Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αφίξεις

Αφίξεις

Αφίξεις

Πόλυ Χατζημανωλάκη, «Το αλφαβητάρι των πουλιών», εκδ. Εύμαρος 2014

`

ΑΡΣΕΝΙΟΥ ΚΑΙ ΜΑΚΡΗ ΣΤΑ ΜΟΥΡΑΓΙΑ

Περπατώντας απέναντι από το σπίτι
τον ερειπωμένο τοίχο
ό,τι απέμεινε από την κατεδάφιση
δίπλα στην κατοικία του Διονυσίου Σολωμού
και πριν φωτογραφίσω, άλλη μια φορά, το νεκρικό πορτρέτο
του ποιητή
αντίγραφο αντιγράφου
οι συνήθειες της εποχής
τα έχω, βλέπετε, όλα ξαναδεί
το γραφείο, το οικόσημο, το γενεαλογικό του δέντρο

ο καθρέφτης
όπου εκείνη επήγαινε όταν ήταν μοναχή
και έκλαιγε και γέλαε
και έλεγε πως ήτον η ομορφότερη ανάμεσα σε όλες τις γυναίκες
στα Επτάνησα
ο νους της επυρώθηκε
μιλώντας για τα κακά των άλλων γυναικών
πυρώνει ο νους
ψηλώνει
σκεφτόμουν και την άλλη
με τα ρουθούνια της γεμάτα νερό
και το μποστάνι, το προικιό της απέναντι

και είδα από τα χαλάσματα ένα παλικαράκι
Μαργαρίτης Φορτουνέλος
μικρό πορτοκαλάκι
χρυσό
σούρουπο ήταν
να θέλει να μάθει την είσοδο για το Μουσείο Σολωμού
παραπλεύρως
Αρσενίου και Μακρή
αλλά δεν είναι ανοιχτά τέτοια ώρα
φοιτητής του Ιονίου Πανεπιστημίου
πρωτοετής
μόλις εγκαταστάθηκε
πουλάκι ξένο
και αύριο λέει αρχίζουν τα μαθήματα.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Σταύρος Σταυρόπουλος, «Καπνισμένο Κόκκινο», εκδ. Σμίλη 2013

*

Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος σε μια υπερβολική ένταση — σαν να γεννούσε ανάποδα. Τα φρύδια σηκωμένα, ψηλές περισπωμένες γεμάτες τρόμο. Διέκρινες τις συσπάσεις που έκαναν οι μύες αριστερά και δεξιά του φύλου της. Κάποιος είπε ότι έπρεπε να παραμείνει το συναίσθημα, το άκουσα τρεις φορές να κολυμπάει στο στήθος μου. Και ερχόταν ένας βρώμικος αντίλαλος ανακατεμένος με νερά πλακούντα, ή ήταν χείμαρρος ζωής; Θέλω να σε ανέβω, να σε ανέβω, έλεγε με λυσσασμένη αξιοπρέπεια.

***

Θα ανέβω την απουσία σου.

***

Έκανε τόση παγωνιά εκεί και προσπαθούσα να ζεσταθώ από την ενέργεια που έβγαζε η προσπάθεια, την πήρα στα χέρια μου και τη φύσαγα, φου, φου, φυσούσα την προσπάθειά μου με ακαταπόνητο δέος, φφφφφου. Σαν παλάτι μεγάλο ασύγκριτο έγινε με πολυελαίους. Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος είδε τον πολυέλεο ανορθόγραφα, με άλφα γιώτα, και έγινε πάλι φως. Άναψε ανελέητο φως ανάμεσα στις χαρακιές των χειλιών της.
Άναψε σαν αναπάντεχο πυροτέχνημα και το πρόλαβα.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Νικόλας Κρίκος, «Σπαράγματα», εκδ. Μελάνι 2013

`

1.
Η Δύση μας ματώνει.
Ο χρόνος μας ερώμενος αλήτης σε σοκάκια που
Μόνη η Νύχτα ξέρει να φωτίζει.
Το σώμα μένει σαν δώρο
Νʼ αποζητά την πόλη και το δάκρυ της,
Κείνο που εκχύνει ομορφιά στην ήττα…

`

2.
Εκεί στο φόβο όλα αναμετρώνται,
Παπαρούνα και κρόταφος, και ο έρωτας,
Εκείνη η σιωπή που μόνο με σώματα θάλλει.
Σʼ υψώνουν αλαφρά οι κινήσεις σου,
Την ώρα που διπλώνεις τα νοτισμένα σεντόνια,
Αλήτη μου!
Η αλήθεια σου είναι που συγκινεί και όχι το προσωπείο σου.
Να τώρα δα που το κρασί πήρε να βασιλεύσει,
Στην απουσία σου.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Στέλλα Δούμου-Γραφάκου, «Χαμηλές Οκτάβες», εκδ. Φαρφουλάς, 2014

`

H ΜΑΧΑΙΡΙΑ

Είχα καιρό να σε δω. Με φίλησες μʼ ένα φιλί όλο λάσπη. Ο τοκετός της σελήνης έσταζε κίτρινο στα έλη των ματιών σου – έτσι μου φάνηκε. Σε φοβήθηκα λίγο, σαν πως φοβάται κανείς κάτι που πέφτει καταπάνω του. Το κατάλαβες.
«Έτσι κρεμιέμαι στις αβύσσους», είπες.
Το παλτό σου ήταν από στάχτη θαρρώ. Ο υπόλοιπος έλειπες. Μιλήσαμε τυπικά, αμήχανα. Οι λέξεις βγαίνανε απʼ τα χείλη σαν αριθμοί από κληρωτίδα. Το μουσικό κουτί των παλαιών ημερών είχε πια σπάσει –το ήξερες–, κι όλο ψέλλιζες πως ήσουν για χρόνια σε νεκροταφείο πουλιών. Φυσικά, δεν ήταν αλήθεια, μα έπρεπε να εφεύρεις μια μάχη θετή να πληγώσεις την αλήθεια.
Από τότε που.
[Ήταν ένας άρρωστος Οκτώβρης, και φυσούσε χλιαρά και ξεκούρδιστα∙ οι αρτηρίες του φωτός καταραμένες! φώναζε, φώναζε, φώναζε, ώσπου έγινε όλος μια πληγή. Με πήλινη πίστη πήρε ένα μαχαίρι, κι έκοψε όλα τα «θα» απʼ τη ζωή τους. Όταν, εντέλει, κάποτε τον πήραν, χαμογελούσε σαν κάτι νʼ αγκύλωνε το σπασμένο του πρόσωπο.]
Ακόμα εξέχουν καρφιά στο πρόσωπό σου
και η μαχαιριά στον τοίχο
όταν σβήνει το φως
γεμίζει αίμα.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Καίτη Βασιλάκου, «Νυχτώνει Αργά», Μανδραγόρας, 2014

“Νύχτα
σβησμένο το μαγκάλι
από το δρόμο ερχόταν
στο δωμάτιο
λίγο φως
έκανε κρύο
και φυσούσε έξω
ο αέρας έμπαινε
με συριγμούς στο σπίτι
-μια συντροφιά
στη μοναξιά
μαζί κι ο ρόχθος των κυμάτων
έτσι όπως έσπαγαν
στα βράχια της ακτής.
Έτσι δεν άκουσα
ήταν αδύνατο νʼ ακούσω
τη βουή
τον πάταγο του χρόνου
που τα σάρωνε όλα
κι έμειναν τώρα
αδειανά τα χέρια μου
και η μνήμη μου βαριά”.
“Απλώθηκαν οι σκιές
πιάσανε τις γωνίες
στέκονται τώρα ύπουλα.
Λίγο το βλέμμα σου
να αποτραβήξεις
εκείνες έχουν κάνει
ένα ακόμα βήμα.
Σου λένε:
Στένεψε ο καιρός
δεν προλαβαίνεις πια
να διορθώσεις τίποτα.
Σου λένε:
Σε λίγο
θα σʼ αγγίξουμε
ετοιμάσου”.
“Σας βλέπω.
Ακούω
τους ψιθύρους σας
μυρίζω
τον καπνό του τσιγάρου σας
– οι γρίλιες είναι κλειστές
έξω
παραμονεύει η ζέστη
τα κορμιά σας
λουσμένα
σε γλυκό ιδρώτα
γεμάτο ενδορφίνες –
χαλαρά
χαλαρά
είναι όμορφες
αυτές οι στιγμές
είναι μια ευτυχία,
δεν είναι;
Σας βλέπω.
Θα πείτε τώρα διάφορα
σχέδια ίσως
περιστατικά
από τη ζωή σας
κάποια όνειρα
η κούραση
των τελευταίων ημερών
– τρέχουν οι ενδορφίνες
στο κορμί σας
φουντώνει πάλι ο ίμερος
και νέες ουσίες
χύνονται στο αίμα σας-
αγκαλιάζεστε
κι είναι μια ευτυχία αυτή
δεν είναι;
Σας βλέπω.
Σπάνε τη μύτη μου
οι οσμές απʼ τα υγρά σας
δυο-δυο
δυο-δυο
αναστενάζετε
δυο-δυο
δυο-δυο
γραπώνετε την ηδονή
μη σας ξεφύγει
δυο-δυο
δυο-δυο
περνάτε στον παράδεισο
για λίγα δευτερόλεπτα
– και είναι
ναι
είναι μια ευτυχία αυτή.
Σας βλέπω.
Είμαι εδώ δίπλα σας
ένα βουβό στοιχείο
μια ακίνητη μορφή
μέσα σε πλαίσιο
το γύψινο σχέδιο στο ταβάνι
το τασάκι με τα αποτσίγαρα
το χαλάκι στο πάτωμα
απορροφώ τους κραδασμούς σας
το τρίξιμο του κρεβατιού σας
τα σαλεμένα από πόθο λόγια σας.
Είναι στο συρτάρι
κάτι τεράστια μαχαίρια,
σκέφτομαι”.
“Η ευτυχία μου έχει μια ποιότητα πόνου.
Ταξιδεύω στην κόψη του ξυραφιού
και φτάνω κομματιασμένη στον παράδεισο”.

`

*************************

Κριτική για το βιβλίο από τον Κώστα Τσιαχρή στο ΠΟΙΕΙΝ:  ΕΔΩ

Διαβάστε περισσότερα