Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αφίξεις

Αφίξεις

Αφίξεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Αλέξης Βάκης, «Μάνος Χατζιδάκις – Ο Μεγάλος Ερωτικός», εκδ. οξύ, 2022

Πρόλογος:  Νίκος Ξυδάκης, Επίμετρο: Γιώργος Ανδρέου

 

**********************************

Τι συμβαίνει με τον “Μεγάλο Ερωτικό”;

Πού οφείλεται άραγε αυτή η αξιοθαύμαστη αντοχή και επιδραστικότητά του μέσα στα χρόνια;

Πώς γίνεται να είναι ένα σταθερό και αξεπέραστο σημείο αναφοράς της ελληνικής μουσικής δημιουργίας στον 20ό αιώνα;

Ποια είναι η εξήγηση στο ότι οι νέοι άνθρωποι που ανακαλύπτουν τη δύναμη και τη γοητεία του συνεχώς πολλαπλασιάζονται αντί να μειώνονται;

Αυτό το βιβλίο θα επιχειρήσει να δώσει απαντήσεις σε τέτοια -και σε πολλά ακόμη- ερωτήματα. Για να το κάνει, θα προσπαθήσει να «εξετάσει» το έργο σε σχέση με τη συνολική μουσική εργασία του Μάνου Χατζιδάκι, αλλά και να το τοποθετήσει στον πραγματικό χρόνο που δημιουργήθηκε.

 

*******************************************

Πάθη από τον έρωτα (Γεώργιος Χορτάτζης)

Μοίρα κακή κι αντίδικη, τυραννισμένη μοίρα,
ποια πάθη από τον έρωτα, ποιες πίκρες δεν επήρα;

Στη δούλεψι κι εις τις καημούς μικρή περίσσια εμπήκα
τς αγάπης, κι όλα τα κακάκι οι παιδωμές μ’ ευρήκα•ν
μόνια μου με τον έρωτα πάσ’ ώραν επολέμου,
και κανενός δεν έδειχνα τα πάθη μου ποτέ μου.

Μα κείνος μάστορας καλός γιατί ήτον του πολέμου,
μέρα και νύκτα δυνατό πόλεμον έδιδέ μου,
κι ώρες γλυκύς μου εφαίνετο, κι ώρες πικρύς περίσσια,
κι ώρες στρατιώτης δυνατός, κι ώρες παιδάκιν ίσια.

Χίλια ακριβά τασσίματα μότασσε πάσα μέρα,
και χίλια μόκτιζε όμορφα περβόλια στον αέρα,
χίλιες ζουγράφιζε χαρές μέσα στο λογισμό μου
και χίλιες έδειχν’ ομορφιές πάντα των ομματιώ μου

Τόσον οπού μ’ ενίκησε, και δούλη απόμεινά του
και τσι καημένης μου καρδιάς την εξουσιά έδωκά του.

 

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Χριστόφορος Κάσδαγλης, «Διονύσης Σαββόπουλος: Βρώμικο Ψωμί» (επίμετρο Ναταλί Χατζηαντωνίου), εκδ. οξύ 2022

Τρέχει στις φλέβες μου σαν αίμα το “Βρώμικο ψωμί”. Και στις αρτηρίες μου επίσης. Ήμουν μόλις δεκατεσσάρων όταν άκουσα για πρώτη φορά τον Σαββόπουλο στο Κύτταρο. Νοέμβριος του ’72, δικτατορία. Παρουσίαζε ζωντανά το “Βρώμικο ψωμί”. Ήμασταν μάρτυρες ενός τοκετού. Ο δίσκος κυκλοφόρησε δυο μήνες αργότερα.
Ποτέ δεν μου πέρασε απ’ το μυαλό ότι το βρώμικο ψωμί συμβόλιζε τον θάνατο, όπως έχει ισχυριστεί ο Σαββόπουλος. Για μένα βρώμικο ψωμί ήταν ένας τρόπος να βλέπεις αλλιώς τον κόσμο γύρω σου. Ένας κωδικός, ένα παρασύνθημα. Και μια κραυγή διαμαρτυρίας. Οι περιστάσεις απαιτούσαν “να τιναχτεί σαν μαύρο πνεύμα η τρομερή μας η λαλιά”.
Το Κύτταρο ήταν κατακόμβη και ο Σαββόπουλος ήταν -ακόμα- γκουρού. Το “Βρώμικο ψωμί” υπήρξε και παραμένει ταξιανθία πολύτιμων χρησμών.
(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
************

Άγγελος Εξάγγελος

Άγγελος εξάγγελος μάς ήρθε από μακριά
γερμένος πάνω σ’ ένα δεκανίκι
Δεν ήξερε καθόλου, μα καθόλου να μιλά
και είχε γλώσσα μόνο για να γλείφει

Τα νέα που μάς έφερε ήταν όλα μια ψευτιά
κι ακούγονταν ευχάριστα στ’ αυτί μας
Γιατί έμοιαζε μ’ αλήθεια η κάθε του ψευτιά
κι ακούγοντάς τον ησύχαζε η ψυχή μας

Έστησε το κρεβάτι του πίσω απ’ την αγορά
κι έλεγε καλαμπούρια στην ταβέρνα
Μπαινόβγαινε κεφάτος στα κουρεία και στα λουτρά
και χάζευε τα ψάρια μες στη στέρνα

Και πέρασε ο χειμώνας κι ήρθε η καλοκαιριά
κι ύστερα πάλι ξανάρθανε τα κρύα
Ώσπου κάποιο βραδάκι, τι τού ‘ρθε ξαφνικά
κι άρχισε να φωνάζει με μανία

Τα πόδια μου καήκανε σ’ αυτή την ερημιά
Η νύχτα εναλλάσσεται με νύχτα
Τα νέα που σάς έφερα, σάς χάιδεψαν τ’ αυτιά
μ’ απέχουνε πολύ απ’ την αλήθεια

Αμέσως καταλάβαμε τι πήγαινε να πει
και τού ‘παμε να φύγει μουδιασμένα
Αφού δεν είχε νέα ευχάριστα να πει
καλύτερα να μη μάς πει κανένα

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Παντελής Μπουκάλας, «Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΤΑ ΧΙΟΝΙΑ -Εφτά νύχτες στον κόσμο του Αντρέι Ταρκόφσκι», εκδ. Άγρα, 2022

Φωτογραφία εξωφύλλου: LARS-OLOF LÖTHWALL
Από τα γυρίσματα της ταινίας Θυσία.
© The Swedish Film Institute (1986)

ΑΝΤΡΕΪ

Ούτε καν στα όνειρά σου δεν υπήρξα ο γιός σου. Ως κι εκεί μου στερούσες τα φτερά και τη σκέπη σου. Εφτά χρονών εγώ και βιάστηκες να γίνεις σιωπή και απόσταση. Σ’ έχασα. Για να σε βρω ονειρεύτηκα ταινίες ισάριθμες με τα άγουρα χρόνια μου. Να φτιάξω έναν κόσμο σε νύχτες εφτά. Ότι πάντοτε νύχτα πλημμύριζε ο νους μου εικόνες, το σώμα μου όλο.

 

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ

Την αλήθεια σου λες. Μα δεν είναι η αλήθεια. Η δική μου, μια άλλη. Της μητέρας σου τρίτη. Τον πατέρα σου, μάνα τον ήθελες, μητέρα θεά. Δεν μπορούσα. Δεν άντεχα. Δεν έπρεπε πες. Λογάριασα τότε πως το καλύτερο δώρο μου, η στέρηση. Το κενό. Η απουσία. Για να γίνεις ζωγράφος. Και κτίστης. Να με πλάσεις καθρέφτη σου. Να με σπάσεις. Να με σπας ολοένα. Καθρεφτάκια μυριάδες, να δείχνουν εσένα μοιρασμένον και έναν. Τσακισμένον μα ακέριο.

 

ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΠΟΥ ΠΡΟΕΤΑΞΕ η Λαρίσα Ταρκόφσκαγια στο Μαρτυρολόγιο του Αντρέι Ταρκόφσκι, χαρακτηρίζει τον σύζυγό της « κατεξοχήν Ρώσο καλλιτέχνη που, παρ’ όλα αυτά, ανήκει στον κόσμο ολόκληρο ». Σοφός λόγος. Ο σπουδαίος σκηνοθέτης-στοχαστής έχασε βίαια την πατρίδα του ως τόπο, ως τρόπο όμως, ως πνευματικό τρόπο ανάγνωσης και βίωσης του κόσμου, δεν την έχασε ποτέ. Η ρωσοκεντρική οπτική του δεν ήταν απλώς μια κληρονομιά ούτε βέβαια μια σύμπτωση· ήταν απόρροια διανοητικής απόφασης και συναισθηματικής αφιέρωσης.

Για τον Ταρκόφσκι, ο ρωσικός τρόπος, κορυφαίο γνώρισμα του οποίου είναι ο θρησκευτικός και θεολογικός στοχασμός, αποκρυσταλλώθηκε ιδεωδώς στο έργο του Φιόντορ Ντοστογέφσκι. Γι’ αυτό και ήδη στην πρώτη εγγραφή του Μαρτυρολογίου (30.4.1970 ) προσδιορίζει τη βαθύτερη επιθυμία του : «Για τον ίδιο τον Φιόντορ Μιχαήλοβιτς θα ’πρεπε να γυριστεί μια ταινία… για το χαρακτήρα του, τον Θεό του, τους δαίμονές του, τις δημιουργίες του. […] Προς το παρόν πρέπει να διαβάσω όλα όσα έγραψε και όλα όσα γράφτηκαν γι’ αυτόν και επιπλέον όλους τους Ρώσους θρησκευτικούς φιλοσόφους. […] Στον Ντοστογέφσκι μπορεί να περικλείονται όλα όσα θέλω να πραγματοποιήσω εγώ στις ταινίες μου».

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Giorgio Bassani, “Το Μυθιστόρημα της Φεράρας”, (μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής), εκδ. Gutenberg, 2022

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

 

Μᾶλλον μὲ ἀκανόνιστο τὸ σχῆμα της, ἔτσι ὅπως πήγαινε, καὶ μὲ τὰ βότσαλά της, ποὺ σὲ μερικὰ σημεῖα τὰ σκέπαζαν χόρτα, ἡ βία σαλινγκουέρα εἶναι ἕνα δρομάκι, μιὰ πάροδος ποὺ ξεκινάει ἀπὸ μιὰ τεράστια καὶ «κακοχυμένη» πλατεία, καρπὸ κάποιας παλιᾶς κατεδάϕισης, καὶ τελειώνει στὰ πόδια τοῦ δημοτικοῦ προμαχώνα ἀρκετὰ κοντὰ στὴν πόρτα σὰν Τζόρτζιο. εἴμαστε λοιπὸν ἐντὸς τῆς πόλεως, καὶ μάλιστα ὄχι τόσο μακριὰ ἀπὸ τὸ μεσαιωνικό της κέντρο· γιὰ νὰ ἐπιβεβαιωθεῖ ἡ πληροϕορία, ἀρκεῖ ἁπλῶς νὰ κοιτάξεις τὰ ϕυσιογνωμικὰ χαρακτηριστικὰ τῶν σπιτιῶν ποὺ πιάνουν τὸν δρόμο κι ἀπ ᾽ τὶς δυό του πλευρές: τὰ πιὸ πολλὰ εἶναι ϕτωχὰ καὶ ταπεινά, κάμποσα δὲ ἀνάμεσά τους εἶναι καὶ παμπάλαια ἐρείπια – ἀνήκουν χωρὶς ἀμϕιβολία στὰ παλαιότερα τῆς Φεράρας. Κι ὅμως, διατρέχοντας τὴ βία σαλινγκουέρα ἀκόμα καὶ σήμερα, ὁ τύπος τῆς σιωπῆς ποὺ τὴν περιβάλλει (ἀκούγοντας ἀπὸ ἐδῶ διαπιστώνεις ὅτι οἱ καμπάνες τῶν ναῶν τῆς πόλης βγάζουν ἦχο διαϕορετικό, σὰν νά ᾽χει χαθεῖ κάτι στὸν δρόμο του ὣς ἐδῶ) καὶ εἰδικὰ οἱ ὀσμὲς τῆς κοπριᾶς, τοῦ ὀργωμένου χώματος, τῶν στάβλων, ποὺ ϕανερώνουν πόσο κοντὰ εἶσαι σὲ κρυμμένα μεγάλα κηποπερίβολα, συμβάλλουν στὸ νὰ σοῦ δώσουν τὴν ἐντύπωση ὅτι βρίσκεσαι ἤδη ἔξω ἀπὸ τὴ στεϕάνη τῶν τειχῶν τῆς πόλης, στὰ ὅρια τῆς ἀνοιχτῆς ἐξοχῆς.

῞Ησυχες ϕωνὲς ζώων, πουλερικῶν, σκυλιῶν, ἀκόμα καὶ βοδιῶν, μακρινοὶ καμπανισμοί, μοσχοβολιὲς ἀγρῶν: ἦχοι καὶ μυρωδιὲς ϕτάνανε ἴσαμε δῶ κάτω, στὰ βάθη τοῦ τέως ξυλουργείου, ὅπου ἡ Μαρία καὶ ἡ Λίντα Μαντοβάνι δούλευαν γιὰ λογαριασμὸ ἑνὸς ραϕτάδικου ποὺ ἔϕτιαχνε ροῦχα γιὰ ἄντρες. Καθισμένες ἀκριβῶς δίπλα στὸ παράθυρο, ἀκίνητες καὶ σιωπηλὲς σὰν τὰ γκρίζα κομμάτια τῆς οἰκοσκευῆς ἀπὸ πίσω τους –σὰν τὸ τραπέζι, δηλαδή, καὶ σὰν τὶς ψάθινες πολυθρόνες, τὰ δυὸ μακρόστενα κολλητὰ κρεβάτια, τὴν κούνια, τὴν ντουλάπα, τὸ κομό, τὸν τρίποδα μὲ τὴ λεκάνη καὶ δίπλα ἐκεῖ τὸ κανάτι μὲ τὸ νερό, καὶ πιὸ πίσω ἀκόμα, μόλις ποὺ ϕαινότανε, τὴν πορτίτσα στὸν τοῖχο, κάτω ἀπὸ τὴ σκάλα, ὅπου κρύβονταν ἡ κουζίνα καὶ ὁ καμπινές–, σηκώνανε τὸ κεϕάλι ἀπ ᾽ τὰ ὑϕάσματα μόνο γιὰ ν᾽ ἀνταλλάξουν καμιὰ κουβέντα, γιὰ νὰ ἐλέγξουν μήπως χρειαζόταν τίποτα τὸ μωρό, γιὰ νὰ κοιτάξουν ἔξω, ἀπὸ κάτω πρὸς τὰ πάνω, τοὺς τόσο σπάνιους περαστικοὺς ἤ, ὅταν ἀκουγόταν τὸ ἄξαϕνο στρίγγλισμα τοῦ κουδουνιοῦ τῆς πόρτας ποὺ κρεμόταν πάνω ἀπὸ τὸ στενὸ τετράγωνο τῆς πόρτας ἐξόδου στὸν δρόμο, γιὰ ν᾽ ἀποϕασίσουν στὴ στιγμή, χωρὶς λόγια καὶ μὲ μιὰ γρήγορη ἀνταλλαγὴ βλεμμάτων, ποιά ἀπ ᾽ τὶς δυό τους θὰ πήγαινε ν᾽ ἀνοίξει…

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Carolina Schutti, «Κάποτε πρέπει να περπάτησα σε τρυφερό χορτάρι» (μετφρ. Κατερίνα Λιάτζουρα), εκδ. βακχικόν, 2022

Μετά τον αιφνίδιο θάνατο της μητέρας της, ο πατέρας εγκαταλείπει τη Μάγια, μικρό παιδί ακόμη, στο σπίτι μιας μακρινής θείας, σε κάποιο απομακρυσμένο χωριό. Εκεί, η Μάγια ξεμαθαίνει ολότελα τη μητρική της γλώσσα, και όταν αρχίζει να ερευνά το παρελθόν της, είναι στην πραγματικότητα πολύ αργά. Δεν θυμάται σχεδόν τίποτα από τη Λευκορωσίδα μάνα της, ούτε και από τον πατέρα που την εγκατέλειψε.

Νεαρή γυναίκα πια, ερωτεύεται τον Έριχ και μετακομίζει μαζί του στην πόλη. Εκεί θα γνωρίσει τον Μπερτ, για τον οποίο τρέφει έντονα αισθήματα. Μα η απουσία της γλώσσας και τα ανείπωτα μυστικά δεν την αφήνουν ούτε εκεί να ησυχάσει. Μαζί με την κορούλα της, Άνια, ξεκινά ένα ταξίδι αναζήτησης της χαμένης της καταγωγής.

Η Καρολίνα Σούτι περιγράφει σε σαφή γλώσσα, που γίνεται αντιληπτή με όλες τις αισθήσεις, και με προτάσεις υψηλής ατμοσφαιρικής πυκνότητας, την ασυνήθιστη ιστορία μιας νεαρής γυναίκας, για την οποία η απώλεια μνήμης και η αποσιώπηση των γεγονότων δεν έχουν τον τελευταίο λόγο.

Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2015

Διαβάστε περισσότερα