`

Ι

Ήταν το ηλιοστάσιο, και σκαρφάλωνε πάνω σου
σαν φιλικός σκύλος.
Τα αστέρια ήταν ακόμα έξω στο σεργιάνι
και οι παιδικές πόρνες παζαρεύονταν,
οι μόνες χαρούμενες, έχοντας μάθει το φορτίο της θλίψης
και δεν ρισκάρουν να το δώσουν
για ένα τραγούδι ή ένα μπαλόνι.
Τα χριστουγεννιάτικα στολίδια τσαλακωμένα στα γραφεία
από υπάλληλους καταχωνιασμένους
στα τερματικά τους βίντεο,
και η απόγνωση έφερε την αποξένωση στα ορφανοτροφεία
όπου ο καφές φιλτράρεται αιώνια, και ο Θεός δεν είναι ελαφριός
αλλά Θεός, τόσο μυστήριος με τον εαυτό του
όσο και μείς σʼ Αυτόν.

Πες ότι κάποια μέρα οι γιρλάντες ξεκόλλησαν
στην απαλή φρεσκάδα ενός μπάτη,
ότι περίεργοι γλάροι ταξίδεψαν από μακριά
για να επιβεβαιώσουν ότι τίποτα δεν πήρε
παραπάνω απʼ το μερτικό του σε βότσαλα,
και η τρυπημένη κάνουλα ξαφνικά έπαψε να στάζει:
Ήταν μέρα, στο κάτω-κάτω. Ένα απʼ αυτά τα πράγματα
όπως το μάκρος του ύπνου, η κάλτσα μιας γυναίκας
πού τα βάζεις και τα ισιώνεις
και γίνονται μια αναφορά της ζωής σου και
– εδώ είναι πού περιπλέκεται –
των ζωών τόσων άλλων επίσης
πού δεν αξίζει να διακρίνεις, ακόμα λιγότερο να διαβάσεις,
τα καπελωμένα τσιτάτα πού διαμεσολάβησαν
τις αλλαγές των δεκαετιών, ατελείωτα, σαν επιθετικά φαιοφύκη,
και ό,τι παίρνει για να είσαι βλάκας
πιθανότατα δεν είναι αυτό πού σε έσωσε
εγκαίρως για να ʼσαι εδώ,
αλλάζοντας δυο λεωφορεία,
και μετά, όταν σʼ έστειλαν στη γωνιά σου
να γλείψεις τις πληγές σου ανακάλυψες
ότι σού αρέσει το γλείψιμο
τόσο πού το πρόσθεσες στο ρεπερτόριο
των παρανοϊκών σου χειρονομιών,
ήσυχος ότι ο ύπνος θα τιμωρήσει τους απέξω
ακόμα κιʼ αν σʼ έσωσε από το αίνιγμα του χορού,
μια παλιά φωτιά, σκέψη πού έσβησε,
πού τώρα καίει στη σόμπα,
και αυτοστιγμής καταλαβαίνουμε
ότι είμαστε ελεύθεροι να φεύγουμε
και συνεχώς να γυρνάμε.

Είναι αυτό πού εννοούσες με το αντοχή;

Αχά, οι δενδροστοιχίες είναι επίσης μέσα σʼ αυτό,
και τα περιστέρια και τα έντομα
και τα φοβιτσιάρικα ρακούνς
πού κοιτάνε με άδολη αποδοκιμασία:
«Εσύ ακαταλάγιαστε μπελά, εσύ!»
χάρηκα πού ανακάλυψα
ότι μπορούσε κανείς να το πνίξει
ή τουλάχιστο να το μετριάσει
το Tom Tiddlerʼs λημέρι του έχοντας οδηγήσει μόνο
σε ένα υποκώμα,
ένα μέρος όπου μεστωμένοι άντρες πίνουν screwdrivers
και χαχανίζουν για το μπούγιο πού θα γινότανε
αν κάποιος, κάνας γαλονάς ή σερίφης
έλειπε από το πόστο του,
ενώ η μακριά μέρα ζάρωνε
και άνοιγε την βεντάλια με τα σεκλέτια της
το βάσανο όντας το μόνο
πού ξεχωρίζει τώρα στη θολούρα,
μετά τόση διαδρομή.
Το άτι γύρισε σπίτι μόνο, ξεπληρώνοντας
όλους τους προηγούμενους έρωτες.

Το λημέρι του Tom Tiddler (Tom Tiddlerʼs ground) είναι ένα παλιό παιδικό παιχνίδι των αγγλοσαξώνων στο οποίο αναφέρεται επανειλημμένα ο Τσαρλς Ντίκενς στα έργα του. Υπάρχει και ένα ομότιτλο μικρό μυθιστόρημα του το Tom Tiddlerʼs Ground (1861).

ΙΙ

Έχοντας αποστερηθεί μια αναποδιά σήμερα,
ήπια λίγο νερό,
το απόλαυσα στους ρυθμούς μιας
νυχτερινής, μισοτελειωμένης σονάτας,
βυθισμένος στο χιόνι,
παραμυθιασμένος από ρητορείες,
βίαιος σαν ουρά λύκου
και ό,τι άλλο πάρεις απʼ αυτή τη μεριά
των κατάστιχων
μόνο πρόσεχε την ανία, την ανία-σαν-μάγεμα.

Έπειτα γλιστρώντας μέσα στο ευγενικό τζάκετ
τού να πρέπει να ξέρω γιατί όλοι με ξεπερνούν,
το πως σιχτίρισα εκείνο τον κληρονόμο,
στριφόπλεξα αυτόν τον υπόγειο σημάτων
ιδωμένων μόνο από πίσω,
το παλιό χαλί και η κούπα του –
όλα ήτανε μια τρέλα για μένα,
παρόλα αυτά μόνο σκόνη.
Και καθώς ξέκανα
τους στριφοβελονιασμένους του βατράχους,
μια περίπου μελαγχολία σίμωσε
πέρα από τη λίμνη –
μικρές σχίζες νοήματος άκαμπτου, πού καλά ταιριάζανε τελικά,
αν και ξεμαντάλωσα αυτά τα δάκρυα,
αποκαθαρμένος για την περίσταση.

Τα σκαλιά ήξεραν
ότι ήταν από κάτω τους, αλλά για τον ίδιο λόγο
δεν αναγνώριζαν το τεράστιο φορτίο
σηκωμένο από του βουνού το μέτωπο.

Και ο ίδιος ο αρχιμάστορας, οι ίδιες κούπες κουδουνίζουν ακίνητες,
ακολουθώντας ένα επιτόπιο σχέδιο,
αποκαλύπτοντας ό,τι μέχρι τώρα
έχει γίνει του καθενός το χάπι.

ΙΙΙ

Το γυμνωμένο πράγμα περιφερότανε
σε διάφορες πρεσβευτικές κατοικίες.

Και τη μέρα πού ήρθε σπίτι να τη δει,
αυτή στον κυκεώνα των σάντουιτς πού κάποιος
τεχνίτης πρότεινε
ήταν σαν τη μέλισσα το καλοκαίρι.

Θυμήσου το εμβριθές ύφος,
η ψυχή μπορεί να το αντέξει,
ή ζήσε πίσω απʼ αυτό είπε
επί ματαίω.
Τα τελευταία στήθη μαγκωμένα.

Και το πρωί σαν τη ζάχαρη
πρόσφερε το κεφάλι της
στους σταθμούς διοδίων
πού το μυαλό προτείνει.

ΙV

Ανόητο μέρος για να βρεθούμε, νομίζω,
αλλά να πού είμαστε εδώ.
Η πόρτα για το καμαρίνι είναι μισάνοιχτη.
Ένας άγριος τσακωμός γίνεται εκεί πέρα.
Αργότερα, θα σε ρωτήσουν και θα πεις ότι τίποτα
ασυνήθιστο δεν άκουσες, τώρα, όχι κείνη την ημέρα.
Η Μάνταμ είχε αναχωρήσει….

Λοιπόν φέρε το σκηνικό μαζί σου.
Μαμή των φρικιών, σαν να ήταν
όλα ή κάποια τα κατάλληλα, κυκλώνεις τον χρόνο εντός σου,
βάζεις ένα αστερίσκο δίπλα σʼ ένα φιλί,
και θα ʼναι πάλι όλα εντάξει,
και η αγάπη πού πολύ ασχοληθήκαμε έρχεται πιο κοντά,
είναι νύχια μπροστά στον καρπό.
Δεν τελείωσε ακόμη,
μέσω της τοστιέρας συνεχίζει να ξεπετάει φαξ,
η κάθε αμανίτα ξανθοκέφαλη
έχει και κάτι διαφορετικό στο μέτωπο,
είναι σαν αλεξανδρινό στην αύρα
του Rockefeller Center.
Δεν μού πάει ένας παγετώνας να μού λέει
να βιαστώ, η κατηφόρα είναι απότομη.
Έπειτα ένα χαμόγελο έσκασε στο πρόσωπο του ωκεανού:
είχαμε φτάσει στην ώρα για το νυχτερινό δείπνο.
Στα σκυλιά συμβούλεψαν να μη μας καταβροχθίσουν.
Και τόσα όσα στο παρελθόν ήτανε κρυμμένα
στην γεύση παγωτών-σόδας τώρα ξεπετάγονται
μπροστά στο δρόμο μας.
Πρέπει να το πάρουμε υπόψη
για την αποψινή επιστροφή,
αν και ασημένια χαμουροκούδουνα μας μαυλίζουν,
σημάδι ότι θα δούμε την Βασίλισσα του Χιονιού
επιτέλους, συσκοτίζοντας το γεγονός
ότι κάποιος έτρεχε στον περίβολο της.
Ωστόσο ο επιστάτης δεν ήτανε γκαγκά
η καρικατούρα του κόλλησε στην πηγμένη κυκλοφορία,
και όλες εκείνες οι συζητήσεις για το διοξείδιο του άνθρακα
ήταν επίσης προπέτασμα καπνού.
Πόσο εύθραυστα ήταν όλα, όπως όλες οι αφαιρέσεις,
κιʼ όμως πόσο μέτραγε για κείνα τα παιδιά:
Ήταν η κηδεία τους, και θα ʼπρεπε να ʼχουν λόγο
για το ξεκάμωμα τους από του φάρου
τις συνεχόμενες επελάσεις.
Είπε ότι πρόκειται για το διάβασμα του Sir Walter Scott.

Ποτέ κανείς δεν τον αντικρούει.
Αυτή η μάπα σαν ασπάραγκου
δεν γίνηκε για να βοηθάει χαζούς και τραυλούς.
Παρʼ όλα αυτά νομίζω μια νύξη είναι πάλι εδώ
πίσω από τον καναπέ, όπου χαμένα λαγουδάκια
κλαψουρίζουν και αλληλοσπρώχνονται.
Είχε κάνει θαλασσινός, ήξερε μέχρι το τελευταίο του
χάμπουργκερ από πού προερχότανε
και η καλλιγραφική υπογραφή του
στόλιζε την καθαρισμένη σφαίρα.
Σε λίγο θα ʼρχότανε ηρεμία, καλοδεχούμενοι
οι ξένοι και οι επενδύσεις ρίσκου,
και οι παλίρροιες ορμάνε να καταστρέψουν
την όποια μικρή πρόοδο οι συμμαθητές μου και ʼγω
είχαμε κάνει
για να ξεκλειδώσουμε το νόημα των πραγμάτων.
Είμαστε ακόμα στο άλφα
τραγουδώντας πράγματα όπως «οι τόμοι θʼ ανοίξουν
να ξεμέσουν την διαίσθηση των παραλλαγμένων μας
ορόσημων, εμείς τα υιοθετημένα,
πού δεν είχαμε μέρος νʼ ακουμπήσουμε,
πουθενά για νʼ αργούμε, και πού απότομοι αέρηδες
παίζουν με τις σημαδούρες μας.
Κιʼ όμως μια μικρή περίσκεψη θα μπορούσε να βοηθήσει εδώ».
Κιʼ ό χρόνος θα ʼναι το ίδιο ακριβής
όπως ένα μικρό τραπέζι με ένα ασύρματο τηλέφωνο επάνω,
δίπλα σε μια τηλεόραση.

Η αντίστοιχη έκφραση midwife to gargoyles παραπέμπει σε ιδιωματισμό πού ανάγεται σε μεσαιωνικές παραδόσεις. Είναι μέσα στο ιδιότυπα εκλεκτικό ρεπερτόριο του σύμπαντος του Ashbery και μέσα από συνεργασία του έδωσε (ανάμεσα και σε 44 άλλες εκφράσεις) τον τίτλο σε πίνακα της αμερικανίδας ζωγράφου Jane Hammond.

V

Ψάχνοντας σε παλιά ποιήματα για ιδέες –
σίγουρα θα είχα κάποια κάποτε;
Κάποιοι έχουν μια ιδέα κάποια στιγμή,
άλλοι εκατομμύρια, κιʼ άλλοι είναι καταδικασμένοι
να περάσουν τη ζωή τους μέσα σε μια ιδέα,
σαν σʼ ένα θάλαμο φυσαλίδων.
Και αυτοί είναι μάλλον οι καχύποπτοι.
Στο κάτω-κάτω, στα ποιήματα δεν υπάρχουν ιδέες.
Ούτε ιδέες στα πράγματα, επίσης –
το όνομα της είναι Wichita.

Αργότερα με τα κεριά πού εμφανίστηκαν στη γιορτή,
μού φάνηκε πόσο βοηθάει όλο αυτό – αν δεν ήταν για δω
θα ʼμασταν σαν ναυαγοσώστες πού ψάχνουν για θύματα.
Κοίτα, μού ʼπε ένας σταματώντας με. «το κερί σας, κύριε;»
Πού να πάρει, ξέρω ήταν κάτι πού υποτίθεται θυμόμουνα,
και τώρα είμαι χαμένος.
«Ωχ, όχι δεν είστε, το χαμόγελο σʼ αυτό το μεγάλο ράμφος πτηνού
θά ʼταν αρκετό να σας βάλει στο νόημα του μυστήριου και βάλε».
Είναι εδώ για να βοηθήσει,
όλο το πηδημένο έθνος είναι,
μʼ όλο πού παλιρροϊκά κύματα βυζαίνουν τους βράχους του
και σαρωτικές αμμοθύελλες αποτρελαίνουν
τους κατοίκους του.
Κάποιος θα πει ότι είδε μια άγκυρα στον ουρανό –
γιατί στο λέω αυτό;
Είναι γιατί το φως, βιολετί, εγκλωβισμένο,
έκανε τη διαφορά για μια στιγμή εδώ πίσω.

Τα μαυροκόθορνα γερμανικά τακούνια και τα πισινά,
οι μακριές χυτές κάπες για πούλημα, τα άλλα – ναι
είναι ακόμα εδώ;
Κάτι πρέπει να γίνει γιʼ αυτό πριν να κάνει το ίδιο.
Ξέρεις πως θα ʼναι.
Τα άσπρα τραπέζια με τα τριαντάφυλλα τους είναι τόσο ωραία.
Δεν πειράζει αν το καλαμπόκι σίτεψε.

Νέα τεχνολογία ακουμπάει την γέφυρα.
Ο υδατοφράχτης,
αχ ο υδατοφράχτης, χτενίζοντας την υδατόπτωση,
σαν τα ωραία άσπρα μαλλιά μιας πριγκίπισσας.

Στην δεξαμενή οξείδωσης σκέφτεται τα ψάρια,
πόσο παράξενα παίρνουν το χρειαζούμενο οξυγόνο απʼ το νερό,
και μετά όταν γίνεται κενό –
γιατί, πουφ! Και κατάλαβες ότι το παρελθόν
υπέφερε από το γόνα της υπηρέτριας,
κιʼ όταν ήρθε το παρόν,
για ποιό λόγο κανείς δεν θα ʼβγαινε να μιλήσει
και απλά εισχώρησε μέσα, με κατοικίδια…
Για μεσοπρόθεσμα είχα σκεφτεί ριγωτές κάλτσες
και ένα στιλ γενιού σαν καταχνιά,
πού το βλέπεις μόνο σε κάτι αρχαίες ηλιακές θεότητες
πού περπατούσαν απορροφημένες στους αγρούς,
καθώς τα παιδιά γκρίνιαζαν
και οι ζαφορές ξερνούσαν την απίστευτη λέξη.

Εντάξει, είναι σαφώς η περίπτωση μας.
Μπορούμε να απαλλαγούμε απʼ αυτή
αλλά όχι απλά να την παρατήσουμε.
Θα αποθάνει όντας παραγεμισμένη με πράγματα
σαν μια κάνη στουπωμένη με φύλλα.
Κιʼ όμως αργά ή γρήγορα, ξέρεις,
βυθιζόμαστε μέσα της
και εμφανίζονται στικτοί λειμώνες
και πατατούκες.
Η στέρνα πράγματι χτίστηκε από τους εργάτες
όσο έλειπες.
Είναι έτοιμη και χωρητική.
Κιʼ έτσι πολλοί φυτοκόμοι βαυκαλίζονται,
ντοπαρισμένοι με την ανθεκτικότητα
της νεραγκούλας, της γλαδιόλας.
Ωστόσο, μας ζήτησε να τον αφήσουμε
μόνο, τη νύχτα, ήθελε να σκεφτεί ή κάτι τέτοιο,
για τον έρωτα ή κάτι τέτοιο, κάτι πού τον έφτιαχνε.

Μόνο αργότερα όταν γυρίσαμε να λουφάξουμε
στην φιλία του, αυτά τα θαλασσιά μάτια μας κατέπληξαν:
έξω εκεί πάνω από πεδιάδες, τέτοιο doo-wop άνεμο,
πού νόμιζες ότι δεν θα έκανε τίποτα σε «γιορταστικό» γιʼ αυτόν.
Αλλά απλώς έσβησε τους αριθμούς, η αυγή εξαφάνισε
τα δαχτυλικά αποτυπώματα, και γιατί είμαι μαζί σου
και μʼ αυτά εδώ τα ξωτικά, κανείς δεν μπορεί να νοήσει:
ούτε η προ-θεία Ζοζεφίν ή ο νεκροθάφτης γκόμενος της,
ούτε οι κλέφτες του πίνακα «School of Night”.
Και κουνήσαμε, εγώ και συ, κάνοντας να πιάσει νερά η βάρκα.
Παράξενο, πως μερικά ντεσιμπέλ
μπορούν να σού φτιάξουν τη μέρα.

VΙΙ

Φυσικά κάποιοι από μας ήτανε πιο γελοίοι – τότε.
Σταματώντας σʼ ένα διαμέρισμα γεμάτο καρφήδες
ένα χιονισμένο βράδυ,
με ρώτησαν για τα άλλα μυστήρια,
και αναγκασμένος να υπεκφεύγω,
παρατήρησα ότι πιέζει ο χρόνος.
Όσο κάποιος ξεκοριάζεται από ζωή
και μακρινοί υδροστρόβιλοι
κουλαντρίζουν τον ορίζοντα,
ίσα ένα μήνυμα περνάει από τα τριπλά φίλτρα:
Χαλάρωνε. Τα φιλαράκια σου σʼ αυτή την ακτή
δούλεψαν πολύ και σκληρά σε κείνη τη ράμπα˙
αν δεν έχεις καθόλου προτάσεις (και δεν έχεις),
άσε τους να νομίζουν ότι ήταν η μαγεία πού έλειπε.
Ότι τα βέλη δεν έδειξαν το δρόμο για τη φλέβα
ήταν γιʼ αυτούς η δενδροπρασινάδα ο λόγος,
και αρχίζουν να συλλογούνται:
«Η κουζίνα δεν είναι και τόσο άσχημο μέρος,
αν ενδιαφέρεσαι για τους νεροχύτες. Σαφώς, ο Καρούζο
τραγούδαγε κάπου πίσω από τη λουκετοκλειδωμένη
βελούδινη πόρτα, αλλά αν μείνουμε – όχι, αν ξεροσταλιάσουμε – εδώ,
το πρόβλημα θα αντιστραφεί.
Οι Τομ και Τζέρυ παντού τριγύρω.»

Όσο για το τελετουργικό κληροδότημα
τόσο διατιμημένο από το κορίτσι της Coca Cola,
ήρθε μόλις αργότερα
να αποδείξει την υγρότητα και
την όχι μοιραία αγριάδα του
μόλις πριν βγει ο ήλιος και το σιγοψήσει.

Εννοείται ζούμε σʼ ένα παράλογο και βίαιο γαλαξία,
αλλά τώρα είναι σε μας
να τον κάνουμε ένα περιβάλλον
για να του επικολλούνται οι χάρτες,
τόσο πιστά σαν βδέλλες. Διάολε,
βάλε μας στον χάρτη, όσο είσαι πάνω του.
Έτσι μπορούμε να καπνίσουμε ένα τσιγάρο,
να θρονιαστούμε,
φυσώντας την αύρα με τη νύχτα
και τα γοργά της ακρωτήρια.

Ο John Ashbery χρησιμοποιεί αντίστοιχα, ίσως για λόγους ποιητικής «ευφωνίας», τους βοτανικούς όρους: ranunculus και gladiolus.
Με τον όρο doo-wop ο Ashbery παραπέμπει στο είδος της αφροαμερικάνικης μουσικής πού άνθισε κυρίως τις δεκαετίες του ʼ50 και ʼ60 και χαρακτηρίζεται από φωνητική αρμονία, ακατανόητες λέξεις και μικρή ενόργανη συμβολή.

`

*********************************************************

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Ο Τζον Άσμπερι (John Ashbery), παρότι όχι ευρύτερα γνωστός στο ελληνικό ποιητικό κοινό, θεωρείται πιθανότατα ως ο μεγαλύτερος ζων αγγλόφωνος ποιητής και το ιδιόμορφο ποιητικό του στιλ έχει επηρεάσει γενιές αγγλοσαξώνων ποιητών μετά τον πόλεμο. Γεννημένος στο Ρότσεστερ της Νέας Υόρκης το 1927, ο Άσμπερι, όπως και όλοι σχεδόν οι αμερικανοί διανοούμενοι και καλλιτέχνες πού «σέβονται τον εαυτό τους» πέρασε ένα διάστημα της ζωής του στην Ευρώπη, στο Παρίσι συγκεκριμένα, από τα μέσα της δεκαετίας του ʼ50 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ʼ60. Έχει τιμηθεί με όλες τις αμερικανικές λογοτεχνικές διακρίσεις, για παράδειγμα, μόνο για το έργο του “Αυτοπροσωπογραφία σε Κυρτό Καθρέφτη” (Self-Portait in a Convex Mirror, 1975) έχει κερδίσει το Βραβείο Pulitzer, το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου και το Εθνικό Βραβείο του Κύκλου Βιβλιοκριτικών των ΗΠΑ.
Η ποιητική του γραφή έχει ένα προζαϊκό ύφος, κάτι πού είναι αρκετά κοινό στους αγγλόφωνους ποιητές ιδιαίτερα μετά την Ελιοτική εμφάνιση, είναι για αρκετούς δυσνόητη έως εντελώς αδιαφανής ξεφεύγοντας ακόμα και από την εσωτερική «λογική» του ευρωπαϊκού σουρεαλισμού, ωστόσο είναι μια ακατάπαυστη ροή ποιητικού λόγου στην οποία εναλλάσσονται συνεχώς συντακτικές είτε σημασιολογικές υπερτονίσεις, παιχνίδια με λέξεις πυροτεχνικές, νοηματικές νησίδες αλληλουχίας ανάμεσα σε μια λάβα τεμαχισμένων εικόνων, παραστάσεων, προσώπων, νοημάτων οι οποίες τελικά δεν είναι παρά θραύσματα ενός ενιαίου χώρου πού αποδομείται και επανασυντίθεται ανά πάσα στιγμή με την αδήριτη αναγκαιότητα του Είναι-μέσα-στον-Κόσμο. Του Είναι πού διαστέλλεται αυθαίρετα, αλλάζει, αυτοαποξενώνεται, κατεδαφίζεται και εξακτινώνεται αλλά δεν αναιρείται αιωρούμενο μέσα σʼ ένα στροβιλισμό χρωμάτων, κατακλυσμικών τοπίων, γεύσεων, αφών, αναμνήσεων και ακραίων λιμπιντικών παραισθήσεων.
Ο ανορθολογικός βιταλισμός της ποίησης του Άσμπερι, όσο και να θυμίζει την γραφή τού Τόμας Έλιοτ παρότι σαφώς πιο ερεβώδης και ριζοσπαστική, είναι το ακριβές και μη αναγώγιμο αποτύπωμα της ποίησης του και ένας ιδιαίτερα διακριτός τρόπος καταγραφής της σύγχρονης μεταμοντέρνας ποίησης. Από την ποιητική του συλλογή “Και τα Αστέρια Έλαμπαν” (And the Stars were Shining, 1994) διάλεξα να μεταφράσω επτά μάλλον άγνωστα στο ελληνικό κοινό ποιήματα.

Πάτρα, Οκτώβρης 2014