Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Λεωνίδας Γαλάζης, «Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες», εκδ. Φαρφουλάς, 2015 (Γράφει ο Χρήστος Μαυρής)

`

Η τελευταία ποιητικη συλλογη του Λεωνίδα Γαλάζη, που ανήκει στην πολυάριθμη ομάδα των ποιητων που εμφανίσθηκαν (γεννήθηκε το 1962) στην Κύπρο μετα την ανεξαρτησία της απο τον αγγλικο ζυγο, τιτλοφορείται Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες και εκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 2016 απο της εκδόσεις Φαρφουλας, στην Αθήνα. Η συλλογη Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες είναι η ένατη στη σειρα εκδομένη ποιητικη συλλογη του Γαλάζη, εφόσον προηγήθηκαν άλλες οκτω. Την χωρίζει όμως ένα χρονικο διάστημα τριών χρόνων απο την προηγούμενη ποιητικη συλλογη του που τιτλοφορείται Δοκιμες συγκολλήσεως και εκδόθηκε το 2013, επίσης απο τις εκδόσεις Φαρφουλας, στην Αθήνα.

Παρα το σύντομο χρονικο διάστημα που διέρρευσε απο την έμπνευση, τη συγγραφη και την ολοκλήρωση της τελευταίας συλλογης απο την αμέσως προηγούμενη, διαπιστώνω πως μεταξυ τους υπάρχουν κάποιες διακριτες διαφορες, (κυρίως σε ότι αφορα το επίπεδο της ποιότητας αλλα και τις δυσκολίες πρόσληψης της ποίησης που περιέχει η τελευταία συλλογη του), παρόλο που τεχνοτροπικα (υφολογικα, μορφολογικα και θεματογραφικα) είναι σχεδον οι ίδιες.

Βασικα, έχω διαπιστώσει πως η ποίηση που περιέχει η τελευταία συλλογη του Λεωνίδα Γαλάζη δεν είναι εξωστρεφης ούτε και εύκολη για κατανάλωση απο τον οποιονδήποτε, σε αντίθεση με την ποίηση που περιείχε η προηγούμενη συλλογη του, που στο μεγαλύτερο μέρος της ήταν βατη και κατανοητη απο τους αναγνώστες του. Κατα ανεξήγητο λόγο, στη συλλογη Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες, η ποίηση του Γαλάζη παρουσιάζεται επιμελως κρυπτικη, αιγνιγματώδης και υπαινικτικη, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης του να διαθέτει οπωσδήποτε κάποιο γνωσιολογικο και αισθητικο υπόβαθρο αλλα και να καταβάλλει κάποια επιπρόσθετη προσπάθεια μέχρι την πλήρη κατανόησή της. Στο σύνολό της ή σχεδον στο σύνολό της, για να μην είμαι απόλυτος, η συλλογη Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες περιέχει ποίηση με εσωτερικο βάθος και πυκνότητα, επιμελως όμως αποκρυμμένη, όπως ήδη έχω αναφέρει, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να χρειάζεται να επιχειρήσει μία γενναία καταβύθιση μέσα στις σελίδες του βιβλίου αλλα και στον ψυχικο κόσμο του δημιουργου του, μέχρι να σισθανθει και νʼ απολαύσει αυτη την ποίηση.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Η λειτουργία του σώματος στην ποίηση της Μάτσης Χατζηλαζάρου. Περιδιάβαση στα μονοπάτια ενός λυσιμελούς πάθους…(γράφει η Νάκα Παρασκευή)

εἶναι ἄξιο τὸ μάτι σου νὰ διασταλεῖ
τόσο ποὺ νὰ καθρεφτίσει τὴν εἰκόνα
τοῦ κόσμου…
Μ.Χ

Διερχόμενοι χρονικά τον κόμβο συνάντησης σώματος – ψυχής, πνευματικότητας και υλικότητας διαπιστώνουμε τη διαφορετική εκτίμηση και προσέγγιση των εννοιών αυτών ανά τους αιώνες. Αντιμέτωποι με έναν ορίζοντα προσδοκίας αέναα μεταβαλλόμενον, η περιδιάβαση στις θεωρητικές πραγματείες αποδεικνύει ότι η αξιολογική αποτίμηση σώματος και ψυχής διέρχεται μέσα από διαφορετικά φίλτρα πρόσληψης εντασσόμενα στα διάφορα πολιτισμικά συμφραζόμενα. Στην παρούσα μελέτη θα παρουσιάσω σε ένα πρώτο επίπεδο κάποιους σταθμούς στην ιστορική διαδρομή που ακολουθεί η διάκριση ψυχής -σώματος δίνοντας έμφαση στο δεύτερο σκέλος προκειμένου σε ένα δεύτερο επίπεδο να μεταβώ στην εξέταση της λειτουργίας του σώματος όπως αυτή διαγράφεται στην ποίηση της Μάτσης Χατζηλαζάρου.
Κατά την ομηρική εποχή η απουσία διάκρισης ανάμεσα σε νοητικό και σωματικό στοιχείο αντανακλά την έλλειψη διαφοροποίησης μεταξύ φυσικού και μεταφυσικού κόσμου . Στη λυρική ποίηση η Σαπφώ προβαίνει σε μία νέα ψυχοσωματική γεωγραφία του ατομικού εγώ όπου μέσα από τα σπαράγματα της ποιητικής της το πνευματικό στοιχείο αφομοιώνεται με το υλικό μεταβαίνοντας σε έναν ηδονικό φυσικό κόσμο όπου κυριαρχεί ο αισθησιασμός και η σωματικότητα. Τον 5ο αι. ο Σωκράτης θα υποστηρίξει ότι το σώμα καθίσταται εμπόδιο στην ψυχή ενώ ο Πλάτωνας θα προβάλλει την άποψη ότι το σώμα αποτελεί τον τάφο της ψυχής χωρίς ωστόσο να στέκει απόλυτα αρνητικός και απαξιωτικός προς το ωραίο σώμα . Εν συνεχεία, ο Αριστοτέλης παρουσιάζει την αλληλεξάρτηση και παράλληλη ανάπτυξη σώματος και ψυχής ενώ οι Επικούρειοι θα προβάλλουν την έννοια της ηδονής ως την απουσία πόθου και σωματικής υγείας. Στην μετάβαση ωστόσο προς τους μεσαιωνικούς χρόνους και την έλευση του χριστιανισμού το σώμα συνδέεται με τον άνθρωπο ως έκπτωτο, θεωρούμενο ως εμπόδιο προς την πνευματική ανύψωση και ενατένιση. Η Αναγέννηση ανακαλύπτει ξανά το σώμα αποδίδοντας του μια ατομική, ιδιωτική φύση. Ο Ντεκάρτ αντιλαμβάνεται το πνεύμα ως κάτι ξεχωριστό από το σώμα το οποίο, θεωρεί ως μία μηχανή με σάρκα και οστά. Η καρτεσιανή αυτή διάκριση οδηγεί σε μία σειρά δυϊσμών όπως βιολογικό/κοινωνικό, φυσικό/πολιτισμικό. Την εποχή του Διαφωτισμού, οι απόψεις του Ντεκάρτ συμβάλλουν στην καθιέρωση του τρόπου αυτού σκέψης. Αντίθετα, στις αρχές του 20ου αι. η διάκριση μεταξύ σώματος -νου τίθεται υπό αμφισβήτηση αρχικά από τον E. Durkheim και την έννοια του homo duplex, τον Νίτσε, τον E.Elias, τον M.Merleau-Ponty, Φουκώ, P.Bourdieu, τη Μ. Douglas και τις φεμινιστικές θεωρίες . Οι θεωρίες αυτές παρά τις αποκλίσεις τους, μετατοπίζουν το ενδιαφέρον από το σταθερό και δεδομένο στο ρευστό και αβέβαιο σώμα. Εδώ αξίζει να ξεχωρίσουμε το καθοριστικής σημασίας έργο του Μ. Φουκώ το οποίο αναδεικνύει την κεντρικότητα του σώματος και ιδιαίτερα της σεξουαλικότητας . Ο Μισέλ Φουκώ παρουσιάζει μια αρχαιολογία των λόγων επί της σεξουαλικότητας από τον 17ο και κυρίως τον 19ο αι. Περιγράφει το πάθος ως μία νόσο που αφορά το σώμα και την ψυχή. Το πάθος στην περίπτωση του σώματος φαντάζει μία πάθηση που διαταράζει την ισορροπία των χυμών ενώ για την ψυχή παίρνει μορφή ταραχής ικανής να την εξαφανίσει παρά τη θέλησή της . Eπίσης, ιδιαίτερα σημαντικό αναδεικνύεται το έργο της Judith Butler, η οποία αντιτίθεται στις θεωρίες που θεωρούν το σώμα ως αδρανή ύλη θεωρώντας ότι η σχέση μεταξύ κοινωνικού φύλου και σεξουαλικότητας είναι ρευστή . Oι φεμινιστικές θεωρίες γενικότερα εστιάζουν στις διαδικασίες σωματοποιημένης υποκειμενικότητας ενώ οι άξονες του βιωμένου σώματος και της σωματοποίησης(διείσδυση του βιολογικού και πολιτισμικού στο πεδίο των βιωμένων εμπειριών) εισάγουν στη φεμινιστική συζήτηση την υλικότητα του σώματος προκειμένου να κατανοηθεί ο τρόπος με τον οποίο οι γυναίκες βιώνουν το σώμα τους σωματοποιώντας τις συνθήκες του εξωτερικού κόσμου.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Πέτρος Γκολίτσης, Η «άλλη» ποιητική Θεσσαλονίκη. Θέμελης, Βαρβιτσιώτης, Φάλκος, Νικηφόρου, Καραχάλιου, Λουκίδου, εκδ. Ρώμη, 2016, σ. 360.

[Αποσπάσματα]

ΠΡΟΟΙΜΙΟ

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΜΕΛΗΣ
Ή Η «ΑΛΛΗ» ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Το παρόν πόνημα τιτλοφορείται Η ά λ λ η ποιητική Θεσσαλονίκη. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν εξηγώντας αυτό το «άλλη» το οποίο ενώ είναι ιδιαίτερα φορτισμένο από μόνο του, συνάμα εφάπτεται με τη σημασία και την ποιητική λειτουργία του «άλλου» όπως συναντάται στην ποίηση κυρίως του Γιώργου Θέμελη (1900-1976), αλλά και σε αυτή των Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη (1908-1993) και Τάκη Βαρβιτσιώτη (1916-2011). Δένοντας ή έστω αξιώνοντας τη σύνδεση της ποίησης των σύγχρονων Θεσσαλονικέων ποιητών Τάσου Φάλκου-Αρβανιτάκη (1937), Τόλη Νικηφόρου (1938), Μελίτας Τόκα-Καραχάλιου (1940) και Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου (1965) με την ποίηση των ιδιαίτερων και σημαντικών προγόνων του υποστασιακού –όπως συνηθίζεται να λέγεται– κλίματος, αλλά και της ιδιαίτερης ηθικής προβληματικής, θα προσθέταμε εμείς, στα πλαίσια ενός φιλοσοφικο-θεολογικού προβληματισμού (χωρίς να φορτίζεται όμως ο λόγος αυτός επιπρόσθετα με δόγματα και συγκεκριμένες θρησκευτικές πρακτικές) ανοίγουμε τον αναγνώστη στην αυτόνομη ποιητική λειτουργία και την ξεχωριστή ιδιοσυστασία του καθενός, εντάσσοντας τους συνάμα ως σύνολο σε μια κοινή εκφραστική προβληματική ορίζοντας μια καλλιτεχνικά χαρακτηριστική μορφική συγγένεια που αξίζει να κοινωνηθεί.

Με το «άλλη» ποιητική Θεσσαλονίκη επίσης να αντιτίθεται στη χαρακτηρισμένη ως κοινωνική-αντιστασιακή ποίηση των Μανώλη Αναγνωστάκη (1925-2005), Κλείτου Κύρου (1921-2006) και Πάνου Θασίτη (1923-2008), αλλά και στην «ερωτική» των Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου (1931-1996), Γιώργου Ιωάννου (1927-1985) και Ντίνου Χριστιανόπουλου (1931). Κινήσεις που ενώ από τη μία ανέδειξαν το σύγχρονο ποιητικό πρόσωπο της πόλης –που ξεπερνά κατά πολύ βεβαίως τα όρια της και την εποχή– από την άλλη όμως σε ένα μεγάλο βαθμό φαίνεται να αρνήθηκαν το ποιητικό της παρελθόν. Κάτι που συνέβη όχι καλλιτεχνικά, δεν όφειλαν βεβαίως να ακολουθήσουν οι νεότεροι τότε ποιητές το στυλ, την θεματολογία και την προβληματική των ποιητών Θέμελη, Βαρβιτσιώτη, Πεντζίκη, όπως και της Ζωής Καρέλλη (1901-1998), αλλά όφειλαν έως ένα σημείο τουλάχιστον να μην αποσιωπήσουν τη σημασία και την εμβέλεια τους, καλούμενοι να ξεπεράσουν προφανώς τις ιδεολογικές, θεματικές και μορφικές τους προτεραιότητες, αν όχι και εμμονές.
Θεωρούμε λοιπόν πως οι εν λόγω ποιητές είναι μορφές που με το εκτόπισμα τους μεταποίησαν τον καλλιτεχνικό και διανοητικό μας χώρο, κάτι που δεν φαίνεται να εκτιμήθηκε όπως έπρεπε στην ώρα του. Οφείλουμε σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση επομένως να σταθούμε στη συμβολή και στην ιδιαιτερότητα τους και επίσης να σημειώσουμε πως κάθε μελέτη-ανθολογία ποιητική που αφορά αυτόν τον ιδιαίτερο κόμβο του βόρειου –σε μιαν ανάγνωση– ελληνισμού, πρέπει να ξεκινά από αυτούς, όσων αφορά τουλάχιστον στην μοντέρνα ποίηση ή έστω στο πέρασμα προς αυτήν, για να αναφερθούμε και στον επίσης σημαντικό ποιητή Γιώργο Βαφόπουλο (1903-1996).

Πριν αναπτύξουμε αναλυτικά το «άλλος» που έχουμε θέσει ως έναν κεντρικό άξονα της παρούσας μελέτης, θα δούμε σύντομα ορισμένα χαρακτηριστικά αποσπάσματα του Γιώργου Θέμελη ώστε να φανεί ευθύς εξαρχής η σύσταση και η μορφή αυτής της «άλλης» ποίησης.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Μια ποιητική ομοβροντία των εκδόσεων Gutenberg:ΠΟΕ,ΒΙΛΑΡΙΝΙΟ,ΠΑΣ (γράφει ο Στάθης Κομνηνός)

Μια ποιητική ομοβροντία των εκδόσεων Gutenberg :
Edgar Allan Poe ΠΟΙΗΜΑΤΑ: ΤΑ ΝΕΑΝΙΚΑ / ΤΑ ΑΝΑΛΕΚΤΑ
ΙΔΕΑ ΒΙΛΑΡΙΝΙΟ : ΤΟ ΑΝΘΟΣ ΤΗΣ ΣΤΑΧΤΗΣ
ΟΚΤΑΒΙΟ ΠΑΣ : ΗΛΙΟΠΕΤΡΑ

Η συγκεντρωτική αυτή βιβλιοκρισία δεν γίνεται τυχαία. Η παρούσα ομαδοποίηση τεσσάρων έξοχων ποιητικών επιλογών των εκδόσεων Gutenberg είναι σκόπιμη. Με βάζει στον πειρασμό να υπαινιχθώ συγκρίσεις, αποτιμήσεις, συνειδητοποιήσεις και πολλά άλλα, τα οποία μοιραία διαφεύγουν των τυπικών βιβλιοκριτικών, είναι ωστόσο αναγκαιότατο να γίνονται, (να υποβάλλονται από τον κριτικό να γίνουν…), από τον αναγνώστη αυτών των κριτικών, έστω και υποσυνείδητα. Φυσικά, το ευκταίο και αναγκαίο είναι να προμηθευθεί ο τελευταίος τα βιβλία και να μορφώσει κριτική/παραβολική αναγνωστική συνείδηση. Συνείδηση που θα του επιτρέπει ευρύτερες θεάσεις, θα του ανοίξει το δρόμο να βλέπει όλο το δάσος και όχι απομονωμένα δέντρα ή κλαριά. Μπροστά μας λοιπόν, έχουμε τέσσερα κείμενα της αμερικανικής ηπείρου. Δύο από τη βόρεια Αμερική, τα οποία είναι και παλαιότερα και παρουσιάζουν ένα παλαιότερο είδος γραφής. Και δύο άλλα που προέρχονται από τη λατινική Αμερική και είναι σύγχρονα ή σχεδόν σύγχρονα, με άλλο είδος γραφής και, ενδεχομένως, άλλες αισθητικές στοχεύσεις. Η στοχευμένη ομαδοποίησή τους αποτελεί μέρος της παρούσας κριτικής. Ωθεί σε σκέψη των κατηγοριών παλιού-νέου, βορειοαμερικανικού-λατινοαμερικανού τρόπου θέασης κλπ. Εκ των πραγμάτων, λοιπόν, δημιουργούνται διαθέσεις συγκρίσεων και αποτιμήσεων, καλλιεργείται αναγνωστικό αισθητήριο, και κυρίως αναπτύσσεται στον αναγνώστη η κριτική και …συνθετική διάθεση. Η καρέκλα του κριτικού πρέπει συχνά να τρίζει, να μένει ενίοτε κενή και οπωσδήποτε να μην έχει πάνω της κανένα διάκοσμο. Αυτή είναι και η επιτυχία του άλλωστε. Αυτό προκύπτει όταν υπάρχουν τέτοιου τύπου αναγνώστες σαν εκείνον που μόλις σκιαγράφησα.

Η παράδοση της πρόσληψης του έργου του Edgar Allan Poe στη χώρα μας, που άνοιξε εδώ και 120 χρόνια περίπου με τις (εν πολλοίς ανεπιτυχείς τελικά κρίνω) μεταφράσεις Ουράνη (και όχι μόνον), συνεχίζεται με την έξοχη δίτομη έκδοση των νεανικών ποιημάτων και των ανάλεκτων του αμερικανού ποιητή από τις εξαιρετικά φροντισμένες και ποιοτικές εκδόσεις Gutenberg, οι οποίες αγωνίζονται, μεταξύ άλλων, τον καλόν αγώνα του πολυτονικού, εμμένοντας στη γλωσσική μας μουσική και στην εικαστική, και όχι μόνον, απεικόνισή της… Εμμονή, λοιπόν, και στην αισθητική αποτύπωση της γλώσσας, ας μην το λησμονούμε αυτό. Ευτυχία : η παράδοση (πρόσληψης του έργου του Poe) συνεχίζεται ώστε να ολοκληρωθεί το Σώμα. Οι λογής σκυτάλες εμπλουτίζουν τους αγώνες και τα τελικά σώματα… Ο Poe ευτύχησε να έχει υπεραιωνόβια μεταφραστική παράδοση στον τόπο μας. Είναι από τους πλέον μεταφρασμένους ξένους λογοτέχνες στην πατρίδα μας. Φυσικά, εικάζω, στο λογοτεχνικό του πλαίσιο, ο όρος παράδοση δεν μοιάζει να ενοχλεί (…). Το προσπερνώ αυτό όμως. Ας τον ξανασκεφτούμε, όμως, ευρύτερα. Εν πάση περιπτώσει, οι γάλλοι συμβολιστές που τον ανακάλυψαν, και μεταξύ τους ο μείζων εισαγωγέας του στην Ευρώπη -ο Μπωντλέρ, «δάνεισαν» την ανακάλυψή τους στους έλληνες (συμβολιστές), οι οποίοι (έλληνες λογοτέχνες) πάντα καθυστερημένοι σε ανακαλύψεις και προσλήψεις (με ελάχιστες και ευάριθμες φωτεινές δονκιχωτικές εξαιρέσεις), μετέφρασαν κάπου 60 χρόνια μετά το θάνατο του Poe (!!!) κάποια ποιήματά του. Δυστυχώς, στην αφετηρία αυτή της πρόσληψης του έργου τού Poe οι μεταφράσεις γίνονταν από δεύτερο, όπως λέμε, χέρι και δη από τα γαλλικά!!! Αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι το λογοτεχνικό και συνακόλουθα το αναγνωστικό ενδιαφέρον στη χώρα μας ήταν (και εν μέρει εξακολουθεί να είναι…) εθισμένο να μην κοιτά περισκοπικά και ελεύθερα, αλλά να προσανατολίζεται, καθηλωμένο, σε μονοπώλια. Εκείνη την εποχή στο γαλλικό μονοπώλιο. Μετά στο αγγλοσαξονικό. Το δυστύχημα είναι πως και οι ανακαλύψεις γίνονταν (και γίνονται…) από δεύτερο και τρίτο χέρι κι αυτό κρατά πάντοτε πίσω τις χώρες που το πράττουν. Η περισκοπική εποπτεία, όπως έθιγα σε άλλη δημοσίευσή μου, καθώς και η καλλιέργεια μεταφραστικών και άλλων παραδόσεων, θα πρέπει πια να αποτελέσουν εθνικό εθισμό, καθώς οι επαναλήψεις μεταφραστικών δοκιμών είναι εξαιρετικά χρήσιμες για να δουλεύεται η γλώσσα, το αναγνωστικό αισθητήριο, η ευαισθησία, ο νους, αλλά, επίσης, και να γίνεται προσληπτό, με αξιώσεις και ευοίωνες προοπτικές, το πρωτότυπο έργο. Άλλωστε, είναι κακό να ακολουθείς ουραγός, καθώς όταν φτάνεις εκεί που άλλοι κάποτε άρχισαν, αυτοί δεν είναι πια εκεί και έχουν ταξιδέψει μακρύτερα, κι εσύ, απορώντας, μιλάς πια μια γλώσσα καθυστερημένη και γερασμένη πιθανόν. Όπως και να έχουν τα πράγματα, κάποιοι λογοτέχνες, για ορισμένους φανερούς αλλά και αδιόρατους λόγους, συμβαίνει να «κολλούν» με τις χώρες εισαγωγής τους. Από 14 ετών αναρωτιέμαι ποιος ο βαθύτερος λόγος που «έδεσε» ο Poe με την Ελλάδα. Δεν έχω απάντηση. Ξέρω, όμως, πως άπαξ και «έδεσε» «έδεσε» για τα καλά, γερά. Μυστήρια πράματα.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Έλενα Τουμαζή Ρεμπελίνα- Μόνα Σαββίδου Θεοδούλου, «Marginalia», εκδ. Αφή, 2016 (γράφει ο Ανδρέας Χατζηχαμπής)

`

Δυο εξαίρετες ποιήτριες συναντώνται ποιητικά στο Marginalia. Ανταλλάζουν βλέμματα, λέξεις, σωσίβια. Ανταλλάζουν φως, όχι απ’ το δικό μας, από το άλλο, αυτό που δεν μας ανήκει. Μιλούν, αναλύονται, μεταμορφώνουν, αυτά που έφυγαν, αυτά που θα έρθουν, εκπέμπουν σοφία, το νάμα της ποίησης. Σημειώσεις περιθωρίου, πέραν της μνήμης, πέραν του πόνου. Καβάλλα στη χαίτη του μυστικού μάς δείχνουν τη μαύρη τρύπα που χάσκει απροσμέτρητη κάτω απ’ τα πόδια μας. Βαθαίνουν τον στίχο, βαθαίνουν την αλήθεια. Ω ευδαίμονη στιγμή της συνάντησης.
Οι δύο ποιήτριες συνομιλούν υπόγεια, ποιητικά, με το ρόπτρο της γραφής, μετατρέποντας «την άγονη γραμμή σε γόνιμη». Διαφωνούν για τη «μυστική οδό» που οδηγεί, όχι στην «ελευθερία του λόγου» (σελ. 51) αλλά σε ένα «λόγο ελευθερίας». Ένα λόγο που χαϊδεύει τη μνήμη που ανασκάπτει το πρόσωπο και το σώμα, που μιλά για το φως, τη γραφή, το κέντημα των λέξεων για να «περπατήσουν ελεύθερες στον κόσμο» (σελ. 48).
Για την Έλενα Τουμαζή ο δρόμος της ελευθερίας περνά μέσα από τη μεταφυσική, την αγιοποίηση, του σώματος, των αισθήσεων, του έρωτα, μέσα από τις «απωθήσεις» όπως τις ονομάζει η Μόνα Σαββίδου, οι οποίες «επιστρέφουν κρατώντας ένα αναμμένο κεράκι». Τα μάτια της Ρεμπελίνας ψηλαφούν μυθικούς, τελετουργικούς κόσμους με σώματα που σπαρταρούν και σε οδηγούν στο φως, στον «δρόμο της συνείδησης εντός μας» (σελ. 72). Εναγώνια η κραυγή της: «Θα προλάβουμε άραγε το φως, προτού η Γη μας γίνει κάρβουνο;» (σελ. 42). Η Άνοιξη έρχεται με τη «συνάντηση του άντρα και της γυναίκας» (σελ. 40), με την ικανότητα του ανθρώπου να «συνεχίζει να ζει, να περπατά, να ηδονίζεται, να κατασκευάζει, να μιλά, να ονειρεύεται, να αισθάνεται ελεύθερος». Αυτά είναι τα χαρακτηριστικά αυτού που θέλει να «αυτοονομάζεται άνθρωπος». Κάθε αφαίρεση, κάθε επέμβαση σε αυτά τα χαρακτηριστικά αναιρεί κάτι από τα ουσιώδη, τα «άγια» χαρακτηριστικά του ανθρώπου.Κι αυτό για τη Ρεμπελίνα είναι οδυνηρό, είναι επώδυνο, είναι ανελευθερία, είναι «ένας πόνος που δεν μετριέται ούτε με τον θάνατο» (σελ. 56) και ασφαλώς είναι αφόρμηση ποιητικής πορείας, γραφής και στιχουργικής επανάστασης. Η Έλενα Τουμαζή ανασκάπτει την ύλη για να βρει το πνευματικό, το άυλο, το φως. Οι ομορφιές, οι μουσικές, οι ζωγραφιές, τα ποιήματα, κατά την Τουμαζή, είναι κομψοτεχνήματα που δημιουργούνται με προσωπικές, χιλιάδες προσωπικές, θυσίες, αυτοθυσίες που αφήνουν χιλιάδες «σφάγια» όπως τα ονομάζει.

Διαβάστε περισσότερα