ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
Μᾶλλον μὲ ἀκανόνιστο τὸ σχῆμα της, ἔτσι ὅπως πήγαινε, καὶ μὲ τὰ βότσαλά της, ποὺ σὲ μερικὰ σημεῖα τὰ σκέπαζαν χόρτα, ἡ βία σαλινγκουέρα εἶναι ἕνα δρομάκι, μιὰ πάροδος ποὺ ξεκινάει ἀπὸ μιὰ τεράστια καὶ «κακοχυμένη» πλατεία, καρπὸ κάποιας παλιᾶς κατεδάϕισης, καὶ τελειώνει στὰ πόδια τοῦ δημοτικοῦ προμαχώνα ἀρκετὰ κοντὰ στὴν πόρτα σὰν Τζόρτζιο. εἴμαστε λοιπὸν ἐντὸς τῆς πόλεως, καὶ μάλιστα ὄχι τόσο μακριὰ ἀπὸ τὸ μεσαιωνικό της κέντρο· γιὰ νὰ ἐπιβεβαιωθεῖ ἡ πληροϕορία, ἀρκεῖ ἁπλῶς νὰ κοιτάξεις τὰ ϕυσιογνωμικὰ χαρακτηριστικὰ τῶν σπιτιῶν ποὺ πιάνουν τὸν δρόμο κι ἀπ ᾽ τὶς δυό του πλευρές: τὰ πιὸ πολλὰ εἶναι ϕτωχὰ καὶ ταπεινά, κάμποσα δὲ ἀνάμεσά τους εἶναι καὶ παμπάλαια ἐρείπια – ἀνήκουν χωρὶς ἀμϕιβολία στὰ παλαιότερα τῆς Φεράρας. Κι ὅμως, διατρέχοντας τὴ βία σαλινγκουέρα ἀκόμα καὶ σήμερα, ὁ τύπος τῆς σιωπῆς ποὺ τὴν περιβάλλει (ἀκούγοντας ἀπὸ ἐδῶ διαπιστώνεις ὅτι οἱ καμπάνες τῶν ναῶν τῆς πόλης βγάζουν ἦχο διαϕορετικό, σὰν νά ᾽χει χαθεῖ κάτι στὸν δρόμο του ὣς ἐδῶ) καὶ εἰδικὰ οἱ ὀσμὲς τῆς κοπριᾶς, τοῦ ὀργωμένου χώματος, τῶν στάβλων, ποὺ ϕανερώνουν πόσο κοντὰ εἶσαι σὲ κρυμμένα μεγάλα κηποπερίβολα, συμβάλλουν στὸ νὰ σοῦ δώσουν τὴν ἐντύπωση ὅτι βρίσκεσαι ἤδη ἔξω ἀπὸ τὴ στεϕάνη τῶν τειχῶν τῆς πόλης, στὰ ὅρια τῆς ἀνοιχτῆς ἐξοχῆς.
῞Ησυχες ϕωνὲς ζώων, πουλερικῶν, σκυλιῶν, ἀκόμα καὶ βοδιῶν, μακρινοὶ καμπανισμοί, μοσχοβολιὲς ἀγρῶν: ἦχοι καὶ μυρωδιὲς ϕτάνανε ἴσαμε δῶ κάτω, στὰ βάθη τοῦ τέως ξυλουργείου, ὅπου ἡ Μαρία καὶ ἡ Λίντα Μαντοβάνι δούλευαν γιὰ λογαριασμὸ ἑνὸς ραϕτάδικου ποὺ ἔϕτιαχνε ροῦχα γιὰ ἄντρες. Καθισμένες ἀκριβῶς δίπλα στὸ παράθυρο, ἀκίνητες καὶ σιωπηλὲς σὰν τὰ γκρίζα κομμάτια τῆς οἰκοσκευῆς ἀπὸ πίσω τους –σὰν τὸ τραπέζι, δηλαδή, καὶ σὰν τὶς ψάθινες πολυθρόνες, τὰ δυὸ μακρόστενα κολλητὰ κρεβάτια, τὴν κούνια, τὴν ντουλάπα, τὸ κομό, τὸν τρίποδα μὲ τὴ λεκάνη καὶ δίπλα ἐκεῖ τὸ κανάτι μὲ τὸ νερό, καὶ πιὸ πίσω ἀκόμα, μόλις ποὺ ϕαινότανε, τὴν πορτίτσα στὸν τοῖχο, κάτω ἀπὸ τὴ σκάλα, ὅπου κρύβονταν ἡ κουζίνα καὶ ὁ καμπινές–, σηκώνανε τὸ κεϕάλι ἀπ ᾽ τὰ ὑϕάσματα μόνο γιὰ ν᾽ ἀνταλλάξουν καμιὰ κουβέντα, γιὰ νὰ ἐλέγξουν μήπως χρειαζόταν τίποτα τὸ μωρό, γιὰ νὰ κοιτάξουν ἔξω, ἀπὸ κάτω πρὸς τὰ πάνω, τοὺς τόσο σπάνιους περαστικοὺς ἤ, ὅταν ἀκουγόταν τὸ ἄξαϕνο στρίγγλισμα τοῦ κουδουνιοῦ τῆς πόρτας ποὺ κρεμόταν πάνω ἀπὸ τὸ στενὸ τετράγωνο τῆς πόρτας ἐξόδου στὸν δρόμο, γιὰ ν᾽ ἀποϕασίσουν στὴ στιγμή, χωρὶς λόγια καὶ μὲ μιὰ γρήγορη ἀνταλλαγὴ βλεμμάτων, ποιά ἀπ ᾽ τὶς δυό τους θὰ πήγαινε ν᾽ ἀνοίξει…
Πέρασαν τρία χρόνια.
Καὶ θά ᾽ϕτανες νὰ πιστέψεις πὼς θά ᾽χανε περάσει ἔτσι καὶ ἄλλα, πολὺ περισσότερα, χωρὶς νὰ ὑπάρξει ποτὲ γι᾽ αὐτὲς κάποιο ἀξιοσημείωτο νέο ἢ κάποια ἀλλαγή, ὅταν ἡ ζωή, ποὺ ϕαινόταν νά ᾽χει ξεχάσει ἐντελῶς τὴν ὕπαρξή τους, τὶς θυμήθηκε ξαϕνικὰ στὸ πρόσωπο κάποιου γείτονά τους, κάποιου Μπενέτι, τοῦ ᾽ὸρέστη Μπενέτι, ἰδιοκτήτη βιβλιοδετείου στὴ βία σαλινγκουέρα. ῾η παράξενη ἐπιμονὴ ποὺ ἔδειχνε ὁ γείτονας στὸ νὰ τὶς ἐπισκέπτεται μετὰ τὸ βραδινὸ ϕαγητὸ ἦταν σχεδὸν ἀμέσως, τουλάχιστον γιὰ τὴ Μαρία Μαντοβάνι, σημάδι σαϕὲς καὶ καθόλου μὰ καθόλου διϕορούμενο. Ναί, σκεϕτόταν ταραγμένη, μπερδεμένη: ἐτοῦτος ὁ Μπενέτι ἐρχόταν μόνο γιὰ τὴ Λίντα… ᾽αλλὰ ἡ Λίντα ἦταν ἀκόμη νέα, πολὺ νέα… Καὶ ξαϕνικὰ ἀποκαλύϕθηκε μέσα της ὅτι αὐτὴ ἡ ἴδια ἦταν χαρούμενη, ζωντανή, ὅλο ἐνέργεια καὶ δυναμισμό. Χωρὶς ποτὲ νὰ χώνεται καὶ νὰ διακόπτει τὶς συνομιλίες τῆς κόρης της μὲ τὸν ἐπισκέπτη τους, περιοριζόταν στὸ νὰ τριγυρίζει στὸ δωμάτιο τρισευχαριστημένη –ϕῶς ϕανάρι– ποὺ βρισκόταν ἐκεῖ, παρούσα μέν, αὐτόνομη δέ, καὶ ἀπόλυτα ἱκανοποιημένη ποὺ βρισκόταν στὸ ἴδιο μέρος καὶ παρατηροῦσε τὴν παραγωγὴ ἑνὸς καρποῦ ποὺ θὰ ἀποδεικνυόταν γεγονὸς σημαντικὸ καὶ ἀξιοθαύμαστο.
᾽Εκεῖνος βέβαια ποὺ μιλοῦσε σχεδὸν πάντα δὲν ἦταν ἄλλος ἀπ᾽ τὸν βιβλιοδέτη. Μιλοῦσε κι ἔλεγε γιὰ τὰ περασμένα, λὲς καὶ δὲν εἶχε ἐνδιαϕέρον γιὰ κανένα ἄλλο θέμα. ῾η Λίντα, ὅταν ἦταν μικρή –εἶπε μιὰ ϕορά– καὶ «τοσηδά» (δείχνοντας μὲ τὸ χέρι τὸ ὕψος της), εἶχε ᾽ρθεῖ μιὰ μέρα στὸ μαγαζί. Μπῆκε, προχώρησε καὶ σηκώθηκε στὶς μύτες τῶν ποδιῶν της γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ϕτάσει μὲ τὰ μάτια τὸ ὕψος τοῦ πάγκου.
«Μπορεῖτε, κύριε Μπενέτι», τὸν εἶχε ρωτήσει μὲ τὴ ϕωνούλα της, «νὰ μοῦ χαρίσετε ἕνα κομματάκι λαδόκολλα;»
«Εὐχαρίστως, μπεμπέκα μου», τῆς εἶχε ἀπαντήσει ἐκεῖνος. «θὰ μποροῦσα νὰ μάθω ὅμως τί τὴ θέλεις;»
«Τίποτα. Γιὰ νὰ ντύσω τὸ πρόχειρό μου».
Ελεγε τὴν ἱστορία μὲ τὸ πρόχειρο βιβλίο τῶν ἀσκήσεων καὶ γελοῦσε. Μολονότι δὲν ἀπευθυνόταν εἰδικὰ οὔτε στὴ μία οὔτε στὴν ἄλλη γυναίκα, τὸ βλέμμα του δὲν ἀναζητοῦσε παρὰ μόνο τὸ βλέμμα τῆς Λίντας. Τὴν προσοχή, τὴ συμϕωνία της… ἀπὸ κείνη αὐτὰ τὰ δύο ἐπεδίωκε νὰ παίρνει. Κι αὐτή, ἀπ᾽ τὴ δική της μεριά, ἐνῶ παρατηροῦσε τὸν ἄντρα ποὺ εἶχε μπροστά της (εἶχε πολὺ μεγάλο κεϕάλι, ποὺ βρισκόταν σὲ ταιριαστὴ ἀναλογία μὲ τὸ εὔρωστο στέρνο του ἀλλὰ ὄχι καὶ μὲ τὸ ὑπόλοιπο σῶμα του), καὶ κυρίως τὰ χέρια του, ποὺ τὰ εἶχε ἀκουμπισμένα πάνω στὸ τραπεζομάντηλο, χέρια ὅλο κόκαλο, μπλεγμένα μὲ δύναμη τὸ ἕνα μέσα στὸ ἄλλο, ἔνιωθε ὅτι τουλάχιστον ὡς πρὸς αὐτὸ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ κάνει καὶ τίποτ ᾽ ἄλλο ἀπ ᾽ τὸ νὰ τὸν ἔχει εὐχαριστημένον ᾽αντιμετωπίζοντάς τον μὲ συγκρατημένη ϕιλοϕροσύνη, τοῦ μιλοῦσε κόσμια, ἤρεμα, ἀλλὰ καὶ μ᾽ ἕναν τρόπο –καὶ νὰ δεῖς ποὺ τοῦτο τὸ τελευταῖο τῆς ἔβγαινε ἀπὸ κάτι ἀσυνήθιστο ποὺ τὴν εὐχαριστοῦσε– κάπως ὑποτακτικό.
Γιὰ τίποτ ᾽ ἄλλο ὁ βιβλιοδέτης δὲν εἶχε τόσο πολλὴ συνείδηση ὅσο γιὰ τὴ σπουδαιότητά του. Καὶ στιγμὴ δὲν ἔπαυε ν᾽ ἀναζητᾶ τρόπους περαιτέρω ἐπιβεβαίωσης καὶ ἐνίσχυσης τοῦ γοήτρου του.
Μιὰ ϕορά, μία ἀπὸ τὶς λίγες ποὺ ἀπευθύνθηκε στὴ μεγάλη (στὴ «γερόντισσα»), χρησιμοποιώντας μάλιστα τὸ βαϕτιστικό της, ἤτανε γιὰ νὰ τῆς θυμίσει τὴ χρονιὰ ἐκείνη ποὺ ἡ Μαρία εἶχε ἔλθει νὰ ἐγκατασταθεῖ στὴ Φεράρα. ῍αν θυμότανε μήπως –τὴ ρώτησε– τί κρύο ἔκανε ἐκείνη τὴ χρονιά. ῾ὸ ἴδιος ναί, τὸ θυμότανε, καὶ πάρα πολὺ καλὰ μάλιστα. ὸἱ τόσοι καὶ τόσοι σωροὶ μὲ τὸ βρόμικο χιόνι εἶχαν μείνει στὶς ἄκρες τῶν δρόμων τῆς πόλης μέχρι τὰ μέσα ᾽απριλίου. Καὶ ἐκτὸς τούτου, ἡ θερμοκρασία εἶχε πέσει τόσο πολὺ ποὺ καὶ ὁ Πάδος ἀκόμα εἶχε παγώσει.
«Κι ὁ Πάδος ἀκόμα!» ἐπανέλαβε μὲ ἔμϕαση καὶ μὲ τὰ μάτια του γουρλωμένα.
Τοῦ ϕαινόταν καὶ τώρα ἀκόμη σὰν νὰ τὸ βλέπει –συνέχισε νὰ λέει–, σὰν νὰ βλέπει τὸ παράξενο θέαμα τοῦ ποταμοῦ ποὺ θερμοκρασίες κάτω ἀπ᾽ τὸ μηδὲν τὸν ἔχουν βάλει νὰ σϕίγγεται στὴ μέγκενη τῶν ἀνέμων. Τὸ νερὸ ἀνάμεσα στὶς σκεπασμένες μὲ χιόνι ὄχθες εἶχε σταματήσει ἐντελῶς νὰ κυλάει. Τόσο πολὺ δέ, ποὺ κάτι κουβαλητάδες (ἦταν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον μεταϕορεῖς καυσόξυλων ποὺ τὰ πήγαιναν σ ᾽ ἕνα πριονιστήριο στὴ σάντα Μαρία Μανταλένα καὶ τώρα γυρνοῦσαν στὴ Φεράρα), κατὰ τὸ βράδυ, γιὰ νὰ περάσουν ἀπέναντι, ἀντὶ νὰ χρησιμοποιήσουν τὴ σιδερένια γέϕυρά του στὸ Ποντελαγκοσκούρο, προτίμησαν νὰ ρισκάρουν στὸ πέρασμα τσουλώντας τ ᾽ ἄδεια καρότσια τους πάνω στὴν τεράστια παγωμένη ἐπιϕάνεια. Τελείως τρελοί – γιὰ δέσιμο! Προχωροῦσαν ἀργὰ ἀργὰ λίγα μέτρα πιὸ μπροστὰ ἀπὸ τ ᾽ ἄλογά τους, κρατώντας τὰ χαλινάρια τους μαζεμένα ὅλα μαζὶ πίσω ἀπὸ τὴ ράχη τους καὶ μὲς στὴ χούϕτα τοῦ ἑνὸς χεριοῦ τους, ἐνῶ μὲ τὴν ἄλλη χούϕτα σκόρπαγαν πριονίδι, χωρὶς ὡστόσο οὔτε στιγμὴ νὰ σταματήσουν νὰ σϕυρᾶνε καὶ νὰ κραυγάζουν σὰν κολασμένοι. Καὶ γιὰ ποιό λόγο σϕύριζαν καὶ κραύγαζαν; Ποιός νὰ ξέρει; ῎ισως γιὰ νὰ δώσουν κουράγιο στὰ ζῶα τους, ἴσως καὶ στὸν ἑαυτό τους. Μπορεῖ, ἁπλούστατα, καὶ γιὰ νὰ ζεσταθοῦν.
«Θυμᾶμαι ἐκεῖνον τὸν περίϕημο χειμώνα», ἄρχισε νὰ λέει ἕνα βράδυ μὲ τόνο σεβαστικό, ποὺ τὸν εἶχε πάντα ὅποτε μιλοῦσε γιὰ πρόσωπα ἢ πράγματα θρησκευτικά (ὀρϕανὸς ἀπὸ παιδάκι καὶ ἔχοντας μάθει γράμματα σὲ ἱεροσπουδαστήριο, στὸ λεγόμενο «σεμινάριο», εἶχε διατηρήσει γιὰ τοὺς ἐκεῖ ἱερεῖς, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν κλῆρο ἐν γένει, σεβασμὸ υἱικοῦ χαρακτήρα), «ποὺ ὁ καημένος ὁ Δὸν Καστέλι μᾶς πήγαινε κάθε σάββατο ἀπόγευμα στὸ Ποντελαγκοσκούρο γιὰ νὰ δοῦμε τὸν Πάδο. Παιδιὰ ἐμεῖς δὲν προλαβαίναμε νὰ περάσουμε τὴν πόρτα Σὰν Μπενεντέτο καὶ χαλάγαμε τὴ στοίχιση. Πέντε χιλιόμετρα νὰ πᾶμε καὶ πέντε νὰ γυρίσουμε: δὲν ἦταν –αὐτὸ νὰ λέγεται– ἀκρι – βῶς βόλτα στὸ προαύλιο ἢ στὸν κῆπο! Καὶ ἂς μὴ μιλήσω γιὰ τὸν μεγάλο μπελὰ τοῦ Δὸν Καστέλι – γιὰ τὸ τράμ! Παρὰ τὴν ἡλικία του, δὲν ἔπαιρνε ἀνάσα, πάντοτε ἤτανε μπροστὰ ἀπὸ ὅλους, πάντοτε ἐπικε – ϕαλῆς τῆς ὁμάδας αὐτός, μὲ τὸ ὑπέροχο ράσο του ν᾽ ἀνεμίζει καὶ μὲ τὸν ταπεινὸ ὑποϕαινόμενο στὸ πλάι του… Πραγματικὸς ἅγιος, τί νὰ λέμε, καὶ γιὰ τὸν ταπεινὸ ὑποϕαινόμενο πραγματικὸς πατέρας!» […]
***************************
Για πρώτη φορά στα ελληνικά ολόκληρο το μνημειώδες έργο του κορυφαίου Ιταλού λογοτέχνη.
Με φόντο τη Φεράρα και με επίκεντρο την εβραϊκή κοινότητά της, στην οποία ανήκε, ο μεγάλος συγγραφέας φτιάχνει ένα πανόραμα της Ιταλίας πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Το μυθιστόρημα αποτελείται από τα ακόλουθα έξι αυτοτελή κείμενα: Εντός των τειχών, Τα χρυσά γυαλιά, Ο κήπος των Φίντζι-Κοντίνι, Πίσω από την πόρτα, Ο ερωδιός και Η μυρουδιά του κομμένου χόρτου. Το πρώτο και το τελευταίο από αυτά περιέχουν περισσότερα διηγήματα και προσωπικές μαρτυρίες και εξομολογήσεις. Τα άλλα τέσσερα είναι μυθιστορήματα. Καθένα από αυτά μπορεί να διαβαστεί και χωριστά, αλλά συνδέονται μέσα από γεγονότα και αξέχαστους χαρακτήρες, όπως ο σεβαστός γιατρός του οποίου η ομοφυλοφιλία γίνεται ανεκτή όσο παραμένει κρυφή, ένας επιζών από τα ναζιστικά στρατόπεδα θανάτου που οι εορτασμοί των γειτόνων για την επιστροφή του σταδιακά καταλήγουν στον εξοστρακισμό, ο Εβραίος αριστοκράτης που χάνει όλα του τα προνόμια, η δασκάλα που εξαιτίας της κομμουνιστικής ιδεολογίας της μπαίνει στο στόχαστρο ακόμα και των δικών της.









