`

ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΑΠΩΛΕΙΑΣ

Είπες: Τι είχα εγώ,
τι έχασα…
Αυτό που είχες έχασες
Αυτό που έχασες είχες

`

ΕΝΤΟΛΗ

Τα παραπλέω τα νησιά, όλο τα παραπλέω
-παράξενο θαρρείς και δεν τ’ αγάπησα όσο θα ’πρεπε
Μα τι τα θες, είν’ οι καιροί θολοί και τα λυχνάρια λίγα
κορμιά ποτάμια να σου στέκονται
φύλλα ν’ ανοίγουν στην ημέρα
με μύρα και μ’ ανασασμούς καταμεσής στον ήλιο
Καταραμένο κι ανελέητο ταξίδι από παρακαμπτήριες
στην άλλη όχθη του καθρέφτη, στην περιπέτεια της λησμονιάς
στο άμα και στο θάμα, στα ωριμότερα τοπία μας
στο πότε και στο χτες, στις φλύαρες πτυχές της σιωπής σου
στα καθημερινά, μικρά, χαριτωμένα εγκλήματά τους
στην πρόδηλη αναγκαία συνωμοσία
-έστω κι έτσι
λοιπόν, ας είναι κι έτσι, ας μην πιστεύω
πια στα παραμύθια, μα όλο ας λέω
επίμονες μεγάλες ιστορίες για τα σπίτια που μας σύλησαν

`

Η ΟΨΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ

Σαν από χρόνια ν’ ανήκω στη θάλασσα
και λαχταρώ με τη ματιά μου το κύμα.
Σαν πόσα δέχεται το κύμα χρώματα
τ’ ουρανού το χρώμα το χρώμα του βράχου χρώμα
κόκκινο κίτρινο πορτοκαλί του βράχου στο νερό
άσπρο του βράχου στο νερό
διαύγεια που επιπλέει απροσδόκητη
αεικίνητο του ήλιου δίχτυ στο νερό
άσπιλο φως μέσα στο φως
φως στο νερό με κύμα χωρίς κύμα
φως στο νερό να παίζεις με το κύμα
να είσαι εκεί έτσι απλά και το νερό να σε δέχεται
Ανήκω στη θάλασσα
για να τα βλέπω όλ’ αυτά ανασαίνω
για να τα ξέρω όλ’ αυτά ανασαίνω
για να τα είμαι όλ’ αυτά ανασαίνω

Νερό
άπειρα μόρια νερού άπειρα μόρια σώματος
Σώμα στο νερό επιθυμία διάχυσης
επιθυμία απέραντου επιθυμία αέναου
άνομη επιθυμία άπληστο σώμα
δίκαιη επιθυμία σώμα ολόκληρο
επιθυμία συμπαγής σώμα υγείας
επιθυμία ανέκαθεν εκεί σώμα παιδιού
παιδί και ψάρι και φύκι και χέρι και πόδι
χαμόγελο αφρός στιγμή στο νερό
και πάει χάθηκε
ύστερα πάλι εκεί
κάτω και πάνω και έξω και μέσα
στο νερό νερό νερό πολύ δροσερό
Νερό τόσο Όλο
ύδωρ νερό ύδατα τόσα
τόσα παντού και Να μια αγκαλιά με τα μάτια
κλέφτρα ματιά σαν το γλάρο
ματιά π’ αγκαλιάζει κι αυτόν το γλάρο ματιά
υπερίπταται βαφτισμένη στον πόθο
Νερό ατελείωτο μικρή αγκαλιά πώς να φτάσει
νερό παντοδύναμο ανόητη ματιά
συντετριμμένη ματιά νερό συνεχές
δειλή ματιά νερό σαφές
νερό και πόθος του ολόκληρου ύβρις ματιά
γαλάζιο νήμα ματιά, ματιά σαλιγκάρι
πού, σε ρωτώ, θα το χωρέσεις ολόκληρο
τόσο νερό
σε ποιαν ίριδα ματιών σε ποιο βλεφάρισμα
σε ποιο αντίκρισμα σε ποια καρδιά
μικρή μικρή καρδιά που παλεύεις ν’ απλώσεις
καρδιά στιγμή στο χωροχρόνο
που κουβαλάς το κρίμα σου τις ώρες σου και τους αποχαιρετισμούς σου
εκείνο το νερό, καρδιά, χωρίς τέλος
χωρίς καν αρχή
αδιάφορο νερό στην τελειότητα που δεν θα τ’ αγγίζει
καμία ζήλεια και φθόνος κανείς

`

Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΓΛΑΡΟΥ

Έν’ απ’ τα κρόσσια του ήλιου είμαι κι εγώ
Διανύω αστραφτερή τροχιά σαν πεφταστέρι
ακάθεκτος λευκός στο φως με ατόφιο θρίαμβο
Χορογραφώ στην αχανή γεωγραφία του μπλε
Δροσίζομαι στο κύμα και στηρίζομαι
στην άκρη άκρη του αφρού
στην άκρη άκρη ενός λεπτού
βυθίζομαι ψαρεύοντας της θάλασσας τ΄ απάνθισμα
όταν αστράφτει τ΄ ασημένιο λέπι
Τρυγώ και στη λαχτάρα μου αποκρίνεται
πάντα το ναι
-τ’ όχι ποτέ
Στους ουρανούς ζυγίζομαι
κι είναι το όλον που μετρώ με τις φτερούγες μου
Ακέραιο λιμπίζομαι το κύμα
κι είναι το παν που υπογράφοντας ορίζω

`

ΤΑ ΝΕΡΑ ΤΗ ΝΥΧΤΑ

Από νωρίς μαντεύει η θάλασσα τη νύχτα.
Απότομα σκουραίνουν τα νερά
και καταπίνεται το φως από το κύμα.
Βαραίνει το νερό μεμιάς. Λήθη της μέρας.
Στιλπνό, ασέληνο νερό στην ησυχία.
Μαύρος και μονοκόμματος γιαλός. Αγνωμοσύνη.
Θάλασσα επιλήσμων και ψυχρή. Αταραξία.
Η σκοτεινή σου ακινησία
η πίσω όψη του φωτός

`

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΖΑΡΚΑΔΙΟΥ
Α. Ι
.

Δεν διαβάζεις βεβαίως ποιήματα
γι’ αυτό και ποίημα ποτέ δεν σου έγραψα
κομψό αγριμάκι του δάσους εσύ
εγώ που μιλώ με κομμένα νοήματα
Τρυφερό και ταχύ
ταχύτερο κι απ’ τον άνεμο
έτσι που δεν προλαβαίνω να χτενίσω τις λέξεις μου
και τις παίρνει ο άνεμος
-αλλά ποιος άνεμος θα προλάβει ποτέ το ζαρκάδι
καθώς αυτό τρέχει ανεμίζοντας τη
σύστασή του περήφανα
την φέρει ακέραιη σε περίκλειστο διάγραμμα
περνά γοργά σαν οπτασία σαν ήδη ανάμνηση
διαφεύγει
συνεπαίρνει την ομορφιά του στην κίνηση
συνεγείρει συγκίνηση
τότε ποιος, μέσα στο βαθύ πράσινο

Κι όμως, να που εγώ σ’ αποστήθισα
και πιστά τις γραμμές σου αποτύπωσα
-καλά η μύτη, το στόμα, το μέτωπο,
ίσιες γραμμές, αποφασιστικές
Αλλά τα μάτια,
σαν να τ’ άλειψε μαλακά ένα πινέλο με μέλι,
μεγάλα, απορημένα κάπως και γλυκά,
ν’ αναγνωρίζουν άραγε αυτό το
από ποίημα
διάγραμμα;

`

***********************************************************
Η Δέσποινα Δεμερτζή γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Νεοελληνική Φιλολογία, ξένες γλώσσες και Διοίκηση Πολιτισμικών Μονάδων. Έζησε στο Λουξεμβούργο και στις Βρυξέλλες, όπου ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη μετάφραση. Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα ως εκπαιδευτικός δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Έχει ασχοληθεί με τη διοργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων και υπήρξε συνεργάτης του περιοδικού «Μανδραγόρας». Ποιήματά της έχουν διαβαστεί με την αφορμή εκδηλώσεων στις Βρυξέλλες και στην Αθήνα και έχουν μεταφραστεί στα ιταλικά, αγγλικά και γερμανικά. Οι «Ασκήσεις απωλείας» είναι η τρίτη ποιητική της συλλογή.