Τρέχει στις φλέβες μου σαν αίμα το “Βρώμικο ψωμί”. Και στις αρτηρίες μου επίσης. Ήμουν μόλις δεκατεσσάρων όταν άκουσα για πρώτη φορά τον Σαββόπουλο στο Κύτταρο. Νοέμβριος του ’72, δικτατορία. Παρουσίαζε ζωντανά το “Βρώμικο ψωμί”. Ήμασταν μάρτυρες ενός τοκετού. Ο δίσκος κυκλοφόρησε δυο μήνες αργότερα.
Ποτέ δεν μου πέρασε απ’ το μυαλό ότι το βρώμικο ψωμί συμβόλιζε τον θάνατο, όπως έχει ισχυριστεί ο Σαββόπουλος. Για μένα βρώμικο ψωμί ήταν ένας τρόπος να βλέπεις αλλιώς τον κόσμο γύρω σου. Ένας κωδικός, ένα παρασύνθημα. Και μια κραυγή διαμαρτυρίας. Οι περιστάσεις απαιτούσαν “να τιναχτεί σαν μαύρο πνεύμα η τρομερή μας η λαλιά”.
Το Κύτταρο ήταν κατακόμβη και ο Σαββόπουλος ήταν -ακόμα- γκουρού. Το “Βρώμικο ψωμί” υπήρξε και παραμένει ταξιανθία πολύτιμων χρησμών.
(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
************

Άγγελος Εξάγγελος

Άγγελος εξάγγελος μάς ήρθε από μακριά
γερμένος πάνω σ’ ένα δεκανίκι
Δεν ήξερε καθόλου, μα καθόλου να μιλά
και είχε γλώσσα μόνο για να γλείφει

Τα νέα που μάς έφερε ήταν όλα μια ψευτιά
κι ακούγονταν ευχάριστα στ’ αυτί μας
Γιατί έμοιαζε μ’ αλήθεια η κάθε του ψευτιά
κι ακούγοντάς τον ησύχαζε η ψυχή μας

Έστησε το κρεβάτι του πίσω απ’ την αγορά
κι έλεγε καλαμπούρια στην ταβέρνα
Μπαινόβγαινε κεφάτος στα κουρεία και στα λουτρά
και χάζευε τα ψάρια μες στη στέρνα

Και πέρασε ο χειμώνας κι ήρθε η καλοκαιριά
κι ύστερα πάλι ξανάρθανε τα κρύα
Ώσπου κάποιο βραδάκι, τι τού ‘ρθε ξαφνικά
κι άρχισε να φωνάζει με μανία

Τα πόδια μου καήκανε σ’ αυτή την ερημιά
Η νύχτα εναλλάσσεται με νύχτα
Τα νέα που σάς έφερα, σάς χάιδεψαν τ’ αυτιά
μ’ απέχουνε πολύ απ’ την αλήθεια

Αμέσως καταλάβαμε τι πήγαινε να πει
και τού ‘παμε να φύγει μουδιασμένα
Αφού δεν είχε νέα ευχάριστα να πει
καλύτερα να μη μάς πει κανένα

*
Μαύρη Θάλασσα

Κωμικού, ξυπόλυτου θιάσου
έργο τρομερό τα όρη του Καυκάσου
ίθρα ου θανάσιμη τσουλήθρα
ίθρα οα καταβόθρα, κολυμπήθρα

Σε πηγή θολή και μολυσμένη
την κρυφή μου αγάπη έχω βαφτισμένη
ερε οα σ’ όλα υπερέχω
όλα τα ζητώ και τίποτα δεν έχω

Δεν έχω ήχο, δεν έχω ήχο,
δεν έχω υλικό, δεν έχω ήχο.

Τον Αη Γιάννη άκουσα να ψάλλει
ζώο φτερωτό μού γδέρνει το κεφάλι
ουντ ια συντρίμμια το σαντούρι
έβγα να σε δω δειλέ κι ασχημομούρη (Θεέ μου ασχημομούρη)

Μαλλιαροί τοξότες της Σκυθίας
με κοιτάζουν μέσα από εικόνες Παναγίας
αρ ιο χρυσόμαλλο κριάρι
βάφτισε κι εμένα στη θάλασσα τη μαύρη

Δεν έχω ήχο, δεν έχω ήχο,
δεν έχω υλικό, δεν έχω ήχο.

Μυθικό πουλί με δυο κεφάλια
στου Παλαιολόγου τα κόκκινα σανδάλια
αρ ιο του Προμηθέα χνάρι
πέτρινο εργαλείο και αλφαβητάρι.

Δεν έχω ήχο, δεν έχω ήχο,
δεν έχω υλικό, δεν έχω ήχο.

Τί γυρεύω εγώ σ’ αυτούς τους βάλτους
Ακρίτες ξαγρυπνούν στα σύνορα του κράτους
αου γοα κάνε το σταυρό σου
και σαν φαρμακερό κοντάρι απογειώσου.

Αργοναύτη μέσα στα σκοτάδια
με όπλα ηλεκτρικά και ιπτάμενα καράβια
αου βυ προς τ’ άστρα της αβύσσου
προς τους ουρανούς φωταγωγήσου.

Δεν έχω ήχο, δεν έχω ήχο,
δεν έχω υλικό, δεν έχω ήχο.

Τα παιδιά με τα μαλλιά και με τα μαύρα ρούχα,
φέρνουνε μηνύματα για μιαν αγάπη που ‘χα
και στις φλέβες μου βαθειά, μαύρη θάλασσα σαν αίμα
λέει λόγια πικραμένα.

Κανένα πλάσμα του Θεού δε ζει σε τέτοιο βάθος,
όπου σ’ αγάπησα πολύ κι απόμεινα μονάχος,
μαύρη Θάλασσα κλειστή και ψυχή μου χαρισμένη
σ’ όποιον πιο πολύ σε θέλει.

Να πούμε λόγια άγρια, παράξενα κι ατόφια,
σάβανα και χώματα στη μούρη της τη τζούφια,
η φωνή της η σκληρή, λιώνει σαν μεγάλο σώμα
μέσα στο δικό μου στόμα.

Φταίνε τα τραγούδια του, φταίει κι ο λυράρης,
μα φταίει κι ο ίδιος του ο λαός γιατί είναι μαραζιάρης,
μαύρη θάλασσα κλειστή, μακρινές μου πεδιάδες,
πίσω από τις συμπληγάδες.

Στα μάγια και στα όνειρα, καμπάνα και καντήλα,
Πόλη, Βάρνα, Οδησσός, Κωστάντζα και Μπραΐλα
και σε χρόνο μυστικό, σαν ηφαίστειο του Αίμου,
λεγεώνες του πολέμου

 

*
Δημοσθένους Λέξις

Κι αν βγω απ’ αυτή τη φυλακή κανείς δε θα με περιμένει
οι δρόμοι θα `ναι αδειανοί κι η πολιτεία μου πιο ξένη
τα καφενεία όλα κλειστά κι οι φίλοι μου ξενιτεμένοι
αέρας θα με παρασέρνει κι αν βγω απ’ αυτή τη φυλακή

Κι ο ήλιος θ’ αποκοιμηθεί μες στα ερείπια της Ολύνθου
θα μοιάζουν πράγματα του μύθου κι οι φίλοι μου και οι εχθροί
μαρμαρωμένοι θα σταθούν οι ρήτορες κι οι λωποδύτες
ζητιάνοι εταίρες και προφήτες μαρμαρωμένοι θα σταθούν

Μπροστά στην πύλη θα σταθώ με τις κουβέρτες στη μασχάλη
κι αργοκουνώντας το κεφάλι θα χαιρετήσω το φρουρό
χωρίς βουλή χωρίς Θεό σαν βασιλιάς σ’ αρχαίο δράμα
θα πω τη λέξη και το γράμμα μπροστά στην πύλη θα σταθώ

 

*
Ολαρία ολαρά

Ολαρία, ολαρά, χιόνι πέφτει από ψηλά
χιόνι πέφτει και σκεπάζει την αυλή μας,
το μυαλό μου φτερουγίζει μακριά,
χιόνι πέφτει και σκεπάζει τη σκεπή μας
και το άρρωστο σκυλί μας ξεψυχά.

Ολαρία ολαρά, μαύρο τύμπανο χτυπά,
τα παιδιά που αγαπούν τα στρατιωτάκια,
τ’ αλογάκια και τα ξύλινα σπαθιά,
βρικολάκιασαν σε τούτα τα στιχάκια,
στην σκεπή μας κάποιος ξαγρυπνά.

Ολαρία ολαρά, στην θερμή σου αγκαλιά,
αχ, ο Όλιβερ Τουίστ χαμογελάει
και ο Αδόλφος τού χαϊδεύει τα μαλλιά,
διαμαντένιο δαχτυλίδι του φοράει
και πετούν αγκαλιασμένοι μακριά.

Ολαρία ολαρά, με σουραύλια και βιολιά
θα βρεθούμε όλοι μαζί στο πανηγύρι,
θα ‘ναι όλη η παλιά μας συντροφιά
και θα πιούμε από το ίδιο το ποτήρι
και την πιο πικρή γουλιά.

Ολαρία ολαρά, γύρω – γύρω τα παιδιά,
ο μαρκήσιος Ντε Σαντ μ’ ένα χίππυ,
ο φονιάς με το θύμα αγκαλιά
ο γραμματέας μαζί με τον αλήτη
κι η παρθένα με τον σατανά.

Όλα είναι μακρινά κι ευτυχισμένα
και το χιόνι πέφτει από ψηλά,
τα ζευγάρια στροβιλίζονται πιο πέρα
κι η κοπέλα μου αστράφτει από χαρά.

 

Περιεχόμενα

1. Κατακόμβη ’72
2. Δεκατεσσάρων με φωνή βραχνή
3. Κωδικός 3577
4. Ο λεπτός μηχανισμός της κυοφορίας
5. Η καμπύλη δημιουργικότητας του Δ.Σ.
6. Με πλοηγό τον Alex K
7. Προϊστορία του δίσκου
8. Μια καλύβα στη έρημο
9. Η σκιά του Θανάση Γκαϊφύλλια
10. Σκαραμαγκά 3, αδιέξοδο
11. Τα φτερά της πεταλούδας
12. Η γητειά των Βαλκανίων
13. Στιχάκια μπαλωμένα
14. Από σπιρτόξυλα στημένα
15. Ο ροκάς και ο παπαροκάς
16. Σουρεαλιστική παρένθεση
17. Δραπέτης από τη Λεγεώνα των Ξένων
18. Εδώ είμαι με τον Διονύση Σαββόπουλο
19. Ενοχή ’73
20. Μες στον υπόκοσμο της γλώσσας
Ένα απόγευμα στην Ηλιούπολη
Δεν έχω data, δεν έχω υλικό
Πηγές
Επίμετρο: Ναταλί Χατζηαντωνίου