Μια μέρα, θα πετάξω το λάπτοπ απʼ το παράθυρο
(μαζί με το κινητό)
θα πάρω τον σάκο μου,
δυο αλλαξιές θα ρίξω μέσα και μια πετσέτα•
τα χρήματα που μαζεύω.
Θα κόψω τα μαλλιά μου!
Θα μπλέξω!

Τα κανόνισα μʼ έναν τρελό, τον Τζέρι.
(πέθανε από καρδιά
– περπατούσε χιλιόμετρα)
Χρειάζομαι τα πόδια μου γιατί
το εισιτήριο στο στόμα
είναι απλώς ένα χαρτί με τʼ όνομα δυο πόλεων.

Αδερφέ μου, δε θέλω να μαντρωθώ.
Μόνο
να πίνω τσιγάρα και τεκίλα• να μιλώ για τον Καβάφη
να εκβιάζω τις συνθήκες να στραβώσουν.

Μα είναι ανάγκη, με νιώθεις•
αν μπορείς, πόνταρε στην τύχη μου.
Κάπως – έστω κι ενοχικός –
θα δικαιωθείς.

*

Αυτοί που με συναναστρέφονται

«Μη με βοηθάτε!»

Ορκίζονται
Είμαι
Ένα κομμάτι μάλαμα

«Μη με βοηθάτε, μη•
μου σπάτε το κουκούλι»

Δέχομαι
Αμέτρητα
Φιλικά χτυπήματα στην πλάτη

«Τʼ άκρα μου
στέκουν ακόμα ατροφικά.
Τα φτερά μου νωπά»

Από ʼκείνα που δηλώνουν
Οικειότητα
Μάλλον
μια ενοχλητική συνήθεια.

Στην πραγματικότητα
– τις στιγμές που η μέρα
κυλάει ζεστά

«Δεν υπολογίζω τον χρόνο – είναι οξυγόνο – δεν αρκεί
πιθανότατα
δε θα τα καταφέρω»
συναναστρέφονται μια άγνωστη
χωρίς κάποια βαθιά πνευματική
αναζήτηση
– παρά μόνο
την απολύτως αναγκαία!

«Μα τόσα και τόσα έντομα – το ξέρουν –
ποτέ τους δε θʼ ανθίσουν πεταλούδες.
Εγώ, στην τελική,
γιατί να διαφέρω;»

*
Πέμπτη ξημέρωμα.
(επιτέλους μόνη)
Ελευθεριάζω – χαζεύω τα μαλλιά μου στον καθρέφτη.
Μένουν ανοιχτές πληγές.
Αν μπορούσα να σου μιλήσω για ένα θέμα
θα ήταν για τη συντροφικότητα.
Θα ξεκινούσα κάπως έτσι:
«Πρόκειται για κάτι που γνωρίζεις καλύτερα από μένα•
που όλος ο κόσμος γνωρίζει καλύτερα από μένα».