Χρυσούλα Αγκυρανοπούλου, Ανθολογία Ποιημάτων
5Ιου
Aπό το βιβλίο: «ΜΑ ΠΕΡΙΚΑΡΔΙΟΣ Ο ΑΝΕΜΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ», εκδ. Γαβριηλίδης, 2005
Αντηχείο
Στο κοιμητήρι της Μονεμβασιάς
αδυνατούν να φτάσουνε στη γεροσύνη οι νεκροί.
Ο μαχαλάς τους πανηγύρι ημιχόριο
ο κόσμος τους γυναικωτός και περιστρέφεται
ωδείο καθώς έρπεται στα τρίηχα της μνήμης
ή πάλι διψασμένοι για κυνηγητά
γύρω από πεύκα διακονιάρικα
κι οι ζωντανοί να σημαδεύουνε το όνειρο με κουκουνάρια˙
Σ΄αυτόν τον κόσμο πώς να γράψω accompagnée
Σκύβουν με βουλιμία οι θαμμένοι στη γραφή μου
και εισπνέουν
*
Με σκυρόστρωση
(διότι έξω, έχει πράγματι πάρα πολύ αέρα)
Τον έρωτα τον σβήνει η πείνα, αν όχι ο χρόνος
κι αν ούτε ο χρόνος το μπορεί, τότε η κρεμάλα μένει
ΚΡΑΤΗΣ
Είπεν ο Φύλαρχος ο λογομέτρης:
-Γιατί το βλέμμα δείχνει καταπαύσεις;
Πρωί-πρωί σαν τρικυμίζουνε οι λέξεις φυλλωσιές
ψυχούλα μου τί στέκεσαι και σκυθρωπάζεις;
Ο χώρος σ’ έπλασε μακροκατάληκτη
να βγεις από το χώμα
*
Επικονίαση
Στα χρόνια των Κενταύρων
θάνατε παίζεις κρεμάλα φωναχτά;
Τη λέξη φιλοκίνδυνη θα σου ορίσω
αλλά εσύ δεν θα τη βρεις
κι εγώ θα τρέχω πάνω-κάτω στους γκρεμούς
στο μονοπήρυνο χωράφι σαν νεκρός
για έλα ν’ ανταλλάξουμε τις γάζες μας
-μ’ αίμα λοξό-
αν ζήσεις θα διαιρεθείς αν αρνηθείς θα μείνεις
και το περισπωμένο γέλιο σου το μυριοφορεμένο














