picture0001.jpg

Η καλόγρια η μικρή

Βουνά και σύγνεφα μακριά
σ όλα α γύρω σιγαλιά
τα λιόφυτα γαληνεμένα
και τα σπιτάκια ασβεστωμένα

σ ένα αχερόχρωμο πανί
κεντάει η καλόγρια η μικρή
αχου τι όμορφα κεντάει
το χεράκι της πως πάει

Βάνει πουλιά βάνει δεντρά
βάνει και τα άστρα τα χρυσά
βάνει στις τέσσερις τις κόγχες
τέσσερις αγριομολόχες

Σ ένα αχερόχρωμο πανί
κεντάει η καλόγρια η μικρή
μα κάπου- κάπου αναστενάζει
και κάτι με το νου της βάζει

Λίγο το χέρι σταματά
μες τον αέρα και κοιτά
στα μάτια της πʼ ανοιγοκλειούν
δυο καβαλάρηδες περνούν

Κιʼ ύστερα πάλι στο πανί
ξεσπάει η καλόγρια η μικρή
τι ποτάμια τι χορτάρια
τι ʽλιοτρόπια τι φεγγάρια

πλάσματα της αρεσιάς της
της ονειροφαντασιάς της

Η Παντέρμη

Σκάβουν το χώμα οι πετεινοί
σκάβουν ζητώντας την αυγή
την ώρα που απ’ τα σκοτεινά
βγαίνει η Παντέρμη και γυρνά

Μαύρη μαυρίλα είν’ η ψυχή της
κι ωχρό μπακίρι το πετσί της
τα στήθια της ωσάν τ’ αμόνια
που τα χτυπούν χωρίς συμπόνια

-Παντέρμη τι ζητάς εδώ
μόνη σου δίχως σύντροφο;

-Κι αν είναι κάτι να ζητώ
πε μου σε γνοιάζει εσένανε;
Ζητάω κείνο που ζητώ
ζητάω την ίδια εμένανε

-Παντέρμη πες ποιος ο καημός σου
ποιος ο αγιάτρευτος καημός σου;

-Ποιος ο καημός μου; Μαύρη πίσσα
‘γίνη η λινή μου η πουκαμίσα
και μες στο σπίτι σαν τρελή
σούρνω το ξέπλεκο μαλλί

-Παντέρμη λούσε το κορμί σου
λούσ’ το χελιδονονερό
κι άσε Κυρά μου την ψυχή σου
ασ’ τηνε να ‘βρει αναπαμό

Άχου τσιγγάνικες ψυχές
όλο κρυφές νεροσυρμές
πίκρες μαζί και θάματα
στα μακρινά χαράματα.


Ο Αντώνιο Τόρρες Χερέντια

Εκεί στης ακροποταμιάς
το μονοπάτι περπατάει
κρατώντας βέργα λυγαριάς
και στη Σεβίλλια πάει

τα κατσαρά του γυαλλιστά
πέφτουν στα μάτια του μπροστά
στην όψη του είναι μελαψός
από του φεγγαριού το φως

Κάποτε λίγο σταματά
κόβει λεμόνια στρογγυλά
τα ρίχνει του νερού να στρωσει
και να το χρυσαφώσει

εκεί στης ακροποταμιάς
το μονοπάτι να!τον φτάνουν
κάτω απ τα κλώνια μιας φτελιάς
χωροφυλάκοι και τον πιάνουν

Από βραδύς η ώρα οκτώ
τον σέρνουν σε κελί μικρό
απόξω κάθονται φυλάνε
πίνουν ρακί και βλαστημάνε

Κάποτε λίγο σταματά
κόβει λεμόνια στρογγυλά
τα ρίχνει του νερού να στρωσει
και να το χρυσαφώσει

Μετάφραση: Οδυσσέας Ελύτης