Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αφίξεις

Αφίξεις

Αφίξεις

Λευτέρης Ξανθόπουλος, «Αντίψυχα», εκδ. Μετρονόμος, 2017

`

ΚΡΙΣΗ

Δεν θα φωνάξουν πια
γιατί
άσκοπο
σαν την άρνηση
εκεί στον κήπο
της Γεθσημανή
άνευ ορδών
άνευ χορδών
άνευ ορίων
δυο δρασκελιές στεριά
χωρίς λαλιά
δυο μόρια χάρτης
βουνά
ποτάμια
πέτρες
δυο μέρες χρόνος
κι έπειτα
χωρίς λαλιά
σαν πριν
χωρίς φωνή

Δεν θα φωνάξουν πια

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Νίκος-Οχάνες Μικιρδιτσιάν, “Ατάραχα έμειναν τα πουλιά στα σύρματα”, Γαβριηλίδης, 2018

Όλοι παίρνουμε κάτι από άλλους , είπες.
Πήρες το παλτό του πατέρα σου
Τις γόβες της μητέρας σου
Το κραγιόν της αδελφής σου
Το λίκνισμα της γιαγιάς σου
Την φωνή της θειας σου
Το ύφος της Marilyn και βγήκες.
Όμως εσύ έμεινες στο σπίτι.

Επί οίνοπα πόντον

Καμιά φορά αυτός που φεύγει
δεν είναι απλά μια αναχώρηση, δεν είναι διάλειμμα
δεν είναι απουσία, ούτε αποχωρισμός.
Καμιά φορά αυτός που φεύγει είναι εγκατάλειψη.
Eίναι ένα καράβι με μαύρα πανιά
πλέον επί οίνοπα πόντον.

***

Δεν είναι άδεια η καθημερινή ζωή
είναι γεμάτη από την ψυχοπαθολογία μας
που παλιρροϊκά πλημυρίζει πεζοδρόμια και ασφάλτους
κάθε βράδυ άμπωτις την αποσύρει.
Λιώνουν τα παγόβουνα και πνίγονται στην πλατεία οι θεατές
της βραδινής παράστασης.
Τις Τετάρτες έχει λαϊκή απογευματινή.

Δεν είναι άδεια τα βλέμματα
είναι γεμάτα απόγνωση και ρύπους
σκαρφαλώνουν στα συρματοπλέγματα ικετεύοντας λίγο αίμα
από τις πληγές της απόδρασης.

****

Επιμένουν. Η τρίχα όχι τα μαλλιά
ο στίχος όχι το ποίημα
η ψηφίδα όχι το μωσαϊκό
ο μαστός όχι η μάνα
η χώρα όχι ο κόσμος
το φιλί όχι ο έρωτας
ο έρωτας όχι η αγάπη
η σφαίρα όχι ο φόνος
η πέτρα όχι το άγαλμα
η κλωστή όχι το πουκάμισο
η βρισιά όχι ο θυμός
το σημαινόμενο όχι το σημαίνον
ο θεός όχι η φύση
το δάχτυλο όχι η σελήνη
η νότα όχι το τραγούδι
το χρώμα όχι ο άνθρωπος
η ράτσα όχι ο σκύλος
το δάκρυ όχι το κλάμα
το κόμμα όχι η πολιτική
εγώ όχι εμείς
η ατάκα όχι η σκέψη
η γνώση όχι η επίγνωση.
Υπομένουμε.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Julio Cortázar, «Κουτσό» (μετφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης), εκδ. opera, 2018

`

Κεφάλαιο 1 (απόσπασμα)

Αφήναμε τα ποδήλατα στο δρόμο και μπαίναμε σιγά σιγά, σταματώντας κάπου κάπου για να κοιτάξουμε τον ουρανό, γιατί αυτή είναι μία από τις λίγες ζώνες στο Παρίσι όπου ο ουρανός είναι πιο ωραίος απʼ τη γη. Καθισμένοι σε μια ντάνα σκουπίδια κάναμε ένα τσιγάρο, και η Μάγα μου χάιδευε τα μαλλιά ή σιγοτραγουδούσε μελωδίες που κανείς ακόμα δεν τις είχε συνθέσει, κάτι αλλοπρόσαλλους σκοπούς που τους διέκοπταν αναστεναγμοί και αναμνήσεις.

Εγώ άρπαζα την ευκαιρία για να αναπολήσω άχρηστα πράγματα – μια μέθοδος που την είχα πρωτοεφαρμόσει, χρόνια πριν, σʼ ένα νοσοκομείο, και που κάθε φορά μου φαινόταν όλο και πιο γόνιμη και αναγκαία. Καταβάλλοντας τεράστια προσπάθεια, συνδέοντας βοηθητικές εικόνες, φέρνοντας στο μυαλό μου μυρωδιές και πρόσωπα, κατάφερνα νʼ ανασύρω από το χάος ένα ζευγάρι καφετιά παπούτσια που φορούσα το 1940 στην Ολαβαρία: είχαν τακούνια από καουτσούκ και πολύ λεπτές σόλες, κι όταν έβρεχε, το νερό με περόνιαζε ώς τα κόκαλα. Μʼ αυτό το ζευγάρι παπούτσια στo χέρι της μνήμης, τα υπόλοιπα έρχονταν μόνα τους: το πρόσωπο της δόνιας Μανουέλας, για παράδειγμα, ή ο ποιητής Ερνέστο Μορόνι.

Τʼ απόδιωχνα, όμως, γιατί υποτίθεται ότι σκοπός του παιχνιδιού ήταν νʼ αναπλάθει το ασήμαντο, το επουσιώδες, το χαμένο. Τρέμοντας απʼ το φόβο μη και δεν μπορέσω να θυμηθώ, νιώθοντας να με τρώει το σαράκι της αναβλητικότητας, νιώθοντας ηλίθιος που κανάκευα το χρόνο, κατέληγα να βλέπω, αντί για τα παπούτσια, ένα κουτάκι τσάι Sol που μου ʼχε δώσει η μητέρα μου στο Μπουένος Αϊρες. και το μικρό σουρωτήρι για το τσάι, το σουρωτήρι-φάκα όπου μαύρα ποντικάκια καίγονταν ζωντανά στο φλιτζάνι με το νερό που έβγαζε τσιριχτές μπουρμπουλήθρες.

Πεπεισμένος ότι η μνήμη συγκρατεί τα πάντα και όχι μόνο τις Αλμπερτίν και τους μεγάλους καζαμίες της καρδιάς και των νεφρών, επέμενα νʼ αναπλάσω τα περιεχόμενα του γραφείου μου στη Φλορέστα, το πρόσωπο μιας αναξιομνημόνευτης κοπέλας που την έλεγαν Γκεκρέπτεν, πόσους κονδυλοφόρους είχε μέσα η κασετίνα μου όταν πήγαινα πέμπτη δημοτικού, και στο τέλος μʼ έπιανε τρεμούλα κι απελπισία (γιατί δεν τα ʼχα καταφέρει ποτέ να θυμηθώ τους κονδυλοφόρους, ξέρω πως ήταν μες στην κασετίνα, σε μια ειδική θήκη, αλλά δε θυμάμαι πόσοι ήταν, ούτε μπορώ να καθορίσω πότε ακριβώς πρέπει να ʼταν δύο ή έξι), ώσπου η Μάγα, φιλώντας με και εκπνέοντας στο πρόσωπό μου τον καπνό του τσιγάρου της και το ζεστό της χνότο, με συνέφερνε και βάζαμε τα γέλια και πιάναμε ξανά τις βόλτες μέσα στα σκουπίδια, ψάχνοντας αυτούς της Λέσχης. Και τότε συνειδητοποιούσα πως η αναζήτηση ήταν το έμβλημά μου, το έμβλημα αυτών που βγαίνουν τις νύχτες χωρίς συγκεκριμένο σκοπό, φονιάδες των πυξίδων.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Γιώτα Τριανταφυλλοπούλου- Κόμη, «Με τη Μέθοδο του Υλοτόμου», μικρές εκδόσεις, 2018

`

ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΤΑΛΑΝΤΩΣΕΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΝΟΜΟΙ ΣΟΥ
Θα πολεμήσω την ανθοφορία
μιας Αμάλθειας μνήμης
που σου χαρίζεται απλόχερα.
(Αναγνωρίζαμε μέχρι τώρα
τούτο το δικαίωμα μόνο στην άνοιξη).
Το ξέρω, φταίει που προσκυνούσες
την ξαπλωμένη στο γραφείο φαντασία σου
με τους νόμους της αρμονικής ταλάντωσης.
Μα δεν έβλεπες πως το μελάνι σου
στα μαύρα ρούχα της βαλίτσας μου
έβαψε και τα ολόλευκα σεντόνια μου
και πλημμυρίζει τους ύπνους μου.
Γιατί είχες στήσει από μακριά
έναν γαλαξία από χρώματα
να κινείται αιώνια στο σύμπαν μου.
Ήταν κι ο γαλαξίας
ιδιοκτησία της θεϊκής σου αδικίας!
Κι ενώ η συγκίνηση αγκάλιαζε την ιερότητά σου
-μεγαλωμένος θεός πια-
έδειξες τα νώτα σου στο ανθρώπινο βήμα μου.
Και είδα τις καταδικασμένες φλέβες μου
να ζητούν απαλλαγή
από το ανεξίτηλο χρώμα σου
δωρίζοντας όλο το αίμα τους.
Ήταν τότε που σήκωσες ψηλά το χέρι σου
ακουμπώντας σταθερά το δείκτη στον αντίχειρα
-έφτιαξες έτσι το σχήμα μου
και το πήρες για πάντα μαζί σου,
λάφυρο μιας απρόσωπης ανωνυμίας-
ενώ εγώ μαθαίνω το νόμο
της κυρίαρχης επωνυμίας σου,
πως η μαγνητική ροή σου
στην κλειστή μου επιφάνεια
θα είναι πάντοτε μηδενική* .

Μα δεν είδες πως στεκόμουν απέναντι
και σου καθρέφτισα
την ίδια σου την κίνηση στα δυο μου χέρια
που σμίξανε ακαριαία για να σχηματίσουν το άπειρο.
Αυτή θα είναι η νέα σου κατοικία ,
φώναξα σπαραχτικά
-έργο των χεριών και των λυγμών μου
τούτο το κατάλυμα,
-να το θυμάσαι-
κάντο για μένα σε παρακαλώ
Μαζί με λέξεις έκπληκτες κι αλήτισσες
που έκαψαν τα σύνορά τους
για να ξεγυμνώσουν μια έκταση απόλυτη
και να χαϊδεύουν στο σώμα σου
τ ʼάφθαρτα νοήματά τους, το ίδιο πιστές
όπως τότε που μετρούσαν με ακρίβεια
τους υπερκόσμιους ρυθμούς σου
και την απληστία των χρωμάτων σου.
Όπως τώρα, υπόλογοι της μέθης
ακόμη και των πόνων μου!

`
*νόμος του Gauss

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Παναγιώτης Τζαννετάτος, “Μικροί εσπερινοί”, Οδός Πανός, 2018

Μνήμη

Απόψε θυμήθηκα δυό μάτια,
δυο ουράνια παράξενα σώματα
που γέμιζαν τη νυχτα φώς,
όταν με έρωτα κοιτούσαν
βαθιά μέσα στην ψυχή•
όλα έμοιαζαν τότε
ανώφελα μικρά
και αναρωτιέμαι
ακόμα και τώρα
πώς ολόκληρος κόσμος χώρεσε
μέσα σε εκείνα τα δυό μάτια.

Τιμής ένεκεν

Όλα εκείνα
τα χρόνια που πέρασαν
άφησαν πίσω τους
τιμής ένεκεν
τη μνήμη
άφησαν πίσω τους
όλες εκείνες τις στιγμές
που θύμιζαν κάτι απο ζωή.

Τώρα μεγάλωσα πολύ
για να πω πως ξέχασα.

Τώρα μεγάλωσα πολύ
για να μετρήσω πόσα
ευάλωτα θέλω μου
εκτελέστηκαν ηρωικά
στα σκοπευτήρια του πρέπει.

Τώρα μεγάλωσα πολύ για να ζω
με τη μνήμη στο ίδιο σπίτι.

Διαβάστε περισσότερα