Το δεύτερο βιβλίο του Βασίλη Ζηλάκου (γεν.1980) παίρνει τη σκυτάλη από το προ διετίας «Η κούπα του τσαγιού» (εκδ. Οδός Πανός, 2011), παρθενικό του βήμα στο μαραθώνιο της έκφρασης. Στα «Αποσπάσματα από τα τετράδια ενός τραυλού Ερημίτη» όπως ήταν ο υπότιτλος της πρώτης εκείνης συλλογής, έρχονται να προστεθούν τα «Αποσπάσματα από τις γραφές ενός Εξόριστου»- η υποσημείωση του νέου του βιβλίου, «Ξύλο ξανθό π΄αφράτεψε στο στόμα» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις ίδιες εκδόσεις. Ευρηματικές οι δυο υποσημειώσεις λειτουργούν ως ο υπόγειος σύνδεσμος των ποιημάτων των δύο βιβλίων, ακόμα και όταν φαινομενικά ο αναγνώστης δεν μπορεί να ερμηνεύσει την (υφολογική κυρίως) συνοχή των ποιημάτων. Ο «Ερημίτης» του πρώτου βιβλίου, αυτο-εξόριστος, θα λέγαμε, κατ’ επιλογήν, γίνεται «Εξόριστος» στο δεύτερο βιβλίο κάτι που νοηματικά παραπέμπει σε μη εθελουσία έξοδο, ωστόσο τα ποιήματα δείχνουν πως η απόφαση είναι προσωπική. Και οι δύο πάντως «ήρωες» των βιβλίων είναι οδοιπόροι όχι εν στάσει προσκυνητές. Είναι διαλογιζόμενοι εν προόδω και όχι εκφραστές μιας εμπειρίας. Ξεφλουδίζουν, δηλαδή, τα δέντρα των δρόμων τους αναζητώντας τις απαντήσεις μέσα από μονολόγους και διαλόγους άλλοτε με το εσωτερικό άπειρο και άλλοτε με τη σοφή φύση: «ἔ! Θάλασσα,/ γιατί ἔβαλες φωτιὰ στὶς λέξεις µου/ κι ἁλάτι στὶς πληγές µου; (σελ. 47)- «Συχνά, όταν βραδιάζει/ μιας ελιάς το κλάμα ακούω για τον πετεινό που δεν λαλει» (σελ.11).

Ο Ζηλάκος ωστόσο σε σχέση με το πρώτο του βιβλίο, παρουσιάζεται πιο «λυτός» στη γλώσσα, αλλά με την ίδια διακειμενικότητα – από τη φιλοσοφία και τη θεολογία -και όχι θρησκειολογία- και από τον λυρισμό του Σολωμού και τον κρυπτογραφισμό του Έλιοτ, μέχρι τον παραβολικό λόγο του Γκιμπράν και τον φυσιολατρικό αναστοχασμό του Ουίτμαν [εκλεκτή η συγγένειά του με «Το τραγούδι του εαυτού μου»] Αυτή όμως η γλώσσα του είναι βαθύτατα ελληνική, προικισμένη, είτε ως σημαίνον είτε ως σημαινόμενο, εν αντιθέσει με πολλούς σύγχρονούς του ηλικιακά ποιητές οι οποίοι δεν καταφέρνουν να σωματοποιήσουν την γνώση της παγκόσμιας λογοτεχνίας και ουσιαστικά λειτουργούν στην ποίησή τους ως κακέκτυπες μεταφράσεις.

Το ζητούμενο, λοιπόν,της ποιητικής του Ζηλάκου δεν είναι συναισθηματική φόρτιση του αναγνώστη ούτε η προσωπική του αποφόρτιση. Μέσα από μια αφηγηματική ποιητική, που τείνει στην ουδετερότητα και όχι την παθητικοποίηση, προσφέρει έναν φιλοσοφικό λυρισμό και όχι μια συναισθηματική λυρική εκτόνωση, και με βάση αυτό το χαρακτηριστικό θα πρέπει να αξιολογηθεί. Ως προς το ύφος, τέλος, σαν μουσική παρτιτούρα προσφέρει εκείνες τις διακυμάνσεις -άλλοτε πεζά κείμενα, άλλοτε σε ποιητική φόρμα, μεγαλύτερα ή ολιγόστιχα- που εξυπηρετούν την εξέλιξη της ιστορίας και ταυτόχρονα τα ίδια τα κείμενα αυτά λειτουργούν αυτόνομα. Και ακόμα περισσότερο οι ιδιοι οι στίχοι αναγιγνώσκονται μεμονωμένα, γεγονός κατά τη γνώμη μου υψίστης σημασίας σε ένα ποιητικό βιβλίο.

Θα κλείσω αυτή τη σύντομη περιδιάβαση στην ποίηση του Βασίλη Ζηλάκου με τους δικούς του στίχους, πηδάλιο για τις αγριότερες μέρες που έρχονται:

 

«Όχι, λοιπόν, δεν πρέπει Αγάπη να σημαίνει

σβήσιμο του τρόμου, αλλά αναγωγή της θλίψης

αναγωγή της κίνησης, στην επιθυμία μας

να επιφέρουμε τη γαλήνη στον τρομαγμένο» (σελ.56)

 

Ακολουθεί μια μικρή Ανθολογία ποιημάτων από το βιβλίο του:

 

 

 

ΤΟ ΣΟΒΑΡΟ ΚΟΡΙΤΣΙ

Ὑπάρχει µιὰ ἐλιὰ στὴ µέση τῆς χώρας τῶν πάγων

Ὑπάρχει ἕνας δαίµονας ποὺ κάθεται ὀκλαδὸν

       στὴν κορφή της

Τραβᾶ πρὸς τὰ κάτω τοὺς ζωντανοὺς καὶ τοὺς πετά

       µὲ βία στὸ σκοτάδι

Ὑπάρχει ἕνα κορίτσι ποὺ κάθεται ὀκλαδὸν στὴ σκιὰ

    τοῦ δέντρου

Στρώνει τὰ µαῦρα της µαλλιὰ γιὰ νὰ µὴν τραυµατι-

     σθοῦν ἐκεῖνοι

Τὸ παιχνίδι της εἶναι πιὸ ἀληθινὸ ἀπὸ τοῦ δαίµονα

Τὸ παιχνίδι της εἶναι πιὸ ἀληθινὸ γιατὶ δὲν εἶναι

     παιχνίδι

Τὸ παιχνίδι της δὲν εἶναι παιχνίδι γιατὶ δὲν χρειά-

     ζεται

νὰ ξεριζώσει καὶ νὰ πετάξει τίποτα καὶ κανέναν στὸ

      σκοτάδι

ὥστε νὰ πείσει ἔτσι τὸν ἑαυτό της πὼς µόνο αὐτὸ

     ὑπάρχει.

 

*

ΔΕΝ ΘΑ ΧΡΕΙΑΖΟΜΟΥΝΑ ΤΙΠΟΤΑ

Τὴν αὐγὴ τὸ µαρτυροῦνε οἱ κοῖλες φωτιὲς

στὰ λειβάδια: στὰ κρυφά, στὰ κρυφὰ

σφαγιάζονται οἱ προσευχές µας

οἱ µόνοι µας σύντροφοι τὰ δέντρα!

Ἐκεῖ ἐγώ, ἐκεῖ, προκειµένου νὰ κυλήσω

µέσα στὴν αἰωνιότητα ὅπως ὁ ὕπνος

τῶν βρεφῶν, τὸν Θεὸ συχνὰ ὀνειρεύοµαι

καὶ νοιώθω τὰ λόγια τῆς λευκῆς ὑποµονῆς Του

Εἶµαι αὐτός, µοῦ λένε, ποὺ γυρίζοντας

τὰ χέρια του δεξιὰ κι ἀριστερά, δίνει,

παίρνει καὶ ξαναδίνει τὸ πιάτο του

στοὺς ὁρῶντες τὴν κοιλάδα τοῦ θανάτου

Τότε εὐθὺς καταλαβαίνω: ἂν τέσσερα

µόλις χέρια τὴν ἴδια στιγµὴ ἄγγιζαν µία πέτρα

τὸν κόσµο ὁλάκερο θὰ µποροῦσε αὐτὴ νὰ σηκώσει

Κι ἔτσι γι’ αὐτὰ τὰ χέρια µονάχος περιπλανιέµαι

Τὰ χέρια, ποὺ µὲ τὰ δικά µου χέρια

τὴν ὄψη τοῦ κόσµου τὴν ἁµαρτωλή, µὲ τὶς ἕξι

κοφτερὲς γωνιές της, γιὰ πάντα θὰ σκεπάσουν

Ἄχ, ἂν µόνο βρισκόταν κάποιος ποιητὴς

καὶ στὴν πέτρα νὰ χάραζε τὶς λέξεις

Ἐν τῇ ἀγήρῳ µακαριότητι,

ἂν ἔστω ἕνα παιδὶ ὑπῆρχε ἐδῶ γύρω

ν’ ἀγγείλει τ’ Ἀνθεστήρια τῶν χρόνων τῆς ἄµµου

δὲν θὰ χρειαζόµουν τίποτα ἀπ’ ὅλα τοῦτα

Δὲν θὰ χρειαζόµουν καὶ τὸ τελευταῖο χέρι

ποὺ θὰ µὲ δείξει, λέγοντας: «αὐτὸν τὸν ἤξερα,

ἤτανε φίλος». Δὲν θὰ χρειαζόµουν

τίποτα. Αὐτὴ ἡ γῆ θὰ ἤτανε δική µου.

 

*

ΕΞΑΙΦΝΗΣ

Ἂς φώναξα «ἐγὼ!», καλώντας τὸν κεραυνὸ

νὰ µὲ φωτίσει πάλι πέρα

 

 

Κελάδησε ἕνα πουλὶ µέσα στὴν κραυγή µου

καὶ γεννήθηκαν πλάι µου τὰ δέντρα

 

 

Τότε προσκύνησα τοὺς πόνους µου

ὅπως οἱ σοφοὶ µὲ τὸ ξηµέρωµα τὴ µέρα.

 

*

ΤΩΝ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΩΝ

Mία νύχτα, µετὰ τὸ πρῶτο Αἷµα ἦταν, τοῦ

σκοταδιοῦ οἱ ἐπίλεκτοι µονωδοὶ τὸ πα-

ράξενο ἐνδιαίτηµά µου θέλησαν νὰ γκρε-

µίσουν – ἕνα πέτρινο πυργί, ποὺ εἶχε τὰ δώµατά

 του χτισµένα τὸ ἕνα µέσα στὸ ἄλλο γιὰ ν’ ἀνοίγουν

 ὅλα µ’ ἕνα µόνο κλειδί. Ἐπὶ τρεῖς ἡµέρες, θυµᾶµαι,

 ὅ,τι ἔβρισκαν µπροστά τους τὸ χαλοῦσαν, µὲ σίδερο

 ἢ µὲ φωτιὰ τὸ χαλοῦσαν, ἀλλά, ὅπως ἡ τέταρτη

 ξηµέρωσε ἡµέρα, ἡ στέγη ἔξαφνα ἐδιαλύθη, κι ἕνα

 πουλὶ –ὅµοιό του ἀνθρώπου µάτι δὲν εἶχε ξαναδεῖ–

 πέταξε στὰ ὕψη φοβισµένο.

 

 

Τ’ ἄλλο πρωΐ –σκέφτοµαι αὐτὸ νὰ σοῦ πῶ, φίλε

 ἀναγνώστη, καὶ νὰ τελειώσω–, ζήτησα ἀπὸ ἕναν

 Ἀνατολίτη γέροντα νὰ µάθω τὸ τί καὶ τὸ ποῦ τῆς

 Ὀµορφιᾶς, ἀλλὰ αὐτὸς τὸν οὐρανὸ ἀρκέσθηκε νὰ

 δείξει πάνω ἀπὸ τοὺς σωρεῖτες. – Ἐκεῖ νὰ πᾶς, εἶπε,

ἐκεῖ θὰ µάθεις… Ἑφτὰ µερόνυχτα πέρασα κοντὰ σ’

ἐκείνην, γιατὶ τὸ µεσηµέρι τῆς ὀγδόης, ἑνὸς ναΐσκου

 ἀνοίγοντας τὴ θύρα, τὴ µάνα µου ἀντίκρυσα στὴ

 γῆ, ποὺ ἔκλαιγε µὲ λυγµοὺς τὸ χαµό µου, κι εὐθὺς

λαχτάρησα στὸν καηµό της νὰ προστρέξω.

 

 

Τῶν ἀκτῶν τοῦ Παραδείσου ἐντεταλµένος τώρα

 εἶµαι καὶ διέρχοµαι, µέσα στὸ φῶς ποὺ παρῆλθε δι-

έρχοµαι, καθὼς µιὰν ἀστραπὴ προτρέπω πάντοτε

τῆς Δόξας τῶν Ἀνθρώπων τὸ δάκρυ µας ἀπλήρωτο

νὰ µὴν ἀφήσει. Ἄραγε ποιός εἶναι γιὰ ν’ ἀκούσει;

Ποιός, ἂν ὄχι αὐτὸς ποὺ τώρα φορᾶ τὸ πρόσωπό

 µου κάτω ἀπὸ ἕνα φεγγάρι ἀβέβαιο γιὰ τὸν κόσµο

 καὶ τὸ σπίτι µου ξαναχτίζει, ἀσκητικὸς καὶ µόνος.

 Ὅ,τι λησµόνησα, αὐτὸς νὰ τὸ συγχωρέσει. Ἡ βαθιὰ

 οὐλή, ἡ ἔρηµος καὶ ἡ χοάνη.

 

 

*

ΓΡΑΜΜΑ

ἔ! θάλασσα,

ποιός προστάζει τὰ νερὰ

κόµπους τὰ χέρια του νὰ δέσουν;

 

 

Ἀβοήθητος θά ’ναι, ἀπαρηγόρητος

ὅπως ὁ θεὸς µέσ’ στὴ σκούνα του

πού ’χει τὴ γῆ στὸν οὐρανό της

 

 

 

ἔ! θάλασσα,

ποῦ τὸ ἀεράκι δὲν εἶναι µόλις τῆς ζωῆς

ἢ µόλις τοῦ θανάτου; –

 

 

Ἦταν, µοῦ ’παν οἱ γλάροι

καὶ τὸ ἀναβόσβησµα τῶν φάρων

ἀψηφοῦσαν

 

 

 

ἔ! θάλασσα,

γιατί ἔβαλες φωτιὰ στὶς λέξεις µου

κι ἁλάτι στὶς πληγές µου;

 

 

 

Δὲν εἶχα ἐγὼ τὸ σκοτάδι

ὅπως ἕνας πίνακας δὲν ἔχει κάποιον ἄλλον

 

 

 

Ποιός, λοιπόν, µὲ ζωγράφισε ξανὰ

γιὰ νὰ κρατᾶ τὸ ὄνειρο πάντα νέο;

 

*

ΤΟΝ OΔΥΣΣΕΑ (!)

Κρύβει ἡ γῆ τοὺς ἐναποµείναντες καρπούς της

Οἱ δεσµοφύλακες τῶν αἱµάτων τραγουδᾶνε τὴ

     νίκη τους:

πάνω ἀπ’ τὶς ἀναίτιες φωτιὲς καὶ τὶς στάχτες

       νεκρὸς βασιλεύει ὁ ἀέρας

Ὁ θάνατός του εἶναι ἕνα σταµατηµένο ἐκκρεµὲς

     ἀνάµεσα στοὺς ἡλίανθους καὶ τοὺς σµίλακες.

 

Πέτα τὰ δίχτυα σου καὶ πιάσε τὸν Ὀδυσσέα:

ξεστράτισε πίσω ἀπ’ τὸν µαῦρο καὶ τὸν ἄσπρο χρό-

    νο τῶν ἀνθρώπων.

 

 

*

ΠΑΡΑΙΝΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

1.

Ἂν ὁ χρόνος ἐκπορθεῖτο,

στὴ θάλασσα θὰ ἐπιστρέφαµε

Ἐκεῖ, ἐκεῖ θὰ ἔλειωνε ἡ σάρκα µας ἀβοήθητη

Ἐκεῖ θὰ µέναµε γυµνοὶ καὶ µόνοι.

2.

Ποτὲ τὸν δρόµο δὲν δείχνουν οἱ νεκροὶ

οἱ νεκροὶ δὲν ξέρουν:

τὸ σκοτάδι µπροστά µας σκάβουν

ἄλλοτε γιὰ θάνατο κι ἄλλοτε γιὰ γέννα

Χαµήλωσε, λοιπόν, τοὺς ὤµους κι ἄκουγε

τὸν ἦχο τους ψηλὰ στὸν ἀέρα

Θὰ µάθεις ὅλη τὴν ἀλήθεια

σὰν τὸ ψάρι ποὺ πιάνεται στ’ ἀγκίστρι.

3.

Στάζει ὁ θάνατος

στάζει ἀπ’ τὶς καρδιὲς τῶν νεκρῶν

σ’ ἐκεῖνες τῶν ζωντανῶν

Αὐτὴ εἶναι ἡ τέλεια συµµαχία τῆς Ἀγάπης

Οἱ πάγοι λειώνουν, ὁ πυρετὸς

κι ὁ ἱδρώτας ξαναρχίζουν

καθὼς τὴ µαύρη χολὴ του καταπίνεις

Μὴν πεῖς: ἐγὼ εἶµαι ἄλλος

Μὴν πεῖς: θάνατος ὁ βαρὺς κάνθαρος

ποὺ ἀνάµεσα στ’ ἄστρα αἰωρεῖται.

4.

Ἡ καρέκλα δὲν εἶναι τραπέζι

Τὸ τραπέζι δὲν εἶναι τριαντάφυλλο

Τὸ τριαντάφυλλο δὲν εἶναι κυπαρίσσι

Τὸ κυπαρίσσι δὲν εἶναι φεγγάρι

Ξέχασε γρήγορα αὐτὴ τὴ γλώσσα ἂν θέλεις

πάνω στὶς ἑφτὰ νύχτες νὰ ὑψωθεῖς

µὲ τοῦ Ἀρνηµένου µεθώντας τὸ κρασί.

5.

O τρόµος τοῦ θηρευτῆ κι ὁ τρόµος τοῦ θηράµατος

εἶναι καὶ οἱ δυὸ ἀπαλλαγµένοι ἀπὸ κάθε ἁµαρτία

Γι’ αὐτό, δύσκολα τὸν ἕναν ἀπὸ τὸν ἄλλον ξεχωρίζεις:

Τὸ ἴδιο πυρακτωµένο πουκάµισο φορᾶνε

ποὺ ὑφάναν τὰ χέρια τῆς Ἀγάπης!

Κανεὶς τὸ πουκάµισο αὐτὸ δὲν µπορεῖ ἀπὸ πάνω του

νὰ βγάλει. Ἔτσι ὁ κόσµος µὲ µιὰ φωτιὰ µοιάζει

ποὺ ἂν ἔσβηνε ποτὲ, λάθος τοῦτο θὰ λογιζόταν

Ὄχι, λοιπόν, δὲν πρέπει Ἀγάπη νὰ σηµαίνει

σβήσιµο τοῦ τρόµου, ἀλλὰ ἀναγωγὴ τῆς θλίψης

ἀναγωγὴ τῆς κίνησης, στὴν ἐπιθυµία µας

νὰ ἐπιφέρουµε τὴ γαλήνη στὸν τροµαγµένο.

6.

Στὴ γέφυρα ποὺ χτίζεις καὶ δὲν πολυστολίζεις

γιατὶ πρέπει, ὢ ναί, ὡς γέφυρα πρέπει νὰ συνεχίσεις

Τώρα σ’ αὐτὴν προπάντων τὸ βῆµα σου ὁδήγα

Ξέρει ἕνα βραδυνὸ τραγούδι γιὰ τὸν ἔρωτα

Ξέρει τί περισώζει ὁ θάνατος ποὺ δὲν βλέπουµε.

 

 

 

 

*

ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΒΛΕΜΜΑ

Ἀρκεῖ ἕνα κερὶ ν’ ἀνάψει τ’οὐρανοῦ

γιὰ νὰ σειστεῖ ὁλόκληρη ἡ πλάση

Ἀρκεῖ οἱ ζωντανοὶ νὰ σπείρουν τὴ διχόνοια

γιὰ νὰ φυτρώσει ἡ Ἀγάπη μέσ’ στοὺς τάφους

 

 

Ἂς πῶ, λοιπόν, τὴ φράση, ἂς πῶ:

Ἀλήθεια, τὴ μαγεία θέλω ἴσα-ἴσα ν’ ἀκουμπῶ!

 

Τώρα ποὺ ἡ κραυγή μου σὰ βέλασμα

μὲ ἐπιστρέφει στὴν κοιλιά σου, κι ἔχω

τὴν εὐωδιὰ τοῦ δυόσμου μέσ’ στὸ στόμα

γιὰ νὰ κρατῶ τὸν θάνατο ἀπέξω, εἶναι

τὸ σκοτάδι ποὺ γεννᾶ τὸ διάφανο χέρι

τῆς ἀπουσίας, εἶναι τὰ μάτια τῆς καρδιᾶς

(γιατὶ δὲν ἔχουν κλείσει ἀκόμη), εἶναι

 

 

τὸ φεγγάρι πρὶν τοῦ κόσμου τὶς Βαβυλῶνες.

 

 

*******************************

O Βασίλης Ζηλάκος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1980 και σπούδασε Φιλοσοφία και Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Μακγκίλ (McGill) στο Μόντρεαλ του Καναδά. Το θέμα της διατριβής του ήταν «Ηθικά αξιολογικά στο έργο του Έντμουντ Χούσερλ».  Έχει δημοσιεύσει σε περιοδικά και εφημερίδες του Καναδά και της Ελλάδας. Από το 2009 εκδίδει το περιοδικό Κουκούτσι, περιοδικό περί ποίησης.  Συνεργάτης στην Βιβλιοθήκη – Καταφύγιο θηραμάτων στην Σαββατιάτικη Ελευθεροτυπία.