Ελευθερία Μπέλμπα, «η ερμηνεία της ελευθερίας», ποίηση, Κέδρος, 2015
23Φεβ
[αποσπάσματα]
Σωρηδόν προφυλακίσεις σοσιαλιστών, εξορίες. Εκατοντάδες συλληφθέντες, σειρές ενόπλων. Απλοχωριά του Ιπποδρόμου: σε πίνακες νούμερα, κούρσες των αλόγων. Απρίλης του ʼ67. Έντρομοι μηχανικά επαναλάμβαναν το κέλευσμα του λοχία: «ζήτω η εθνική κυβέρνησις!» Οι φαντάροι σε κουβούκλια βιαιοπραγούσαν κατά των απείθαρχων. Παραταγμένα καμιόνια τους αράδιαζαν τον έναν πάνω στον άλλο σε στενόχωρα κλίτη. Έκαναν την ανάγκη τους στο αμμουδερό πέρασμα για τις κούρσες. Τους συνάθροιζε σε αλάνα ο υπολοχαγός. Προς το μέρος όσων καθυστερούσαν πυροβολούσαν. Ένας γραφίστας σκοτώθηκε˙ επίσημη εκδοχή, το δυστύχημα βεβαίως. Προτεταμένα αυτόματα σε αποστάσεις. Στον ασοβάτιστο φλοιό στραμμένα τηλεβόλα. Αντιμέτωποι με πρόσθετη περίοδο εκτοπισμών οι γέροντες. Ένα πρώην μέλος του δημοτικού συμβουλίου το ʽσκασε. Εγκαίρως τον παλούκωσαν στη μάντρα˙ μπλάβος, μισοπεθαμένος, βαρίδι από αίμα και ιδρώτα στις ωμοπλάτες των άλλων.
***
Γαλήνη δεν έβρισκε. Μοχθούσε να σκαρώσει
στο χαρτί ένα σκίτσο ή παράφορα ποιήματα.
«Στη γιγάντωση του καταναγκασμού
περιθώρια δεν έχω. Θυσίες γιʼ αυτοδιάθεση
ανεπίδοτες. Θυσίες για τη δημοκρατία
ατελέσφορες…Κι οι υπόλοιποι αμέτοχοι».
Στοργικές μνείες της πατρίδας το ένστικτο
της αυτοσυντήρησης δε ζωοποιούσαν. Κρύος
ιδρώτας ράντιζε τα φρύδια του. Το πήρε
απόφαση. Στο αυτοκίνητο για την πλατεία.
Φούρκισμα του φθινοπώρου στο αστικό
κέντρο. Τρύπωνε η υγρασία στα κεραμίδια.
Στα σκαλοπάτια του μεγαθήριου τρία
μπουκάλια καύσιμα απʼ το πορτμπαγκάζ.
Κάτω από τη μεγάλη στοά με βενζίνη
πότισε το τζάκετ, το παντελόνι του.
Τα χείλη σούφρωσε μες στα δάκρυα
μειδιώντας. Άναψε το σπίρτο, μήπως
κατευνάσει το ακατάσχετο ρίγος.
Οι οδοκαθαριστές ξάφνου θαύμαζαν
έντρομοι να φλέγεται μια άρπα˙
έσπευσαν για βοήθεια. Αλλά υπέκυψε
στα τραύματά του το παλικάρι.
Θυσία κι αυτό…














