδιο από τα κέρδη τους –όσον καιρό θα έμενε κοντά τους– για τις ιστορίες και τα τραγούδια του και συνάμα θα φρόντιζαν να εξαπλωθεί η φήμη του ονόματος του σε όλες τις κοινότητες της Ιρλανδίας.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Francois Villon (1431 ή 1432-1463)- Θάνος Μικρούτσικος, Στον τόπο μου είμαι τέλεια ξένος…(μτφ. Σπύρος Σκιαδαρέσης)

180px-francois_villon_1489.jpg

Μπαλάντα του ποιητικού διαγωνισμού του Μπλουά

Πλάι στην βρύση παθαίνω διψασμένος
Καίω σα φωτιά και τρεμοτουρτουρώ
Στον τόπο μου ενώ ζω, είμαι τέλεια ξένος
Κοντά στη στιά τα δόντια κουρταλώ.
Σα σκούληκας γυμνός στολή φορώ
Γελώντας κλαίω χωρίς ελπίδα πια
κουράγιο παίρνω απ’ την απελπισιά
Χαίρουμαι, κι όμως δεν έχω χαρές ·
Θεριό είμαι δίχως δύναμη καμιά·
Καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές.

Στ’ αβέβαιο πάντα βρίσκω τ’ ορισμένως ·
Το ξάστερο το βλέπω σκοτεινό·
Διστάζω για ό,τι πλέρια είμαι πεισμένος ·
Για κάθε ξαφνικό φιλοσοφώ.
Κερδίζω, και χαμένος θε να βγω ·
Όταν χαράζει, λέω «Καλή νυχτιά!»
Ξαπλώνω, λέω: «θα φάω καμιά βροντιά!»
Είμαι πλούσιος κι όλο έχω αδεκαριές ·
Μαγκούφης, καρτερώ κληρονομιά ·
Καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Τζακ Κέρουακ, “Ποιήματα”, εισαγωγή-επιλογή-μετάφραση:Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Ηριδανός,

jkstamp2.gif

2ο Χορικό
Κάποια μέρα θα είσαι ξαπλωμενος
εκεί σε μια ωραία έκσταση
και ξαφνικά ένα ζεστό
πινέλο με σαπούνι θα
απλωθεί πάνω στο πρόσωπό σου
-θα είναι απρόσδεκτο
-κάποια μέρα ο
νεκροθάφτης θα σε ξυρίσει

Αυτά τα ποιήματα σχεδόν τα ονομάζω
Μπλουζ του Πορτοφολά
Γιατί είναι η αποστήθιση
από μνήμης
παλαιότερων ποιημάτων
που μου τα έκλεψαν
κ λ ε φ τ ε ς δ ώ δ ε κ α

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, Romancero Gitano, Μια παράσταση

picture0001.jpg

Η καλόγρια η μικρή

Βουνά και σύγνεφα μακριά
σ όλα α γύρω σιγαλιά
τα λιόφυτα γαληνεμένα
και τα σπιτάκια ασβεστωμένα

σ ένα αχερόχρωμο πανί
κεντάει η καλόγρια η μικρή
αχου τι όμορφα κεντάει
το χεράκι της πως πάει

Βάνει πουλιά βάνει δεντρά
βάνει και τα άστρα τα χρυσά
βάνει στις τέσσερις τις κόγχες
τέσσερις αγριομολόχες

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Umberto Saba, 50 χρόνια από τον θάνατό του (απόδοση: Σωτήρης Παστάκας)

umberto-saba-01.jpg

Eυγνωμοσύνη

Ένας χρόνος που αυτή την εποχή ήμουν στη Ρώμη.
Είχα τη Ρώμη και την ευτυχία.
Τη μια γευόμουνα ελεύθερα, την άλλη
στα κρυφά, το κακό μάτι να ξορκίσω
Μα όλα
με ήθελαν μακάριο όλες τις ώρες.
Κι ενός δημιουργού Θεού η σκέψη μου ήταν.

Το Μιλάνο κάτω απ’ το χιόνι είναι πιο θλιβερό,
ίσως πιο όμορφο. Πολλά πέρασα,
που μέσα μου ακόμη ζουν,
σ’ αυτήν την ανθρώπινη κι οδυνηρή πολιτεία
Καταφεύγω στη θαλπωρή της κουζίνας’ ένας συγγενής
που ξαναβρίσκω και χάνω, σηκώνει τα μάτια
και τη φωνή απ’ τα δύσκολα τετράδια
Βλέπει τα λευκά λουλούδια’ βλέπει τη μάνα του,
σκυμμένη με τις ασχολίες της. Και λέει
στρέφοντας το φαιδρό του πρόσωπο σε κείνη: “Mητερούλα,
σαν ξεμυτήσεις θα σε φιλήσει το χιόνι”.

Κι η καρδιά δέχεται εκείνο το φιλί.

Διαβάστε περισσότερα