Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Oskar Kokoschka, «Αγόρια που ονειρεύονται» (μετφρ.: Νίκος Βουτυρόπουλος)

`

ψαράκι κόκκινο/κόκκινο ψαράκι,
με τρίκοπο σε καρφώνω μαχαιράκι/
με τα χέρια μου στα δυο σε σχίζω/
τους σιωπηλούς σου κύκλους τερματίζω/
ψαράκι κόκκινο/κόκκινο ψαράκι/
κόκκινο κρατάω μαχαιράκι/
κόκκινα έχω δαχτυλάκια/ στη γαβάθα
βυθισμένο είναι ένα νεκρό ψαράκι/

έγειρα και ονειρεύτηκα/
πολλά ανοίγματα έχει το πεπρωμένο/
στέκομαι και περιμένω πλάι σʼ ένα
περουβιανό λίθινο δέντρο/
με πολυδάχτυλα φυλλοβόλα κλαδιά που
απλώνονται σα φοβισμένα χέρια κι έχουν
για δάχτυλα λεπτές κίτρινες φιγούρες/ ακουμπώντας
σε ανθισμένους θάμνους με αστέρια όπως ακριβώς οι τυφλοί/
δίχως να μπορεί να ταράξει τα βουβά ζώα/
κάποια φωτεινή γραμμή από αστρολούλουδα
που πέφτουν και διαλύονται στη σκοτεινή ατμόσφαιρα/
ματωμένες μαινάδες/ βγαίνουν τέσσερις-πέντε στη σειρά
μέσα από πράσινα δάση που ανασαίνουν γύρω από λίμνες/
όπου βρέχει ακόμα/ και σέρνονται μακριά/
κύματα χτυπιούνται πάνω απʼ τα δάση και ορμούν
μέσα από αμέτρητα κλαδιά δίχως ρίζες/
με κόκκινους ανθούς/ μοιάζουν με μαλλιά
που επιπλέουν στη θάλασσα/ από εκεί
τα πράσινα κύματα ανακατεύονται/
και η φριχτή θάλασσα των ανθρωποφάγων
αφρόψαρων/ αγκαλιάζει τη γεμάτη γαλέρα/
στα κατάρτια ψηλά αιωρούνται κλουβιά
με μικρά γαλάζια πουλιά/ τραβά τα σιδερένια
δεσμά και χορεύει μαζί τους μες στους τυφώνες,
ενώ υψώνονται απʼ τα μανιασμένα νερά
σα φαντάσματα φιδιών υδάτινες κολόνες/
πλάι σου είμαι και βλέπω το χέρι σου να λυγίζει
ακούγοντας μια ιστορία/ που τελειώνει
καθώς πας να την αγγίξεις/ πίσω απʼ τις λέξεις/
και βλέπω ζωγραφιές/ και χαίρομαι/ που μου μοιάζεις/
για τον τρόπο που μου μοιάζεις/ μην έρχεσαι πιο κοντά/
απλά μείνε σπίτι μου και εγώ θα περιμένω να δω
το παιδικό τρέμουλο στους ώμους σου/ όπως μιλάς
δίχως λέξεις για μένα/

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Roberto Juarroz, Πέντε Ποιήματα (Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής)

Η ΑΚΑΤΑΠΑΥΣΤΗ ΠΑΛΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΟΝΤΑ

Η ακατάπαυστη πάλη ανάμεσα σε δύο όντα
είναι η πρώτη συνθήκη του είναι.

Είμαι ρόδο σημαίνει μάχομαι άλλο ρόδο,
ορατό ή αόρατο,
μάχομαι όλα τα ρόδα.
Και κάτι περισσότερο ακόμα:
σημαίνει μάχομαι ό,τι δεν είναι ρόδο.
Και κάτι ακόμα περισσότερο:
σημαίνει μάχομαι την ίδια του την απουσία ρόδου.

Η σκανδαλώδης πάλη
ανάμεσα σε δύο όντα που αγαπώνται
είναι πρόδηλη κατάφαση του είναι.
Του έρωτα η ήττα
ο θρίαμβος του είναι.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

John Ashbery, «Και τα Αστέρια Έλαμπαν», (μετφρ. -επίμετρο: Στάθης Λειβαδάς)

`

Ι

Ήταν το ηλιοστάσιο, και σκαρφάλωνε πάνω σου
σαν φιλικός σκύλος.
Τα αστέρια ήταν ακόμα έξω στο σεργιάνι
και οι παιδικές πόρνες παζαρεύονταν,
οι μόνες χαρούμενες, έχοντας μάθει το φορτίο της θλίψης
και δεν ρισκάρουν να το δώσουν
για ένα τραγούδι ή ένα μπαλόνι.
Τα χριστουγεννιάτικα στολίδια τσαλακωμένα στα γραφεία
από υπάλληλους καταχωνιασμένους
στα τερματικά τους βίντεο,
και η απόγνωση έφερε την αποξένωση στα ορφανοτροφεία
όπου ο καφές φιλτράρεται αιώνια, και ο Θεός δεν είναι ελαφριός
αλλά Θεός, τόσο μυστήριος με τον εαυτό του
όσο και μείς σʼ Αυτόν.

Πες ότι κάποια μέρα οι γιρλάντες ξεκόλλησαν
στην απαλή φρεσκάδα ενός μπάτη,
ότι περίεργοι γλάροι ταξίδεψαν από μακριά
για να επιβεβαιώσουν ότι τίποτα δεν πήρε
παραπάνω απʼ το μερτικό του σε βότσαλα,
και η τρυπημένη κάνουλα ξαφνικά έπαψε να στάζει:
Ήταν μέρα, στο κάτω-κάτω. Ένα απʼ αυτά τα πράγματα
όπως το μάκρος του ύπνου, η κάλτσα μιας γυναίκας
πού τα βάζεις και τα ισιώνεις
και γίνονται μια αναφορά της ζωής σου και
– εδώ είναι πού περιπλέκεται –
των ζωών τόσων άλλων επίσης
πού δεν αξίζει να διακρίνεις, ακόμα λιγότερο να διαβάσεις,
τα καπελωμένα τσιτάτα πού διαμεσολάβησαν
τις αλλαγές των δεκαετιών, ατελείωτα, σαν επιθετικά φαιοφύκη,
και ό,τι παίρνει για να είσαι βλάκας
πιθανότατα δεν είναι αυτό πού σε έσωσε
εγκαίρως για να ʼσαι εδώ,
αλλάζοντας δυο λεωφορεία,
και μετά, όταν σʼ έστειλαν στη γωνιά σου
να γλείψεις τις πληγές σου ανακάλυψες
ότι σού αρέσει το γλείψιμο
τόσο πού το πρόσθεσες στο ρεπερτόριο
των παρανοϊκών σου χειρονομιών,
ήσυχος ότι ο ύπνος θα τιμωρήσει τους απέξω
ακόμα κιʼ αν σʼ έσωσε από το αίνιγμα του χορού,
μια παλιά φωτιά, σκέψη πού έσβησε,
πού τώρα καίει στη σόμπα,
και αυτοστιγμής καταλαβαίνουμε
ότι είμαστε ελεύθεροι να φεύγουμε
και συνεχώς να γυρνάμε.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Cresenzio Sangiglio, “Εισαγωγή στον Montale” (μετάφραση: Μαρία Σπυριδοπούλου και σπουδαστές του ΕΚΕΜΕΛ)

Κρεσέντζιο Σαντζίλιο

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟΝ ΜΟΝΤΑΛΕ*

1.Δε χωρά καμιά αμφιβολία πως στην ιταλική ποιητική σκηνή του εικοστού αιώνα το έργο του Εουτζένιο Μοντάλε καταλαμβάνει προεξάρχουσα θέση. Κατά συνέπεια, δε θα μπορούσαμε με κανέναν τρόπο να το αγνοήσουμε, εφόσον από πολλές απόψεις εκπροσωπεί την επιτομή ενός φιλοσοφικού-λογοτεχνικού μωσαϊκού σχεδόν μισού αιώνα.
Η πνευματική διαμόρφωση του Μοντάλε σφραγίζεται από την αποδοχή εκ μέρους του ιδεαλισμού αρχικά του Τζοβάνι Τζεντίλε, τον οποίο εντούτοις δεν αφομοίωσε πλήρως, και κατόπιν του Μπενεντέτο Κρότσε, τα κύρια γνωρίσματα του οποίου ο ποιητής φιλοδοξούσε να υιοθετήσει, αν και με τρόπο αποσπασματικό και τελικά ελάχιστα αποτελεσματικό, καθότι ταλανιζόταν από άλλες παρορμήσεις, πιο επιτακτικές και απτές. Σε κάθε περίπτωση, μεγαλύτερη επιρροή φαίνεται να έχει δεχτεί από τη θεωρία της ενόρασης του Ανρί Μπερξόν, και ιδίως από την ενδεχομενικότητα του Εμίλ Μπουτρού, τα συμπεράσματα του οποίου στα χρόνια που προηγήθηκαν του Πρώτου Παγκόσμιου πολέμου συζητήθηκαν και διαδόθηκαν ευρέως.
Ο Μοντάλε μολονότι δε συγκαταλέγεται στους πολυγραφότερους ποιητές, αντιπροσωπεύει μια από τις σπουδαιότερες στιγμές στην παγκόσμια ποίηση του εικοστού αιώνα.
Μπόρεσε εξαρχής να ανακαλύψει και να επεξεργαστεί τη βασική του θεματολογία, στην οποία επρόκειτο να παραμείνει πιστός και τα επόμενα χρόνια. Υπό αυτή την έννοια, η ποίησή του δομείται και εξελίσσεται με ιδιαίτερα ενιαίο τρόπο, χάρη στη συνέπεια μιας συγκεκριμένης διαδρομής ιδεών.
Από το σύνολο του ποιητικού του έργου ουσιαστικά ξεχωρίζουν τρεις συλλογές, οι οποίες παρουσιάζουν και τη μεγαλύτερη αξία και ενδιαφέρον: Κόκαλα Σουπιάς (1925), Ευκαιρίες (1939), Η Μπόρα και Άλλα Ποιήματα (1956). Η διαδρομή τους απηχεί την πορεία του ανθρώπου στη διάρκεια μιας ταραχώδους ιστορικής περιόδου, που εκτείνεται από την εγκαθίδρυση του φασιστικού καθεστώτος (1922) μέχρι το λεγόμενο ιταλικό οικονομικό θαύμα (1955-1960).
Στα Κόκαλα Σουπιάς κυριαρχεί η ιδέα ενός κόσμου βυθισμένου σε μια αίσθηση αναπόφευκτης και αβάσταχτης ήττας, από την οποία πηγάζει η οδύνη ως πρωταρχικό θέμα στοχασμού και ως εσώτερος δεσμός με την ύπαρξη. Έπειτα, σε υπαρξιακό επίπεδο, ολοκληρώνεται αμετάκλητα η τραγωδία, αφήνοντας σημάδια που δε θα φύγουν ποτέ.
Ακολούθως, και ως λογική συνεπαγωγή, παγιώνεται η σκέψη και το μοτίβο της «κοσμικής ήττας», η οποία συνδέεται με εμβληματικό τρόπο με την τελική μορφή των «απορριγμάτων» και της «σκωρίας», και το ανάλογο συναίσθημα της «απόρριψης» σε ένα ανθρώπινο περιβάλλον τόσο ολοκληρωτικά φθαρμένο και με τη σειρά του φθοροποιό, αφού σε κάθε δυνατό και ενδεχόμενο όφελος αντιστοιχεί πάντα μια απώλεια προς άλλες κατευθύνσεις (βλ. Ιl mestiere del poeta, σε επιμέλεια του Φ. Καμόν, Lerici, Μιλάνο 1965), με αποτέλεσμα τίποτα να μην είναι ούτε να μπορεί να είναι ποτέ αποδοτικό από μόνο του χωρίς να ενέχει και κάποια απώλεια.
Υπό αυτό το πρίσμα διαπιστώνει κανείς τον «ορθολογικό πεσιμισμό των πρώτων έργων του Μοντάλε» (Λουνιάνι), στα οποία ο ποιητής δεν καταφέρνει να αντέξει την επέμβαση ή μάλλον την εισβολή της πραγματικότητας και της δραματικής της συνείδησης.
Έτσι οι Ευκαιρίες δεν είναι τίποτε άλλο παρά θαυμαστά γεγονότα, χάρη στα οποία ο άνθρωπος μπορεί να μετέχει της «χάριτος» και να οδηγηθεί στη «λύτρωση» σε έναν κόσμο φανταστικό και, ως εκ τούτου, κατά κάποιο τρόπο ιδανικό και εξιδανικευμένο, πολύ μακρινό από το σαθρό και ατελές παρόν.
Μέσα από μια ανάλογη διαδρομή πράγματι η μορφή της γυναίκας που μεσιτεύει προβάλλει καταλυτική.
Σε αυτή την ποίηση, και κατʼ επέκταση μέσω της ποίησης, αναδύονται παρουσίες οι οποίες φέρνουν στο φως κόσμους κρυμμένους, που ξεδιπλώνονται απρόσκοπτα: είναι τα «φυλακτά», τα φαντάσματα όσων υποψιαζόμαστε και βιώνουμε ως ενδείξεις μιας ζωής και ενός θανάτου που ανιχνεύονται στον καθρέφτη ενός μεταφυσικού τόπου δεισιδαιμονικά γεμάτου από μυστηριώδη είδωλα, με σκοπό τη συμβολική αποκάλυψη της ιστορίας του ατομικού πεπρωμένου.
Η Μπόρα είναι αναντίρρητα η ποιητική σύνθεση του Μοντάλε που πραγματεύεται με τον πλέον υποδειγματικό τρόπο τις μνήμες της αντίστασης ενάντια στο φασιστικό καθεστώς της Ιταλίας, τις μνήμες εκείνων των σκοτεινών, εχθρικών χρόνων που, ιδιαίτερα στο τμήμα του έργου με τίτλο Φινιστέρε, μαρτυρούν το αληθινό μέγεθος της συμμετοχής του ποιητή στο ιστορικό γίγνεσθαι μέσω της πιο αυθεντικής ερμηνείας των γεγονότων της εποχής του.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μαρία Ανδρεαδέλλη, «Dorothy and Mary- Η Συνάντηση»

`

* Το διήγημα βασίζεται στο πραγματικό γεγονός της γνωριμίας μου με την ποιήτρια Dorothy Livesay, αλλά κινείται μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας. Οι φράσεις που ξεχωρίζουν με εισαγωγικά αποτελούν μεταφράσεις μου σε στίχους ποιημάτων της. Το ποίημα “Μέρα και Νύχτα” είναι μετάφρασή μου στο ομώνυμο ποίημα της ποιήτριας.

`

Ήταν χειμώνας του 2010. Εκείνο το τριήμερο διάβαινα για πρώτη φορά τους μελαγχολικούς δρόμους του Λονδίνου. -Τι κοινότυπο το επίθετο μελαγχολικός για το Λονδίνο, και όμως, τόσο ακριβές-. Έκανε πολύ κρύο κι εκείνο το μεσημέρι όμως είχα την σιγουριά ότι με την αντίστοιχη θερμοκρασία στην Αθήνα θα κρύωνα περισσότερο. Το ψύχος της Βρετανικής πρωτεύουσας μου φαινόταν πολύ πιο φιλικό και καθόλου διαπεραστικό.
Η ομπρέλα μια άνοιγε μια έκλεινε. Πλησίαζε απόγευμα κι εγώ πότε περπατούσα στους δρόμους και πότε επιβιβαζόμουν σε κάποιο λεωφορείο για να βλέπω τα αξιοθέατα έχοντας λίγη ζεστασιά.
Τα δημόσια φώτα είχαν ήδη ανάψει και οι φωτεινές επιγραφές των καταστημάτων όσο περνούσε η ώρα και ώσπου να σουρουπώσει φαίνονταν όλο και πιο εντυπωσιακές.
Στην Ελλάδα εκείνο το τριήμερο αποκορυφωνόταν η γιορτή της Αποκριάς και συμπτωματικά γιορταζόταν και ο άγιος Βαλεντίνος. Κάποιες στιγμές είχα την αίσθηση ότι το ίδιο συνέβαινε και στο Λονδίνο λόγω κάποιων ενδυματολογικών επιλογών κάποιων κοριτσιών.
Στην China Town γιόρταζαν το νέο έτος, μέσα του Φλεβάρη. Λίγη ώρα πριν είχα γευτεί μέρος του εορτασμού.

Αυτόν τον κεντρικό δρόμο τον περπατούσα για δεύτερη φορά εκείνη την ημέρα. Στο πρώτο πέρασμα πρόσεξα μεταξύ άλλων ένα κατάφωτο κατάστημα που ξυπνούσε μνήμες περασμένων αιώνων, εικόνες από αναγνώσεις βιβλίων του Ντίκενς. Ο Ντίκενς ήταν ολοζώντανος μέσα μου εκείνες τις ημέρες. Στη φωτεινή του επιγραφή διάβασα με χαρά ότι επρόκειτο για ένα βιβλιοπωλείο με μεταχειρισμένα βιβλία. Εκεί μπορούσες να αγοράσεις αλλά και να πουλήσεις δικά σου.
Με την πρώτη ματιά αυτό το μαγαζί είχε καταφέρει να ρίξει τα σχοινιά του μέσα μου και όσο και αν απομακρύνθηκα συνεπαρμένη από την άγνωστη ομορφιά της περιοχής που ζητούσα να ανακαλύψω, τα σκοινιά του με επέστρεψαν λίγα λεπτά αργότερα έξω από την πόρτα του και συγκινημένη την άνοιξα για να βρεθώ σε ένα λιλιπούτειο κάστρο ομορφιάς και μυστηρίου.

Ο ισόγειος χώρος δεν θα ήταν μεγαλύτερος από εξήντα τετραγωνικά. Ήταν γεμάτος με ξύλινες βιβλιοθήκες σε όλη του την έκταση και σκεφτόμουν ότι ένας ευτραφής άντρας ή γυναίκα θα δυσκολευόταν να διαβεί τους στενούς διαδρόμους που εκείνες σχημάτιζαν. Με την είσοδό μου κατευθύνθηκα λίγα μέτρα αριστερά όπου βρισκόταν το γκισέ του βιβλιοπωλείου και πίσω από αυτό ήταν ένας καθήμενος και ένας όρθιος άντρας, ο δεύτερος μέσης και ο άλλος λίγο πιο προχωρημένης ηλικίας. Θα μπορούσαν να είναι πατέρας με γιο.

Διαβάστε περισσότερα