Βασίλης Ζηλάκος, «Ξύλο ξανθό π’ αφράτεψε στο στόμα-Αποσπάσματα από τις γραφές ενός Εξόριστου», εκδ. Οδός Πανός 2012 [γράφει ο Σπύρος Αραβανής]
24Φεβ
Το δεύτερο βιβλίο του Βασίλη Ζηλάκου (γεν.1980) παίρνει τη σκυτάλη από το προ διετίας «Η κούπα του τσαγιού» (εκδ. Οδός Πανός, 2011), παρθενικό του βήμα στο μαραθώνιο της έκφρασης. Στα «Αποσπάσματα από τα τετράδια ενός τραυλού Ερημίτη» όπως ήταν ο υπότιτλος της πρώτης εκείνης συλλογής, έρχονται να προστεθούν τα «Αποσπάσματα από τις γραφές ενός Εξόριστου»- η υποσημείωση του νέου του βιβλίου, «Ξύλο ξανθό π΄αφράτεψε στο στόμα» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις ίδιες εκδόσεις. Ευρηματικές οι δυο υποσημειώσεις λειτουργούν ως ο υπόγειος σύνδεσμος των ποιημάτων των δύο βιβλίων, ακόμα και όταν φαινομενικά ο αναγνώστης δεν μπορεί να ερμηνεύσει την (υφολογική κυρίως) συνοχή των ποιημάτων. Ο «Ερημίτης» του πρώτου βιβλίου, αυτο-εξόριστος, θα λέγαμε, κατ’ επιλογήν, γίνεται «Εξόριστος» στο δεύτερο βιβλίο κάτι που νοηματικά παραπέμπει σε μη εθελουσία έξοδο, ωστόσο τα ποιήματα δείχνουν πως η απόφαση είναι προσωπική. Και οι δύο πάντως «ήρωες» των βιβλίων είναι οδοιπόροι όχι εν στάσει προσκυνητές. Είναι διαλογιζόμενοι εν προόδω και όχι εκφραστές μιας εμπειρίας. Ξεφλουδίζουν, δηλαδή, τα δέντρα των δρόμων τους αναζητώντας τις απαντήσεις μέσα από μονολόγους και διαλόγους άλλοτε με το εσωτερικό άπειρο και άλλοτε με τη σοφή φύση: «ἔ! Θάλασσα,/ γιατί ἔβαλες φωτιὰ στὶς λέξεις µου/ κι ἁλάτι στὶς πληγές µου; (σελ. 47)- «Συχνά, όταν βραδιάζει/ μιας ελιάς το κλάμα ακούω για τον πετεινό που δεν λαλει» (σελ.11).
Ο Ζηλάκος ωστόσο σε σχέση με το πρώτο του βιβλίο, παρουσιάζεται πιο «λυτός» στη γλώσσα, αλλά με την ίδια διακειμενικότητα – από τη φιλοσοφία και τη θεολογία -και όχι θρησκειολογία- και από τον λυρισμό του Σολωμού και τον κρυπτογραφισμό του Έλιοτ, μέχρι τον παραβολικό λόγο του Γκιμπράν και τον φυσιολατρικό αναστοχασμό του Ουίτμαν [εκλεκτή η συγγένειά του με «Το τραγούδι του εαυτού μου»] Αυτή όμως η γλώσσα του είναι βαθύτατα ελληνική, προικισμένη, είτε ως σημαίνον είτε ως σημαινόμενο, εν αντιθέσει με πολλούς σύγχρονούς του ηλικιακά ποιητές οι οποίοι δεν καταφέρνουν να σωματοποιήσουν την γνώση της παγκόσμιας λογοτεχνίας και ουσιαστικά λειτουργούν στην ποίησή τους ως κακέκτυπες μεταφράσεις.
Το ζητούμενο, λοιπόν,της ποιητικής του Ζηλάκου δεν είναι συναισθηματική φόρτιση του αναγνώστη ούτε η προσωπική του αποφόρτιση. Μέσα από μια αφηγηματική ποιητική, που τείνει στην ουδετερότητα και όχι την παθητικοποίηση, προσφέρει έναν φιλοσοφικό λυρισμό και όχι μια συναισθηματική λυρική εκτόνωση, και με βάση αυτό το χαρακτηριστικό θα πρέπει να αξιολογηθεί. Ως προς το ύφος, τέλος, σαν μουσική παρτιτούρα προσφέρει εκείνες τις διακυμάνσεις -άλλοτε πεζά κείμενα, άλλοτε σε ποιητική φόρμα, μεγαλύτερα ή ολιγόστιχα- που εξυπηρετούν την εξέλιξη της ιστορίας και ταυτόχρονα τα ίδια τα κείμενα αυτά λειτουργούν αυτόνομα. Και ακόμα περισσότερο οι ιδιοι οι στίχοι αναγιγνώσκονται μεμονωμένα, γεγονός κατά τη γνώμη μου υψίστης σημασίας σε ένα ποιητικό βιβλίο.
Θα κλείσω αυτή τη σύντομη περιδιάβαση στην ποίηση του Βασίλη Ζηλάκου με τους δικούς του στίχους, πηδάλιο για τις αγριότερες μέρες που έρχονται:
«Όχι, λοιπόν, δεν πρέπει Αγάπη να σημαίνει
σβήσιμο του τρόμου, αλλά αναγωγή της θλίψης
αναγωγή της κίνησης, στην επιθυμία μας
να επιφέρουμε τη γαλήνη στον τρομαγμένο» (σελ.56)
Ακολουθεί μια μικρή Ανθολογία ποιημάτων από το βιβλίο του:













