*

Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος σε μια υπερβολική ένταση — σαν να γεννούσε ανάποδα. Τα φρύδια σηκωμένα, ψηλές περισπωμένες γεμάτες τρόμο. Διέκρινες τις συσπάσεις που έκαναν οι μύες αριστερά και δεξιά του φύλου της. Κάποιος είπε ότι έπρεπε να παραμείνει το συναίσθημα, το άκουσα τρεις φορές να κολυμπάει στο στήθος μου. Και ερχόταν ένας βρώμικος αντίλαλος ανακατεμένος με νερά πλακούντα, ή ήταν χείμαρρος ζωής; Θέλω να σε ανέβω, να σε ανέβω, έλεγε με λυσσασμένη αξιοπρέπεια.

***

Θα ανέβω την απουσία σου.

***

Έκανε τόση παγωνιά εκεί και προσπαθούσα να ζεσταθώ από την ενέργεια που έβγαζε η προσπάθεια, την πήρα στα χέρια μου και τη φύσαγα, φου, φου, φυσούσα την προσπάθειά μου με ακαταπόνητο δέος, φφφφφου. Σαν παλάτι μεγάλο ασύγκριτο έγινε με πολυελαίους. Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος είδε τον πολυέλεο ανορθόγραφα, με άλφα γιώτα, και έγινε πάλι φως. Άναψε ανελέητο φως ανάμεσα στις χαρακιές των χειλιών της.
Άναψε σαν αναπάντεχο πυροτέχνημα και το πρόλαβα.

***

Τύλιξα τα χέρια μου γύρω απʼ τα αναμμένα χείλη της να μη σβήσει. Η μικρή βρεγμένη ανάσα της να μη σβήσει, σαν γη να μη σβήσει.

***

Το παρελθόν εμφανίζει τον εαυτό του πέρα από τον οικισμένο κόσμο σε μια αδιανόητη επιστροφή και αναδύεται. Πλάι της τα αντίγραφα των ανθρώπων από μέλλον ακήρυχτο. Τα μάτια τους είναι στρογγυλά σφουγγάρια γεμάτα άχρηστη σκόνη. Δεν έχω αρκετό κόσμο μπροστά μου για να προλάβω.
Μετράω καλά. Μετράω ανάποδα.

***

Μαζεύτηκαν έπειτα σαν φίδι γύρω απʼ τα χνώτα τους ενωμένοι, και σιγά σιγά καταστάλαζε η μορφή τους από σταγόνες, γενναία. Την κάπνιζε ο ήλιος σαν ολόκληρο δέρμα αλλόκοτο και το νερό παραμέρισε. Άνοιξε σαν γκρεμός στα δύο. Ήταν ένα βουνό με υδάτινο τρίχωμα, κανείς δεν το είχε δει αυτό το κομμένο από τότε που ο καιρός τελείωσε, κανείς ποτέ δεν είχε δει τέτοια στεγνή ομορφιά ραντισμένη.
Είδα το βουνό σαν τεράστια αγκαλιά νερένια.

***

Υπήρχε ένα έξω και ήταν πάντα. Σαν να γεννιόταν εκ νέου ο θάνατος από τα υλικά του. Σʼ αυτή την ανεμπόδιστη γέννηση που ιδρύει ζωή, εκεί γύριζε εξημερωμένη η θάλασσα, με μικρά υπάκουα βήματα. Αυτή η κατοπτρισμένη θάλασσα, η ίδια διασχισμένη μέσα στους αιώνες. Άπλωνε τα τεράστια πόδια της σαν στρατός, επωάζοντας τα νέα μωρά.
Μετακίνησα κάποια κύματα και σε είδα.

***

Η γη ανακουφισμένη δεχόταν σαν χάδι την παρουσία σου. Έξαλλη από σένα, με υποταγμένη πνοή, έβρισκε τη θέση που της ταιριάζει ανάμεσα στα ματωμένα σου πόδια.
Από κάτω το μεγάλο νερό που τα γέννησε.

***

Μέσα στον κόλπο η φύση εχάριζε συνεχώς αποδείξεις ζωής και τις πότιζε το νερό. Τις χάιδευε με τις δαγκάνες του και τις φύτρωνε. Ξεκίνησε ο ανάποδος άνεμος. Ό, τι είχε συμβεί οδηγήθηκε σε άλυτη λήθη και σηκώνονταν σαν ευχές από άλλο σχήμα οι άνθρωποι, ένας ένας, γονιμοποιημένοι με θριαμβευτικό κόπο και εξαφανίστηκε εκείνος ο κύκλος που έγραφε το τέλος τους.
Τους κοίταζε η θάλασσα αποκαμωμένη που τη θήλαζαν.

***

Πέρασαν γιʼ αυτό οι δρόμοι με απορία. Πνιγμένοι και οι φυλές των ανθρώπων. Σαν να άνοιξε ξαφνικά ένα χαντάκι ευχαριστημένο στο σώμα της και μέσα του επέπλεαν οι άνθρωποι, μεταβολισμένοι. Στριμώχνονταν όλοι να χωρέσουν και φούσκωνε η κοιλιά της σαν μπαλόνι αδιανόητο ζωής.
Γεννιόνταν συνεχώς καινούριοι σαν πίδακας, με αχρησιμοποίητη σάρκα.

***

Πήρα τη φωτιά σου στα χέρια μου και την άπλωσα να στεγνώνει στη θάλασσα. Έγινε ζευγάρια γυμνά, ποτάμια ζευγάρια και σιτίζονταν με νερό απαγορευμένο. Το νερό τα ξαναέκανε όλα να αγγίξουν το βάθος τους και τρύπησε τη λεκάνη σου σαν θεά.
Χαράχτηκε πάνω σου σαν υγρός θρίαμβος τελικός.

***

Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος φωτίστηκε. Οι μηροί της απλώθηκαν φουσκωμένοι και κύλησαν σαν καΐκι γύρω απʼ τα μάτια μου. Από το άνοιγμά τους προήλθαν πατημασιές χαμένες, δώρα του κόσμου σαν χνάρια παλιά και μέσα στην αμαρτία.
Βουτηγμένα μέλη κορμιού σαν πανάκριβα, μʼ ένα δίχτυ ζωής κρεμασμένο.

***

Η θάλασσα είναι η ανυπολόγιστη επιστροφή της γης.

***

Ο κόσμος όλος φανερώθηκε από τον έκλυτο βίο της.

(Κι όπως έμπαινε η θάλασσα από τα παράθυρα και την παραβιασμένη πόρτα, οι τοίχοι του κόσμου ξεφλούδιζαν σαν ταπετσαρία κι έφερναν ένα γύρω τα έπιπλα. Έμοιαζαν γεμισμένοι στο σπίτι. Το πάτωμα γινόταν σιγά σιγά θηλυκό. Εγκυμονούσε καμπύλες, περιμένοντας να υποδεχτεί τα νέα σώματα. Το στόμα σου σαν ανοιχτό, ρουφούσε τη θάλασσα και βαφόταν. Απʼ έξω ο δρόμος. Τόσο μακριά, αλλά τόσο κοντά. Σαν φίδι, που λίγο πριν αλλάξει το δέρμα του, τα κλείνει όλα σε ένα επείγον αύριο που είναι διαρκώς τώρα. Και τα ξαναγράφει.)