Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Julio Cortázar, «Μαθήματα λογοτεχνίας» (μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης,) εκδ. Opera, 2021

 

Είναι αλήθεια, καθώς ένα μυθιστόρημα δημιουργεί προοδευτικά διάφορα συναισθήματα στον αναγνώστη, ενώ μια καλή ιστορία πρέπει να είναι ξεκάθαρη, άμεση, ακριβής από την αρχή. Μην παίρνετε και τόσο κυριολεκτικά αυτή τη συμβουλή, γιατί ο καλός αφηγητής μπορεί να είναι και ικανότατος μπόξερ, και πολλές από τις αρχικές του γροθιές μπορεί να φαίνονται αναποτελεσματικές ενώ, στην πραγματικότητα, να αποδυναμώνουν την άμυνα του αντιπάλου. Πάρτε ένα πολύ σπουδαίο διήγημα και μελετήστε την πρώτη του σελίδα. Θα εκπλαγώ εάν βρείτε έστω ένα διακοσμητικό στοιχείο. Αυτό που υπάρχει είναι η μυστηριώδης και απόλυτη σύνδεση μεταξύ ενός συγκεκριμένου συγγραφέα και ενός συγκεκριμένου θέματος σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, μια σύνδεση που μπορεί να επιτευχθεί αργότερα και με τους αναγνώστες…

[….]

Δεν είναι κακό εάν οι χαρακτήρες σας δεν είναι ενδιαφέροντες, ακόμη και μια πέτρα αποκτά ενδιαφέρον σε μια ιστορία του Χένρι Τζέιμς ή του Φραντς Κάφκα […] Ένα θέμα μπορεί να είναι πολύ ενδιαφέρον για έναν συγγραφέα και αδιάφορο για κάποιον άλλον· ένα θέμα μπορεί να ενδιαφέρει πολύ κάποιον αναγνώστη και να κουράσει κάποιον άλλον. Εν ολίγοις, μπορεί να ειπωθεί πως δεν υπάρχουν θέματα που να είναι αντικειμενικά σημαντικά ή ασήμαντα. Αυτό που υπάρχει είναι η μυστηριώδης και απόλυτη σύνδεση μεταξύ ενός συγκεκριμένου συγγραφέα και ενός συγκεκριμένου θέματος σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, μια σύνδεση που μπορεί να επιτευχθεί αργότερα και με τους αναγνώστες…

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Νίκος Γύφτουλας, «Το παραγκωνισμένο Διαυγές», εκδ. Ενύπνιο, 2021 (γράφει η Ευθαλεία Μπαρκιά)

Καλωσορίζοντας το ”ΠΑΡΑΓΚΩΝΙΣΜΕΝΟ ΔΙΑΥΓΕΣ”  στον ποιητικό κόσμο, στην ουσία, Kαλωσορίζουμε ΤΟ ΦΩΣ.

“Το παραγκωνισμένο Διαυγές”, «στέκει στον αιώνιο βράχο μοναχικό, με όπλο το φως και την λυρικότητα της ποιητικής δημιουργίας…» Είναι άξιος προβληματισμού ο τίτλος ,που υποκρύπτει μια τραγική αντίφαση. Πως παραγκωνίζεται το Διαυγές, το ξεκάθαρο, έκδηλο, ηλιόλουστο; Τι είναι στην ουσία ; Από ποιους παραγκωνίζεται; Με ποιον τρόπο; Γιατί συμβαίνει; Μήπως αυτοπροστατεύεται;; Υπάρχει τρόπος να αναδυθεί και να κυριαρχήσει στην ζωή μας; Συνταρακτικά αληθινό, ευάλωτο και σκληρό ταυτόχρονα, το ποιητικό δημιούργημα αφουγκράζεται και σκύβει με ενσυναίσθηση και σεβασμό πάνω από τον άηχο και κρυμμένο πόνο των ανθρώπων. Αν και το ίδιο βιώνει την δική του, προσωπική εξορία, δικαιώνει την ίδια την ουσία της ύπαρξης. Δεν επιθυμεί να τιμωρήσει με εκδικητικότητα όσους το πολέμησαν και επιχείρησαν να το διαβρώσουν.

Πιο ισχυρό από μικρότητες, ψέματα, απόπειρες εκμετάλλευσης. Στέκει αγέρωχο, αυθύπαρκτο, φωτεινό και ονειροπόλο. Προσμένει το Φως της αδελφοσύνης, της οικουμενικής αγάπης και της δικαιοσύνης. Και την ολοκλήρωση μέσω του έρωτα και της πίστης.
Μελετώντας με τον δέοντα σεβασμό το ποιητικό έργο, ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια μας, μία αέναη υπαρξιακή πορεία ”στον κύκλο του κόσμου, πάω με τ άστρο μου, πίσω μα και ξανά μπροστά και πέφτω….στου κύκλου το πάλι εισχωρώ και ανά τον κόσμο πάλι περιστρέφομαι…”

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ιωάννης Ζερβός (1884-1961), «Αγωνισμένοι και Λυτρωμένοι», 1956

 

 Πίπτοντες και Ανιστάμενοι (απόσπασμα)

 

Κι ως την είδε πάλι, κάνοντας στροφή, να κράξει τ’ όνομά του και να ’ρχεται επάνω του, τον πήρε η δείλια του θνητού, να βγει, τάχα να κρύψει την ασκήμια  του δικού του κορμιού. Και μόλις που πρόφταξε με ντυμένη μόνο την αιδώ να ριχτεί πάλι πίσω στη θάλασσα. Πρόκανε τότε κείνη με γλήγορη πλεξιά σιμά του, σήκωσε τα μπράτσα στο λαιμό του κι αγκαλιάστηκαν.

Την πήρε τότε με τα δυνατά του χέρια, απόγυρε στο αμμουδογυάλι της κρυφής ακρογιαλιάς, απ’ όπου τον είχε παραμονέψει στον ύπνο του όλη ώρα, κι ως να ’τανε παραδομένη από τον κάματο, ξάπλωσε σε ειρήνη το κορμί, με το πουκαμισάκι σουφρωμένο επάνω, ξέγυμνο, γάστρα και στήθια, κι ως τρεμούλιασε σ’ ένα λιγοθυμισμένο ακρόγελο, που φώτισε ως μέσα τα ογρογάλανα μάτια, του άπλωσε τα χέρια, χάδεψε την όψη του, ως έγειρε εκείνος επάνω στα στήθια και ξεθαρεύοντας κινήθηκε με πάθος και της ασπάστηκε όλο τ’ ογρόλαμπρο κορμί από τα μηλίγγια ως το δροσισμένο ποδοστράγαλο.

Μα ιδιοστιγμίς σηκώθηκε εκείνη, πήε πιο επάνω στην ακρογιαλιά, γονάτισε, ξεντύθηκε το μοσκεμένο πουκαμισάκι, τ’ άφησε τον ήλιο να στεγνώσει κι έμεινε εκεί στητό όλο το επάνω κορμί, γυμνό, π’ ανάλαμψε στο φως του όλος εκεί ο κρυψώνας της ακρογιαλιάς.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Νίκος Παχός, «ΓΙΑΝΙΓΙΑ»

 

«Καλημέρα!».

«Καλημέρα».

«Τι κάνεις;».

«Καλά».

«Πού πας;».

«Χαλκίδα».

«Γιατί;».

«Έχω δουλειά».

«Α!».

Κάθε Πέμπτη η ίδια κουβέντα να επαναλαμβάνεται. Ήταν κάποιος καιρός που ο Γιάννης την έστηνε στον τσιμεντένιο φράχτη τα πρωινά. Κι άρχιζε την ανάκριση σε όποιον τύχαινε να περνά. Στη γυναίκα του έλεγε ότι πάει να δει τους φίλους του, που τον εκτιμούσαν και τους εκτιμούσε. Να ξεσκάσει. Έχω φίλους, Χρυσούλα, φώναζε. Πολλούς. Όλη η γειτονιά μ’ αγαπάει. Πάω να τους δω.

Ο Μίλτος στην δική του τροχιά. Τον έβλεπε με φόβο. Καχυποψία. «Τι θέλει αυτός ο τρελός και τον συναντάω κάθε φορά; Κάνε Θε μου μη μου μιλήσει. Μην πει καμιά βλακεία». Τους ήξερε καλά αυτούς τους λειψούς. Ερχόταν κάποτε η στιγμή και πετούσαν αυτό που δεν έπρεπε. Από μικρός τους έτρεμε και τους δύο. Όταν σταματούσαν στην βόλτα τους για να χαιρετήσουν τον πατέρα του. Κάτι του έβγαζε αυτό το ζευγάρι. Μία αίσθηση απόκοσμου, που τα παιδιά εύκολα αναγνωρίζουν. Ο Γιάννης κοντός, μαυριδερός, με μεγάλες πατούσες και μια μουστάκα αφρόντιστη. Η Χρυσούλα αδύνατη, με κοντά κατσαρά μαλλιά και δυο μάτια κουμπιά. Μ’ ένα χαμόγελο κι οι δύο, αυτό των αγαθών, που πολύ τον τρόμαζε. Ίσως επειδή είχε το απόκοσμο μέσα του – παιδιόθεν –και πολέμαγε να κρατηθεί απ’ τη μεριά των κανονικών. Να μην τον τραβήξουν οι παράμεροι στην πλευρά τους. Την πτώση τους.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Philippe Sabot, «Φιλοσοφία και Λογοτεχνία / Προσεγγίσεις και διακυβεύματα ενός ζητήματος» (Εισαγωγή- Μετάφραση- Σημειώσεις: Γιάννης Πρελορέντζος), εκδ. Gutenberg, 2017

 

[…] υπό αυτές τις συνθήκες, είναι αυτονόητο ότι η αντίθεση ανάμεσα στη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία υπάγεται και η ίδια σε αυτή τη διεργασία δια της οποίας η φιλοσοφία αυτοθεσπίζεται λησμονώντας αυτούς τους τρόπους [tropes] και αυτά τα λογοτεχνικά σχήματα που στοιχειώνουν ωστόσο τον λόγο της και αποτελούν την απόκρυφη καταγωγή των εννοιών της

[…] δεν είναι […] εδώ η τεχνητή σύνθεση δύο ετερογενών μορφών του λόγου τις οποίες θα ήταν δυνατό να χωρίσουμε και αποκαταστήσουμε στη συστατική καθαρότητά τους […] αλλά όντως η διεργασία των ίδιων των λογοτεχνικών κειμένων, καθόσον προσκαλούν να προβληματοποιήσουμε ό,τι γνωρίζουμε ή ό,τι πιστεύουμε πως γνωρίζουμε

[…] φαίνεται, […] σε ποιον βαθμό η συγκρότηση χωριστών σωμάτων κειμένων έχει ως σύστοιχό της μια ορισμένη επάλειψη της εργασίας των ίδιων των κειμένων, όπως η εργασία αυτή διαφαίνεται στην πολύπλοκη συναρμολόγησή τους, όπου μπορούν να αναμειγνύονται, σύμφωνα με πολυποίκιλες και κάθε φορά ενικές τροπικότητες, μια ορισμένη φιλοσοφική “διάσταση” και μια ορισμένη λογοτεχνική “διάσταση”

Διαβάστε περισσότερα