Το δεύτερο βιβλίο του Βασίλη Ζηλάκου (γεν.1980) παίρνει τη σκυτάλη από το προ διετίας «Η κούπα του τσαγιού» (εκδ. Οδός Πανός, 2011), παρθενικό του βήμα στο μαραθώνιο της έκφρασης. Στα «Αποσπάσματα από τα τετράδια ενός τραυλού Ερημίτη» όπως ήταν ο υπότιτλος της πρώτης εκείνης συλλογής, έρχονται να προστεθούν τα «Αποσπάσματα από τις γραφές ενός Εξόριστου»- η υποσημείωση του νέου του βιβλίου, «Ξύλο ξανθό π΄αφράτεψε στο στόμα» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις ίδιες εκδόσεις. Ευρηματικές οι δυο υποσημειώσεις λειτουργούν ως ο υπόγειος σύνδεσμος των ποιημάτων των δύο βιβλίων, ακόμα και όταν φαινομενικά ο αναγνώστης δεν μπορεί να ερμηνεύσει την (υφολογική κυρίως) συνοχή των ποιημάτων. Ο «Ερημίτης» του πρώτου βιβλίου, αυτο-εξόριστος, θα λέγαμε, κατ’ επιλογήν, γίνεται «Εξόριστος» στο δεύτερο βιβλίο κάτι που νοηματικά παραπέμπει σε μη εθελουσία έξοδο, ωστόσο τα ποιήματα δείχνουν πως η απόφαση είναι προσωπική. Και οι δύο πάντως «ήρωες» των βιβλίων είναι οδοιπόροι όχι εν στάσει προσκυνητές. Είναι διαλογιζόμενοι εν προόδω και όχι εκφραστές μιας εμπειρίας. Ξεφλουδίζουν, δηλαδή, τα δέντρα των δρόμων τους αναζητώντας τις απαντήσεις μέσα από μονολόγους και διαλόγους άλλοτε με το εσωτερικό άπειρο και άλλοτε με τη σοφή φύση: «ἔ! Θάλασσα,/ γιατί ἔβαλες φωτιὰ στὶς λέξεις µου/ κι ἁλάτι στὶς πληγές µου; (σελ. 47)- «Συχνά, όταν βραδιάζει/ μιας ελιάς το κλάμα ακούω για τον πετεινό που δεν λαλει» (σελ.11).
Ο Ζηλάκος ωστόσο σε σχέση με το πρώτο του βιβλίο, παρουσιάζεται πιο «λυτός» στη γλώσσα, αλλά με την ίδια διακειμενικότητα – από τη φιλοσοφία και τη θεολογία -και όχι θρησκειολογία- και από τον λυρισμό του Σολωμού και τον κρυπτογραφισμό του Έλιοτ, μέχρι τον παραβολικό λόγο του Γκιμπράν και τον φυσιολατρικό αναστοχασμό του Ουίτμαν [εκλεκτή η συγγένειά του με «Το τραγούδι του εαυτού μου»] Αυτή όμως η γλώσσα του είναι βαθύτατα ελληνική, προικισμένη, είτε ως σημαίνον είτε ως σημαινόμενο, εν αντιθέσει με πολλούς σύγχρονούς του ηλικιακά ποιητές οι οποίοι δεν καταφέρνουν να σωματοποιήσουν την γνώση της παγκόσμιας λογοτεχνίας και ουσιαστικά λειτουργούν στην ποίησή τους ως κακέκτυπες μεταφράσεις.
Το ζητούμενο, λοιπόν,της ποιητικής του Ζηλάκου δεν είναι συναισθηματική φόρτιση του αναγνώστη ούτε η προσωπική του αποφόρτιση. Μέσα από μια αφηγηματική ποιητική, που τείνει στην ουδετερότητα και όχι την παθητικοποίηση, προσφέρει έναν φιλοσοφικό λυρισμό και όχι μια συναισθηματική λυρική εκτόνωση, και με βάση αυτό το χαρακτηριστικό θα πρέπει να αξιολογηθεί. Ως προς το ύφος, τέλος, σαν μουσική παρτιτούρα προσφέρει εκείνες τις διακυμάνσεις -άλλοτε πεζά κείμενα, άλλοτε σε ποιητική φόρμα, μεγαλύτερα ή ολιγόστιχα- που εξυπηρετούν την εξέλιξη της ιστορίας και ταυτόχρονα τα ίδια τα κείμενα αυτά λειτουργούν αυτόνομα. Και ακόμα περισσότερο οι ιδιοι οι στίχοι αναγιγνώσκονται μεμονωμένα, γεγονός κατά τη γνώμη μου υψίστης σημασίας σε ένα ποιητικό βιβλίο.
Θα κλείσω αυτή τη σύντομη περιδιάβαση στην ποίηση του Βασίλη Ζηλάκου με τους δικούς του στίχους, πηδάλιο για τις αγριότερες μέρες που έρχονται:
«Όχι, λοιπόν, δεν πρέπει Αγάπη να σημαίνει
σβήσιμο του τρόμου, αλλά αναγωγή της θλίψης
αναγωγή της κίνησης, στην επιθυμία μας
να επιφέρουμε τη γαλήνη στον τρομαγμένο» (σελ.56)
Ακολουθεί μια μικρή Ανθολογία ποιημάτων από το βιβλίο του:
ΤΟ ΣΟΒΑΡΟ ΚΟΡΙΤΣΙ
Ὑπάρχει µιὰ ἐλιὰ στὴ µέση τῆς χώρας τῶν πάγων
Ὑπάρχει ἕνας δαίµονας ποὺ κάθεται ὀκλαδὸν
στὴν κορφή της
Τραβᾶ πρὸς τὰ κάτω τοὺς ζωντανοὺς καὶ τοὺς πετά
µὲ βία στὸ σκοτάδι
Ὑπάρχει ἕνα κορίτσι ποὺ κάθεται ὀκλαδὸν στὴ σκιὰ
τοῦ δέντρου
Στρώνει τὰ µαῦρα της µαλλιὰ γιὰ νὰ µὴν τραυµατι-
σθοῦν ἐκεῖνοι
Τὸ παιχνίδι της εἶναι πιὸ ἀληθινὸ ἀπὸ τοῦ δαίµονα
Τὸ παιχνίδι της εἶναι πιὸ ἀληθινὸ γιατὶ δὲν εἶναι
παιχνίδι
Τὸ παιχνίδι της δὲν εἶναι παιχνίδι γιατὶ δὲν χρειά-
ζεται
νὰ ξεριζώσει καὶ νὰ πετάξει τίποτα καὶ κανέναν στὸ
σκοτάδι
ὥστε νὰ πείσει ἔτσι τὸν ἑαυτό της πὼς µόνο αὐτὸ
ὑπάρχει.
*
ΔΕΝ ΘΑ ΧΡΕΙΑΖΟΜΟΥΝΑ ΤΙΠΟΤΑ
Τὴν αὐγὴ τὸ µαρτυροῦνε οἱ κοῖλες φωτιὲς
στὰ λειβάδια: στὰ κρυφά, στὰ κρυφὰ
σφαγιάζονται οἱ προσευχές µας
οἱ µόνοι µας σύντροφοι τὰ δέντρα!
Ἐκεῖ ἐγώ, ἐκεῖ, προκειµένου νὰ κυλήσω
µέσα στὴν αἰωνιότητα ὅπως ὁ ὕπνος
τῶν βρεφῶν, τὸν Θεὸ συχνὰ ὀνειρεύοµαι
καὶ νοιώθω τὰ λόγια τῆς λευκῆς ὑποµονῆς Του
Εἶµαι αὐτός, µοῦ λένε, ποὺ γυρίζοντας
τὰ χέρια του δεξιὰ κι ἀριστερά, δίνει,
παίρνει καὶ ξαναδίνει τὸ πιάτο του
στοὺς ὁρῶντες τὴν κοιλάδα τοῦ θανάτου
Τότε εὐθὺς καταλαβαίνω: ἂν τέσσερα
µόλις χέρια τὴν ἴδια στιγµὴ ἄγγιζαν µία πέτρα
τὸν κόσµο ὁλάκερο θὰ µποροῦσε αὐτὴ νὰ σηκώσει
Κι ἔτσι γι’ αὐτὰ τὰ χέρια µονάχος περιπλανιέµαι
Τὰ χέρια, ποὺ µὲ τὰ δικά µου χέρια
τὴν ὄψη τοῦ κόσµου τὴν ἁµαρτωλή, µὲ τὶς ἕξι
κοφτερὲς γωνιές της, γιὰ πάντα θὰ σκεπάσουν
Ἄχ, ἂν µόνο βρισκόταν κάποιος ποιητὴς
καὶ στὴν πέτρα νὰ χάραζε τὶς λέξεις
Ἐν τῇ ἀγήρῳ µακαριότητι,
ἂν ἔστω ἕνα παιδὶ ὑπῆρχε ἐδῶ γύρω
ν’ ἀγγείλει τ’ Ἀνθεστήρια τῶν χρόνων τῆς ἄµµου
δὲν θὰ χρειαζόµουν τίποτα ἀπ’ ὅλα τοῦτα
Δὲν θὰ χρειαζόµουν καὶ τὸ τελευταῖο χέρι
ποὺ θὰ µὲ δείξει, λέγοντας: «αὐτὸν τὸν ἤξερα,
ἤτανε φίλος». Δὲν θὰ χρειαζόµουν
τίποτα. Αὐτὴ ἡ γῆ θὰ ἤτανε δική µου.
*
ΕΞΑΙΦΝΗΣ
Ἂς φώναξα «ἐγὼ!», καλώντας τὸν κεραυνὸ
νὰ µὲ φωτίσει πάλι πέρα
Κελάδησε ἕνα πουλὶ µέσα στὴν κραυγή µου
καὶ γεννήθηκαν πλάι µου τὰ δέντρα
Τότε προσκύνησα τοὺς πόνους µου
ὅπως οἱ σοφοὶ µὲ τὸ ξηµέρωµα τὴ µέρα.
*
ΤΩΝ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΩΝ
Mία νύχτα, µετὰ τὸ πρῶτο Αἷµα ἦταν, τοῦ
σκοταδιοῦ οἱ ἐπίλεκτοι µονωδοὶ τὸ πα-
ράξενο ἐνδιαίτηµά µου θέλησαν νὰ γκρε-
µίσουν – ἕνα πέτρινο πυργί, ποὺ εἶχε τὰ δώµατά
του χτισµένα τὸ ἕνα µέσα στὸ ἄλλο γιὰ ν’ ἀνοίγουν
ὅλα µ’ ἕνα µόνο κλειδί. Ἐπὶ τρεῖς ἡµέρες, θυµᾶµαι,
ὅ,τι ἔβρισκαν µπροστά τους τὸ χαλοῦσαν, µὲ σίδερο
ἢ µὲ φωτιὰ τὸ χαλοῦσαν, ἀλλά, ὅπως ἡ τέταρτη
ξηµέρωσε ἡµέρα, ἡ στέγη ἔξαφνα ἐδιαλύθη, κι ἕνα
πουλὶ –ὅµοιό του ἀνθρώπου µάτι δὲν εἶχε ξαναδεῖ–
πέταξε στὰ ὕψη φοβισµένο.
Τ’ ἄλλο πρωΐ –σκέφτοµαι αὐτὸ νὰ σοῦ πῶ, φίλε
ἀναγνώστη, καὶ νὰ τελειώσω–, ζήτησα ἀπὸ ἕναν
Ἀνατολίτη γέροντα νὰ µάθω τὸ τί καὶ τὸ ποῦ τῆς
Ὀµορφιᾶς, ἀλλὰ αὐτὸς τὸν οὐρανὸ ἀρκέσθηκε νὰ
δείξει πάνω ἀπὸ τοὺς σωρεῖτες. – Ἐκεῖ νὰ πᾶς, εἶπε,
ἐκεῖ θὰ µάθεις… Ἑφτὰ µερόνυχτα πέρασα κοντὰ σ’
ἐκείνην, γιατὶ τὸ µεσηµέρι τῆς ὀγδόης, ἑνὸς ναΐσκου
ἀνοίγοντας τὴ θύρα, τὴ µάνα µου ἀντίκρυσα στὴ
γῆ, ποὺ ἔκλαιγε µὲ λυγµοὺς τὸ χαµό µου, κι εὐθὺς
λαχτάρησα στὸν καηµό της νὰ προστρέξω.
Τῶν ἀκτῶν τοῦ Παραδείσου ἐντεταλµένος τώρα
εἶµαι καὶ διέρχοµαι, µέσα στὸ φῶς ποὺ παρῆλθε δι-
έρχοµαι, καθὼς µιὰν ἀστραπὴ προτρέπω πάντοτε
τῆς Δόξας τῶν Ἀνθρώπων τὸ δάκρυ µας ἀπλήρωτο
νὰ µὴν ἀφήσει. Ἄραγε ποιός εἶναι γιὰ ν’ ἀκούσει;
Ποιός, ἂν ὄχι αὐτὸς ποὺ τώρα φορᾶ τὸ πρόσωπό
µου κάτω ἀπὸ ἕνα φεγγάρι ἀβέβαιο γιὰ τὸν κόσµο
καὶ τὸ σπίτι µου ξαναχτίζει, ἀσκητικὸς καὶ µόνος.
Ὅ,τι λησµόνησα, αὐτὸς νὰ τὸ συγχωρέσει. Ἡ βαθιὰ
οὐλή, ἡ ἔρηµος καὶ ἡ χοάνη.
*
ΓΡΑΜΜΑ
ἔ! θάλασσα,
ποιός προστάζει τὰ νερὰ
κόµπους τὰ χέρια του νὰ δέσουν;
Ἀβοήθητος θά ’ναι, ἀπαρηγόρητος
ὅπως ὁ θεὸς µέσ’ στὴ σκούνα του
πού ’χει τὴ γῆ στὸν οὐρανό της
ἔ! θάλασσα,
ποῦ τὸ ἀεράκι δὲν εἶναι µόλις τῆς ζωῆς
ἢ µόλις τοῦ θανάτου; –
Ἦταν, µοῦ ’παν οἱ γλάροι
καὶ τὸ ἀναβόσβησµα τῶν φάρων
ἀψηφοῦσαν
ἔ! θάλασσα,
γιατί ἔβαλες φωτιὰ στὶς λέξεις µου
κι ἁλάτι στὶς πληγές µου;
Δὲν εἶχα ἐγὼ τὸ σκοτάδι
ὅπως ἕνας πίνακας δὲν ἔχει κάποιον ἄλλον
Ποιός, λοιπόν, µὲ ζωγράφισε ξανὰ
γιὰ νὰ κρατᾶ τὸ ὄνειρο πάντα νέο;
*
ΤΟΝ OΔΥΣΣΕΑ (!)
Κρύβει ἡ γῆ τοὺς ἐναποµείναντες καρπούς της
Οἱ δεσµοφύλακες τῶν αἱµάτων τραγουδᾶνε τὴ
νίκη τους:
πάνω ἀπ’ τὶς ἀναίτιες φωτιὲς καὶ τὶς στάχτες
νεκρὸς βασιλεύει ὁ ἀέρας
Ὁ θάνατός του εἶναι ἕνα σταµατηµένο ἐκκρεµὲς
ἀνάµεσα στοὺς ἡλίανθους καὶ τοὺς σµίλακες.
Πέτα τὰ δίχτυα σου καὶ πιάσε τὸν Ὀδυσσέα:
ξεστράτισε πίσω ἀπ’ τὸν µαῦρο καὶ τὸν ἄσπρο χρό-
νο τῶν ἀνθρώπων.
*
ΠΑΡΑΙΝΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ
1.
Ἂν ὁ χρόνος ἐκπορθεῖτο,
στὴ θάλασσα θὰ ἐπιστρέφαµε
Ἐκεῖ, ἐκεῖ θὰ ἔλειωνε ἡ σάρκα µας ἀβοήθητη
Ἐκεῖ θὰ µέναµε γυµνοὶ καὶ µόνοι.
2.
Ποτὲ τὸν δρόµο δὲν δείχνουν οἱ νεκροὶ
οἱ νεκροὶ δὲν ξέρουν:
τὸ σκοτάδι µπροστά µας σκάβουν
ἄλλοτε γιὰ θάνατο κι ἄλλοτε γιὰ γέννα
Χαµήλωσε, λοιπόν, τοὺς ὤµους κι ἄκουγε
τὸν ἦχο τους ψηλὰ στὸν ἀέρα
Θὰ µάθεις ὅλη τὴν ἀλήθεια
σὰν τὸ ψάρι ποὺ πιάνεται στ’ ἀγκίστρι.
3.
Στάζει ὁ θάνατος
στάζει ἀπ’ τὶς καρδιὲς τῶν νεκρῶν
σ’ ἐκεῖνες τῶν ζωντανῶν
Αὐτὴ εἶναι ἡ τέλεια συµµαχία τῆς Ἀγάπης
Οἱ πάγοι λειώνουν, ὁ πυρετὸς
κι ὁ ἱδρώτας ξαναρχίζουν
καθὼς τὴ µαύρη χολὴ του καταπίνεις
Μὴν πεῖς: ἐγὼ εἶµαι ἄλλος
Μὴν πεῖς: θάνατος ὁ βαρὺς κάνθαρος
ποὺ ἀνάµεσα στ’ ἄστρα αἰωρεῖται.
4.
Ἡ καρέκλα δὲν εἶναι τραπέζι
Τὸ τραπέζι δὲν εἶναι τριαντάφυλλο
Τὸ τριαντάφυλλο δὲν εἶναι κυπαρίσσι
Τὸ κυπαρίσσι δὲν εἶναι φεγγάρι
Ξέχασε γρήγορα αὐτὴ τὴ γλώσσα ἂν θέλεις
πάνω στὶς ἑφτὰ νύχτες νὰ ὑψωθεῖς
µὲ τοῦ Ἀρνηµένου µεθώντας τὸ κρασί.
5.
O τρόµος τοῦ θηρευτῆ κι ὁ τρόµος τοῦ θηράµατος
εἶναι καὶ οἱ δυὸ ἀπαλλαγµένοι ἀπὸ κάθε ἁµαρτία
Γι’ αὐτό, δύσκολα τὸν ἕναν ἀπὸ τὸν ἄλλον ξεχωρίζεις:
Τὸ ἴδιο πυρακτωµένο πουκάµισο φορᾶνε
ποὺ ὑφάναν τὰ χέρια τῆς Ἀγάπης!
Κανεὶς τὸ πουκάµισο αὐτὸ δὲν µπορεῖ ἀπὸ πάνω του
νὰ βγάλει. Ἔτσι ὁ κόσµος µὲ µιὰ φωτιὰ µοιάζει
ποὺ ἂν ἔσβηνε ποτὲ, λάθος τοῦτο θὰ λογιζόταν
Ὄχι, λοιπόν, δὲν πρέπει Ἀγάπη νὰ σηµαίνει
σβήσιµο τοῦ τρόµου, ἀλλὰ ἀναγωγὴ τῆς θλίψης
ἀναγωγὴ τῆς κίνησης, στὴν ἐπιθυµία µας
νὰ ἐπιφέρουµε τὴ γαλήνη στὸν τροµαγµένο.
6.
Στὴ γέφυρα ποὺ χτίζεις καὶ δὲν πολυστολίζεις
γιατὶ πρέπει, ὢ ναί, ὡς γέφυρα πρέπει νὰ συνεχίσεις
Τώρα σ’ αὐτὴν προπάντων τὸ βῆµα σου ὁδήγα
Ξέρει ἕνα βραδυνὸ τραγούδι γιὰ τὸν ἔρωτα
Ξέρει τί περισώζει ὁ θάνατος ποὺ δὲν βλέπουµε.
*
ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΒΛΕΜΜΑ
Ἀρκεῖ ἕνα κερὶ ν’ ἀνάψει τ’οὐρανοῦ
γιὰ νὰ σειστεῖ ὁλόκληρη ἡ πλάση
Ἀρκεῖ οἱ ζωντανοὶ νὰ σπείρουν τὴ διχόνοια
γιὰ νὰ φυτρώσει ἡ Ἀγάπη μέσ’ στοὺς τάφους
Ἂς πῶ, λοιπόν, τὴ φράση, ἂς πῶ:
Ἀλήθεια, τὴ μαγεία θέλω ἴσα-ἴσα ν’ ἀκουμπῶ!
Τώρα ποὺ ἡ κραυγή μου σὰ βέλασμα
μὲ ἐπιστρέφει στὴν κοιλιά σου, κι ἔχω
τὴν εὐωδιὰ τοῦ δυόσμου μέσ’ στὸ στόμα
γιὰ νὰ κρατῶ τὸν θάνατο ἀπέξω, εἶναι
τὸ σκοτάδι ποὺ γεννᾶ τὸ διάφανο χέρι
τῆς ἀπουσίας, εἶναι τὰ μάτια τῆς καρδιᾶς
(γιατὶ δὲν ἔχουν κλείσει ἀκόμη), εἶναι
τὸ φεγγάρι πρὶν τοῦ κόσμου τὶς Βαβυλῶνες.
*******************************
O Βασίλης Ζηλάκος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1980 και σπούδασε Φιλοσοφία και Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Μακγκίλ (McGill) στο Μόντρεαλ του Καναδά. Το θέμα της διατριβής του ήταν «Ηθικά αξιολογικά στο έργο του Έντμουντ Χούσερλ». Έχει δημοσιεύσει σε περιοδικά και εφημερίδες του Καναδά και της Ελλάδας. Από το 2009 εκδίδει το περιοδικό Κουκούτσι, περιοδικό περί ποίησης. Συνεργάτης στην Βιβλιοθήκη – Καταφύγιο θηραμάτων στην Σαββατιάτικη Ελευθεροτυπία.











Ευχαριστώ τον φίλο Σωτήρη Παστάκα για την καταχώρηση και τον φίλο Σπύρο Αραβανή για τη μεστή κριτική αποτίμηση της συλλογής μου.
σΥΜΠΑΘΗΤΙΚΟς ΠΟΙΗΤΗς Ο ΒΑΣΙΛΗς ,ΔΙΑΒΑΖΕΤΑΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΑ ,ΑΛΛΑ ΕΓΩ ΔΕΝ ΖΗΤΩ ΑΥΤΟ ΑΠΟ ΤΗΝΠΟΙΗΣΗ ΕΝΟ ΝΕΟΥ ,ΔΕΝ ΒΛΕΠΩ ΚΑΜΙΑ ΦΛΟΓΩΔΗ ΑΝΗΣΥΧΙΑ ΚΑΜΜΙΑ ΕΞΕΓΕΡΜΕΝΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ ,ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΓΡΗΓΟΡΑ ΝΑ ΦΙΛΟΣΟΦΕΙ ΑΠΟΣΥΡΜΕΝΟς…
κ. Κριτσινιώτη δοκιμάστε να ξαναδιαβάσετε τα ποιήματα αγνοώντας το βιογραφικό και την ηλικία.
Το τελευταίο ποίημα μου θύμισε τόσο πολύ Ελύτη που δεν μπόρεσα να ξανα-διαβάσω έτσι το “Τον Οδυσσέα(!)”.
Δεν ξέρω αν είναι αυτό πρόβλημα της έντονης διακειμενικότητας, αλλά ενώ είναι μια ποίηση που μου αρέσει, έχω μια έντονη αίσθηση ότι τον τρόπο τον έχω ξαναδιαβάσει, ότι είναι ακόμη δανεικός κι όχι προσωπικώς.
Και το μορφικό σχόλιο μόνο γιατί πιστεύω ότι μόνο όταν σωματοποιηθεί στο προσωπικό είναι έτοιμη η γλώσσα να πει αυτά που θέλει.
Καλή συνέχεια!
“Πρέπει, επομένως, και ο γέροντας να φιλοσοφεί και ο νέος:ο ένας για να μένει, κι όταν γερνά, νέος χάρη στα όμορφα πράγματα, καθώς με χαρά θα ανατρέχει στα περασμένα, ο άλλος για να’ ναι και ως νέος συνάμα γέροντας, καθώς δεν θα τον κυριεύει φόβος για τα μελλούμενα.” Τάδε έφη Επίκουρος. Τώρα, ως προς την εξεγερμένη αμφισβήτηση, υπάρχουν, αγαπητέ μου Αθανάσιε, πολύ τρόποι αμφισβήτησης, και πολύ φοβάμαι ότι ο πιο οργισμένος τρόπος της σε καθιστά δέσμιο του αντικειμένου της οργής σου για να μην πω ότι και κρύβει μια κάποια δόση έπαρσης και ναρκισσισμού. Το θέμα όμως είναι δύσκολο και δεν φωτίζεται μέσω σχολίων. Ωστόσο, η αμφισβήτηση δεν είναι αυτοσκοπός μου, αλλά ο άνθρωπος και το σκοτάδι του όπως το βιώνω και προσπαθώ να το στοχάζομαι ποιητικά. Τουλάχιστον μέχρι στιγμής, ενώ πραγματικά εύχομαι στην νεότητα της γραφής μου όταν με το καλό ο καιρός ωριμάσει, όταν δηλαδή αιστανθώ ότι έχω ψηλαφίσει αρκετά την πέτρα που κρατώ στα χέρια μου και έχω εντοπίσει τα πιο πορώδη σημεία και δύναμαι να τα τρυπήσω για να περάσει το φως. Αν όμως το στοιχείο της αμφισβήτησης συμβαίνει μέσω της γαλήνης που προσπαθώ να επιφέρω στον αναγνώστη, ε αυτό είναι χαρά και τιμή μου.Καλό απόγευμα σας και ευχαριστώ ξανά τους φίλους μου στο Ποιείν.
Αυτό το βιβλίο είναι ξεχωριστό, κάθε ποίημα είναι μια ψηφίδα που συμπληρώνει το σύνολο. Στο τέλος της ανάγνωσης ο αναγνώστης έχει την άίσθηση ότι η σκέψη, οι αισθήσεις και η ευαισθησία του συγκροτούνται με έναν πρωτοφανέρωτο τρόπο. Προτρέπω όλους να διαβάσουν τη συλλογή στο σύνολό της. Θα καταλάβετε…
“Διαβάζεται ευχάριστα”. Δηλαδή ως τι ανάγνωσμα; Δεν νομίζω ότι είναι ο ενδεδειγμένος χαρακτηρισμός για τη συλλογή αυτή. Θα συμφωνήσω με τον κ. Αραβανή για έναν “φιλοσοφικό λυρισμό” που απέχει από τις συναισθηματικές εξάρσεις και τις εκτονώσεις εξαιτίας της μεστότητας του λόγου και της σκέψης. Προσωπικά εμένα η ανάγνωση μου έφερε στο νου εγχειρήματα σολωμικά -άρα και ρομαντικά-και απόηχους τέτοιους αλλά εν μέσω σύγχρονων όρων/εποχής. Βρήκα μια ιδιάζουσα φωνή, έναν δυναμικό λυρισμό. Εύγε και πάλι κ. Ζηλάκο.
Νομίζω ότι ο ποιητής άγγιξε το σώμα του ποιητικού μύθου του τόσο αβρά που πέτυχε μια εμπνευσμένη θωπεία.
Κε Ζηλάκο ποιήσατε λίαν καλώς.
Και πιο πολύ ακόμα, μας μεταδώσατε αυτά που η πρόθεση θέλησε.
Για τα άλλα φτάνει η πορεία σας που νομίζω θα είναι λαμπρή.
Καλό δρόμο!