Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αφίξεις

Αφίξεις

Αφίξεις

Αγγελική Ηλιοπούλου, «Τηλέμαχος» / Επιλογή Ποιημάτων 1997-2013, Σειρά Ποιείν 07, εκδ. Μετρονόμος 2014

`

Διάβημα

Συνήθιζε να μιλάει
ώσπου μια νύχτα γέμισε το στόμα της κοτσίδες.
Εκείνη μίλαγε∙
αυτός όρθιος, ψηλός, άκουγε.
Μιλούσε και τα μαλλιά φύτρωναν στον ουρανίσκο.
Δεν άκουγε πια,
δεν έβλεπε πια τους κερδοσκόπους οιωνούς.
Το διάβημα δεν έκανε –
δεν τόλμησε – έντρομη – να λύσει τις κοτσίδες.
Και τα μαλλιά της μάκραιναν
και οι ουλές φώναζαν
και στο στόμα της φώλιαζαν πια
τρομαγμένοι λαγοί απʼ τα φώτα του δρόμου.

`

*

Τροχήλατη θύμηση

Δεν γδύθηκε ακόμα γιατί
το σώμα της δεν τοʼ βλεπε γυμνό
προτού ξαπλώσει στον επίδεσμο του λαιμού του.
Και δεν το αντέχει,
της φαίνεται ξένο.
Δεν είναι αυτό,
όχι, δεν είναι.

Λοιπόν, τα μάτια της πετάει στα σκουπίδια
εκδικούμενη τη νέα σελήνη
που βγήκε μπροστά της επιδεικτικά.
Δεν είχε όμως σκεφτεί ότι στο εξής
θα ακούει καλά
την τροχήλατη θύμηση με τους υάκινθους,
να περνάει κάτω από το παγωμένο της σαγόνι.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Νίκος Ερηνάκης, «ανάμεσα σε όσα πέφτει η σκιά», εκδ. Γαβριηλίδη 2013 (μετάφραση στα αγγλικά: Γιάννης Γκούμας)

`

Απ΄ την Ενότητα: «η μόνη μυθική εποχή είναι το μέλλον»
`
II

H λήθη έχει χρώμα κίτρινο

Δεν υπάρχουν ανάγκες
Δεν χρειάζονται νόμοι
Aναμένουμε τους εξόριστους

Οι δρόμοι ήταν αρκετοί
Κι έπρεπε να επιλέξουμε έναν

Προς αυτό το άλλο που αν δεν ήδη υπάρχει
Μπορεί να υπάρξει
Εκεί που η εξουσία πλέον δεν θα έχει τι να εξουσιάσει

Η σάρκα μας απολογήθηκε
Το μυαλό μας ποτέ

Μα όλα χειροτερεύουν με το χρόνο

Συνεχίζουμε να πέφτουμε
Παραμένοντας υποχρεωμένοι στο θάνατο

Βρισκόμαστε στα σύνορα

Έχει χελιδόνια εδώ

Είχαμε να θυσιάσουμε και θυσιάσαμε

Ανακαλύψαμε καθρέφτες
Και απειλούμε την ομορφιά μας

Πετάξαμε πέτρες στον αέρα
Και τρέξαμε να τις φτάσουν πριν πέσουν

Εδώ στο άκρο του ύπνου
Κάθισε μαζί μας η αρρώστια

Και να βρωμάει η γνώση των παιδικών χρόνων
Πρώτα τραγουδιέται ο πόνος και μετά η χαρά

Κρυφές καρδιές που αναζητήσαμε

Δεν είδαμε το φόβο στη σκόνη
Αλλά στη διαφάνεια

Παρακολουθήσαμε τους εαυτούς μας
Απατηλούς μα αφυπνισμένους

Ενώσαμε τις κρύπτες
Που ελλοχεύουν μέσα μας

Ξυπνήσαμε τον έρωτα από τις καβαλίνες

Με μια αδήριτη ανάγκη για νυχτερινούς φόβους
Την πρώτη Παρασκευή του νέου φεγγαριού

Υδράργυρος, θειάφι και αλάτι
Σε μια ζωή εμμένειας

Κλαίμε σαν υοσκύαμοι που μας ξερίζωσαν

Η μόνη μας ελευθερία
Η επιλογή μιας αίρεσης
Που θα μας οδηγήσει όλους σε κάτι απατηλά κοινό

Κανείς δεν αναπνέει από μόνος του

Αφού δεν έχει ψάρια εδώ
Ας βουτήξουμε γυμνοί στη θέση τους

Φέρε ιεράν ζωήν εις τον μύστην τον νέον

Κι ας πεθαίνουν οι ονειροπόλοι

Δεν πεθαίνουν ποτέ τα όνειρα

Ας περπατήσουμε

Κι ας μην έφτασε ποτέ κανείς

Μας απέμεινε το μεθυσμένο μας μέλι

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Μαρία Καρδαρά, «Ο Αίολος», ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2013

ΜΕ ΛΕΝΕ
ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ

Κανένας δεν με πιστεύει
με λένε Κασσάνδρα
Κόρη βασιλιά και σκλάβα βασιλιά
και στάχτη τα βασίλεια
Όπως ορίζει η ιστορία
οι αστοχιές εξ ακοντίων
*
Αχ! Μάνα Εκάβη του Άδη . . .
με το σφαγμένο κόκορα
μαντεύω το μέλλον Και τι μέλλον!
παραφωνίες και τέμπορα
Οι απέραντοι κόσμοι
τα σφαγεία Τα Μουσεία
Τις ζυγαριές του Απόλλωνα
πέταξα στη φωτιά Στο πυρ τα ζύγια!
Ποιος τη ζυγιάζει τη ζωή του, με τι;
Ζύγιασαν τη ζωή τους
με πειρατείες και βόδια
Έχασαν τη ζωή τους
Ζύγιασαν τη ζωή τους
με χειροποίητα λάφυρα
και σφάγια ανθρώπων
Έχασαν τη ζωή τους
Με το σφαγμένο κόκορα
δεμένο στο λαιμό μου
τρέχει το αίμα του σιγή
Δεν τη λαλεί την ώρα
*
Τούτο το στεφάνι της μαντείας
Τούτο το σκήπτρο των γερόντων
μου στοίχισαν ολόκληρη ζωή
Όλα τα ήξερα πριν να τα ζήσω
Αλλιώτικα είναι να τα ζεις
αλλιώτικα να τα θυμάσαι
Έβλεπα τη φωτιά προτού να βγάλη φλόγες
Κι όταν άναβε η φωτιά
έριχνα πάνω μου τις στάχτες
Λουζόμουνα με άδειες στάχτες …
Το θάνατο τον ήξερα
πριν από το θάνατό μου

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Κώστας Λάνταβος, «Τα Ευτελή και τα Σπουδαία», εκδ. Αρμός 2014

`

Α

Θά μείνω ἐδῶ στή χώρα τοῦ Μωάβ∙
δέ γυρίζω πίσω σέ μιά γῆ ἀφίξεων –
εἶναι καί τά φαντάσματα πού μέ καλωσορίζουν.

Κάθε πρωΐ θά βγαίνω στόν ἣλιο πρῶτος
ἀδημονώντας νά συναντηθῶ
μέ τήν καινούργια μέρα.

Θά μείνω ἐδῶ.Ὣσπου νά ἔρθει
ἡ Νύχτα τῶν νυχτῶν
καί τό γλυκό νερό νά πιῶ τῆς λησμονιᾶς
καί ν᾽ ἀρνηθῶ τό Χρόνο.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Αστέρης Ν. Μαυρουδής, «Η Κλεψιά», εκδ. Θερμαϊκός 2014

`

Τα μουστλούκια*

Χαρά ονομαζόταν η πρώτη θυγατέρα. Κι ήταν όνομα και πράμα. Γέμιζε το σπίτι μας με χαρά. Το όνομά της ήταν Χαρίκλεια. Από τη μάνα μου, μα τη φωνάζαμε Χαρά. Η μάνα μου μας είχε αφήσει χρόνους και τον γέρο μου τον Αγαμέμνονα. Γερό σκαρί, μα οι κακουχίες τον βασίλεψαν. Την ιστορία με τον παπά που τον βάφτισε μας την είπε τόσες φορές. Μάλωσαν με τον παπά που έλεγε πως δεν υπάρχει άγιος με τέτοιο όνομα.
«Θα με ξυρίσει ο επίσκοπος», είπε ο παπάς με τρόμο και γούρλωσε τα μάτια του.
Έτσι βαφτίστηκε Αγαθοκλής, να γιορτάζει στις 17 Σεπτέμβρη, μα τον φωνάζανε Αγαμέμνονα. Τώρα που η γυναίκα μου η Στεριανή έκανε γιο, ήθελε νʼ ακούσει τʼ όνομά του. Και τʼ όνομά του δεν ήταν Αγαθοκλής, μα Αγαμέμνων.
«Να τʼ ακούσω και να πεθάνω», μου ʼλεγε.
«Θέλεις να με βάλεις να μαλώσω με τον παπά», του είπα, μα μέσα μου δεν υπήρχαν δυνάμεις για αντίσταση.
Το κατάλαβε και χαμογέλασε. Ενημερώθηκε ο παπάς και αποδείχτηκε ανοιχτομάτης.
«Είναι καιρός να βγάλουμε και νέους αγίους», μου είπε. «Θα το πούμε Αγαμέμνων».
Ήμασταν θεοσεβούμενη οικογένεια. Είχα και κλίση να γίνω παπάς, μα η Στεριανή δεν ήθελε να γίνει παπαδιά. Έτσι έγινα αριστερός ψάλτης κι ήμασταν όλοι ευχαριστημένοι.
Ετοιμάστηκαν όλα για τη βάφτιση. Ο νονός εκεί, είχε ενημερωθεί κι αυτός για την απόφαση. Όλοι ήταν στην εκκλησιά. Εγώ περίμενα στο σπίτι. Έτσι ήταν το έθιμο, κι εμείς τα τηρούσαμε όλα κατά γράμμα. Θα περίμενα στο σπίτι κι εκεί θα με έβρισκαν για τα μουστλούκια. Έθιμο από παλιά. Τα πιτσιρίκια άκουγαν το όνομα και τρέχαν να το ανακοινώσουν στον μπαμπά που περίμενε στο σπίτι. Με το αζημίωτο. Όλοι έπαιρναν χαρτζιλίκι. Κάποιοι πατεράδες περίμεναν έξω από την εκκλησιά, κοντά στο καμπαναριό, μα εγώ ήθελα στο σπίτι, πατροπαράδοτα.

Διαβάστε περισσότερα