Aπό το βιβλίο: «ΜΑ ΠΕΡΙΚΑΡΔΙΟΣ Ο ΑΝΕΜΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ», εκδ. Γαβριηλίδης, 2005

Αντηχείο

Στο κοιμητήρι της Μονεμβασιάς
αδυνατούν να φτάσουνε στη γεροσύνη οι νεκροί.
Ο μαχαλάς τους πανηγύρι ημιχόριο
ο κόσμος τους γυναικωτός και περιστρέφεται
ωδείο καθώς έρπεται στα τρίηχα της μνήμης
ή πάλι διψασμένοι για κυνηγητά
γύρω από πεύκα διακονιάρικα
κι οι ζωντανοί να σημαδεύουνε το όνειρο με κουκουνάρια˙

Σ΄αυτόν τον κόσμο πώς να γράψω accompagnée
Σκύβουν με βουλιμία οι θαμμένοι στη γραφή μου
και εισπνέουν

*

Με σκυρόστρωση
(διότι έξω, έχει πράγματι πάρα πολύ αέρα)

 
        Τον έρωτα τον σβήνει η πείνα, αν όχι ο χρόνος
         κι αν ούτε ο χρόνος το μπορεί, τότε η κρεμάλα μένει

                                                           ΚΡΑΤΗΣ
Είπεν ο Φύλαρχος ο λογομέτρης:
-Γιατί το βλέμμα δείχνει καταπαύσεις;
Πρωί-πρωί σαν τρικυμίζουνε οι λέξεις φυλλωσιές
ψυχούλα μου τί στέκεσαι και σκυθρωπάζεις;
Ο χώρος σ’ έπλασε μακροκατάληκτη
να βγεις από το χώμα

*

Επικονίαση

Στα χρόνια των Κενταύρων
θάνατε παίζεις κρεμάλα φωναχτά;
Τη λέξη φιλοκίνδυνη θα σου ορίσω
αλλά εσύ δεν θα τη βρεις
κι εγώ θα τρέχω πάνω-κάτω στους γκρεμούς
στο μονοπήρυνο χωράφι σαν νεκρός

για έλα ν’ ανταλλάξουμε τις γάζες μας
-μ’ αίμα λοξό-
αν ζήσεις θα διαιρεθείς αν αρνηθείς θα μείνεις
και το περισπωμένο γέλιο σου το μυριοφορεμένο

*

Ιστορίες της σταγμοδόχης

Εσύ ησύχασε μητέρα, μας παίζουνε σβηστούς.
Όταν ανάβουμε, τα μάτια θέλουμε της Έπαρσης
ξεφωνητά στην ξιφολόγχη
η αλήθεια μας σερβίρει το νεκρόδειπνο
στη ματαιολογία
από την κρύπτη ξεπηδούν οι διασκεδαστές κι οι σκιαγράφοι
λέμε στη μοίρα μην κοιτάς -αλλάζουμε
φοράμε τον χιτώνα των χαμών
και των συναισθημάτων
πέρα στ’ αόρατο νησί μάς ξενυχτά το όνειρο μονάχο
με τ’ οστεοφυλάκιο επάνω στα νερά και πάμε

*

Εικοστός αιώνας

Λογοτεχνία είναι το αναχαιτιστικό που απογειώνεται.
Καθώς ελέγχουμε την ψίχα του με το φωτόμετρο του γράφειν
να και οι επιβάτες υμνητές, έλλειμμα από καλντέρα
καθώς δεν θέλουν άρχοντες να τους παραβιάζουνε τον ουρανό
γύρω στις δεκατρείς χιλιάδες πόδια -τί δροσιά
δίχως αεροσυνοδούς και πύργους που ελέγχουν
μα κάποιο ρίγος που το είπαν χρονοπειρατεία,
ώστε λογοτεχνία είναι το αναχαιτιστικό
εκείνο που δεν προσγειώνεται

 

 

**************************

 

Από το βιβλίο, «ΒΥΒΛΟΣ», εκδ. Μανδραγόρας, 2012

Επεισόδια στο αγριοτεμάχιο 1

Στον Κάτω Κόσμο σ’ οδηγούνε οι ασπάλακες.

Μάγκες,
ο Ορφέας σαν σε όραμα
στο τρίτο τετραγωνικό με μια κιθάρα δανεισμένη
παρατηρεί τις πέτρες των Μαινάδων
ν’ αντιπαρέρχονται τη μάχη εις τον αιθέρα.

Ο δράκοντας κάτω απ’ την καρυδιά
και οι Σειρήνες μακριά (το κατά δύναμιν)
δεν ξερογλείφονται για το χωράφι αυτό το γωνιαίο.

Ε και; Τότε τον σκούντησε ο σκάλοψ ο τυφλός
κοίτα τί τρύπες σου ’φτιαξα εγώ για να κατέλθεις

Στον Κάτω Κόσμο σ’ οδηγούνε οι ασπάλακες
στον Πάνω Κόσμο σε μοιράζουν οι τυχαίοι

*

Epicède

Απέθανα παντέχουσα ετών τριανταπέντε
μητέρα μου η Περίθλαση, πατέρας μου ο Αίμος
μάζευαν πνεύματα του καιρού, τους έλεγαν μαντάτα
κι εγώ ηχογραφώντας μια cadenza
πάνω στις φλέβες τους χορδές –είπαν

δεν παίζουμε κουτσό με τους κεκοιμημένους

 

 

*

Το σύντομο βιογραφικό ενός τσιγάρου Santé

Τέσσερις με πέντε το απόγευμα στα χείλη της με φέρνει η λησμονιά. Ανάβει έναν δίφθογγο και η ζωή μου ξεκινά να τελειώνει. Από τον ουρανίσκο της ακούγεται η ωδή : «Μελέτησα προκλασσικούς και έπαψα να στέκω. Κλείστηκα μέσα σε πάρκα να ακούσω τους νεκρούς, έθρεψα σκοτεινά σκυλιά εξαπολύοντάς τα στις καμάρες· έγινα μάγισσα για μιαν εσπέρα και πήραν κλίση οι ποταμοί μα δεν κατέβηκαν νερά. Γι’ αυτό καπνίζω συνεχώς στο ύπαρ του ήπατος,

                             τις αυταπάτες για τον ένδοξο Aνάχαρσι

 

 

 

*

Καταμελισμός

Είναι μια κάπως ορεινή αρραβωνιαστικά. Τα πρωινά μαζεύει χώματα απ’ τα δέντρα και τα απογεύματα εντάσσεται στα λυπηρά. Λέγεται ότι γύρω απ΄την καρδιά της είναι τυλιγμένος ένας σπάγγος κάμποσων μέτρων για να κρατά δεμένο το συναίσθημα. Όμως στο πίσω μέρος του αριστερού, γύρω στον δέκατο σπόνδυλο, υπάρχει μια οπή κι αν ψιθυρίσει κανείς τη λέξη Μήτις ξεκινά να βγαίνει η κλωστή αρχίζοντας το στικτό ταξίδι της στον έξω κόσμο.
-«Μήτις» αναφώνησε ο Βλαδίμηρος μια νύχτα που κοιμότανε η Oρεινή κι αίφνης άρχισε να προβάλλει από το δέρμα η περίτεχνη ταινία. Εννέα ώρες κράτησε η έξοδος για την Eχθρότητα. Μαζί της έβγαιναν αίματα, φλέβες, υγρά, φούγκες και κάποιες διακονίες. Όταν ο λώρος πλησίαζε στο τελευταίο μέτρο του χρησμού, μαύρισε και η επαφή του με το οξυγόνο. Τότε εξύπνησε η κάτοχος του νοήματος. Το μόνο που ποτέ δεν έμαθε κανείς πως γίνεται ένας τέτοιος μυς να τρέφεται απ’τον βουερό παλμό ενός μετάλλου.

*

Πομπή για μία βιλανέλα

“The poet, voided, avid to avoid
the ovoidal cold lord of his deep void,
and read a little, not much of Ovid.”
Narcissus Sestina, George Economou

Μοιραίο πάτημα της γης δεν είσαι πια συγκρίσιμο
με το λυχνάρι του Ροδάμανθη εν μέσω αγρυπνίας
τον Μίκυλλο φωνάξατε που ’χει κοπίδι χρήσιμο

ανθρώπου που πετά απ’ τη χαρά του μπρος στο χάρο
αδημονώντας να φανεί πλήρωμα λεμβωδίας
μοιραίο πάτημα της γης δεν είσαι πια συγκρίσιμο

εις στο κατάρτι του θεού με το μυαλό νηστίσιμο
για ύστατη φορά στα όρια της παρωδίας
τον Μίκυλλο φωνάξατε που ’χει κοπίδι χρήσιμο

αγέρας, οβολοί, νερά κι οι θρήνοι στο φορτίσσιμο
για τα παλάτια της λυμένης κιβδηλείας
μοιραίο πάτημα της γης δεν είσαι πια συγκρίσιμο

και φέρνοντας κρυφά ένα ακόμη χαίρε κατοικήσιμο
σ’ εκείνη την ενθύμηση της ανυποταξίας
τον Μίκυλλο φωνάξατε που ’χει κοπίδι χρήσιμο

στη χώρα του θανάτου τίποτε το οικοδομήσιμο
φτάνοντας παραδίδεις τα κλειδιά της αγυρτείας
μοιραίο πάτημα της γης δεν είσαι πια συγκρίσιμο
τον Μίκυλλο φωνάξατε που ’χει κοπίδι χρήσιμο

 

 

 

*

Βαλάντιο για τα παιδιά της αλουργίδας

-Μα κι όταν μεγαλώσω τί θα γίνω;
-Τότε θα δούμε. Τώρα πήγαινε τάισε τα περιστέρια-
Μη με χασομεράς μ’ αινίγματα τα μεσημέρια·
με το σταχτόνερο τη λύπη σου θα πλύνω.

-Δεν ξέρω, αλλά κοιτώντας το ποτάμι
είδα πηγάδια ανάποδα να φράζουνε την κοίτη
-Αφού είναι έτσι, ας ρίξουμε το σπίτι
μη βγάλεις λέξη όσο θα σκάβω το θαλάμι.

-Ούτε κι εγώ πιστεύω ότι σας τα ΄χω μαζεμένα,
μα στο δωμάτιο που βάψατε για κείνον
πειράματα ακούγονται πικρά (κοντά στο Δίον)
κι έχω τα λόγια μου σφιχτά στους κάλυκες δεμένα.

 

 

 

**************

Η Χρυσούλα Αγκυρανοπούλου γεννήθηκε το 1969 στον Πειραιά. Σπούδασε Γαλλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και πιάνο στο Εθνικό Ωδείο Μανώλη Καλομοίρη. Συνέχισε τις μεταπτυχιακές σπουδές της, σε μουσικό επίπεδο, στην Ακαδημία της Σόφιας και σε φιλολογικό επίπεδο, στον τομέα της διδακτικής του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου της Πάτρας και της μετάφρασης – μεταφρασεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάζεται ως καθηγήτρια πιάνου και ξένων γλωσσών.
 

 

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

 

(2012)  Βύβλος, Μανδραγόρας

(2005) Μα περικάρδιος ο άνεμος του ποιητή, Γαβριηλίδης,

(1998)  Το αναστάσιμο μυροπωλείο, Αρμός,

(1994) Ο κόμβος του Ταβάρα, Πλέθρον,

(1991)  Ύβος στασίαρχος, Πλέθρον,

(1990) Μελανία, Πλέθρον