«Καλημέρα!».
«Καλημέρα».
«Τι κάνεις;».
«Καλά».
«Πού πας;».
«Χαλκίδα».
«Γιατί;».
«Έχω δουλειά».
«Α!».
Κάθε Πέμπτη η ίδια κουβέντα να επαναλαμβάνεται. Ήταν κάποιος καιρός που ο Γιάννης την έστηνε στον τσιμεντένιο φράχτη τα πρωινά. Κι άρχιζε την ανάκριση σε όποιον τύχαινε να περνά. Στη γυναίκα του έλεγε ότι πάει να δει τους φίλους του, που τον εκτιμούσαν και τους εκτιμούσε. Να ξεσκάσει. Έχω φίλους, Χρυσούλα, φώναζε. Πολλούς. Όλη η γειτονιά μ’ αγαπάει. Πάω να τους δω.
Ο Μίλτος στην δική του τροχιά. Τον έβλεπε με φόβο. Καχυποψία. «Τι θέλει αυτός ο τρελός και τον συναντάω κάθε φορά; Κάνε Θε μου μη μου μιλήσει. Μην πει καμιά βλακεία». Τους ήξερε καλά αυτούς τους λειψούς. Ερχόταν κάποτε η στιγμή και πετούσαν αυτό που δεν έπρεπε. Από μικρός τους έτρεμε και τους δύο. Όταν σταματούσαν στην βόλτα τους για να χαιρετήσουν τον πατέρα του. Κάτι του έβγαζε αυτό το ζευγάρι. Μία αίσθηση απόκοσμου, που τα παιδιά εύκολα αναγνωρίζουν. Ο Γιάννης κοντός, μαυριδερός, με μεγάλες πατούσες και μια μουστάκα αφρόντιστη. Η Χρυσούλα αδύνατη, με κοντά κατσαρά μαλλιά και δυο μάτια κουμπιά. Μ’ ένα χαμόγελο κι οι δύο, αυτό των αγαθών, που πολύ τον τρόμαζε. Ίσως επειδή είχε το απόκοσμο μέσα του – παιδιόθεν –και πολέμαγε να κρατηθεί απ’ τη μεριά των κανονικών. Να μην τον τραβήξουν οι παράμεροι στην πλευρά τους. Την πτώση τους.
Είχε περάσει έναν χειμώνα στο δωμάτιό του. Ύπνος, τσιγάρο, internet. Βρήκε κι όνομα για την ασθένειά του: χικικομόρι. Πάτησε τυχαία μια μέρα σ’ ένα άρθρο και ταυτίστηκε. Το παθαίνουν, λέει, πολύ στην Ιαπωνία. Φόβος του Άλλου και της κοινωνικότητας. Ωθεί στην αυτοαπομόνωση. Παπαριές-ξεπαπαριές τον βόλεψε η περιγραφή. Τον ηρέμησε κάπως. Ότι υπήρχαν κι άλλοι σαν κι αυτόν. Έστω μακριά. Πάντα άλλωστε ένιωθε ξένος. Από αλλού, εξωγήινος, πώς το λένε; Τα χασίματά του μετά από αυτό έγιναν λιγότερο ενοχικά ή τουλάχιστον άνοιγε η πόρτα μιας κάποιας ελπίδας. Και στη σχολή είχε ακούσει να λένε για κάποια απώλεια του νοήματος. Κενό γράμμα οι σταθερές τη σήμερον. Νόημα πού; Αποδόμηση. Κυριαρχία του μηδενός. Κάτι τέτοια δυσνόητα έγραφε ο Βέλτσος στον πρόλογο ενός συγγράμματος. Ούτε να τον χέσει τον συγκεκριμένο, αλλά ήταν ωραία γκόμενα η καθηγήτρια. Ερατώ Ζώτου, αρσακειάς. Κι είχε δώσει πόνο στα μαθήματά της. Το πρώτο εξάμηνο τουλάχιστον που τους διάβαζε αποσπάσματα Μπαρτ και τους μιλούσε για τον έρωτα. Στο επιλογής της όμως, στις Εκδοχές του Νόμου, μπήκε το μαχαίρι πιο βαθιά. Άγγιξε τη μέσα του σχάση. Τον έπιασε η ανηφόρα τον Μίλτο, κοινώς. Δεν την άντεξε την αυτοαποδόμηση, από κριτής κρινόμενος.Από εισαγγελέας θύτης. Δεν άντεξε και το φτύσιμο από τη μόνη άγκυρά του, τον Μάνο. Είχε αρχίσει νέες παρέες αυτός, σιγά σιγά την έκανε, πίστεψε. Δύσκολη η Αθήνα για έναν απόμακρο. Μπορεί και λίγο αυτιστικό. Στο φάσμα τέλος πάντων. Πέντε μονάδες πάνω, πέντε κάτω. Γιοκ ο Μάνος, γιοκ η Ζώτου, πίσω στο χωριό του ο Μίλτος. «Στην κάμαρά του την παιδική». Μέχρι και τα τραγούδια τον κορόιδευαν. Όλα είχαν γραφτεί γι’ αυτόν. Όλα του κουνούσαν το δάχτυλο. Του έδειχναν τα ψεγάδια του. Τα αμαρτήματά του. Μπου να του έκανες, χεζόταν πάνω του. Πώς λοιπόν να μην τον φοβάται τον κάθε Γιάννη; Αλλά στο σπίτι ποιος να τον καταλάβει;Μετά την (μακρά για τα δεδομένα τους) περίοδο ανοχής τον πίεσαν να ξαναρχίσει τις συνεδρίες με την ψυχολόγο. Λαχταρούσε κι αυτός να μιλήσει πάλι κάπου όπου θα έβρισκε λίγη κατανόηση. Δέχθηκε. Και κάθε Πέμπτη, στις 11 το πρωί ανέβαζε λευκή σημαία, πήγαινε στη στάση και κατέβαινε Χαλκίδα. Διστακτικά-διστακτικά, μην σπάσουν τ’ αυγά. Σαν να είχε ξεχάσει πόσες χιλιάδες φορές είχε κάνει την ίδια διαδρομή παλιότερα. Φροντιστήριο, σχολείο ή αραιά καμιά βόλτα. Αυτό το δεκάμηνο του κλεισίματος ο χρόνος και, μαζί, το μυαλό του είχαν παγώσει. Και το έξω το ένιωθε επικίνδυνο. Μπορεί να βρισκόταν κάποιος να πετάξει κουβέντες. Να λιώσει το κουκούλι που τόσους μήνες ο Μίλτος είχε παλέψει να υφάνει γύρω του. Ένιωθε καλά μες σ’ αυτό. Ψήγματα αυτοπεποίθησης μέσα στην αυτοεπιβληθείσα καραντίνα του. «Δεν με θέλετε εσείς μία; Δεν σας θέλω εγώ δέκα.» Κι είχε κι αυτόν τον Γιάννη να κάθεται στον φράχτη και να ρωτά.
Δεν τον χωρούσε το σπίτι το Γιάννη. Ήταν καιρός που είχαν αρχίσει οι πόνοι. Το ένιωθε μέσα του κάτι θα γινόταν. Ήθελε να τους χαιρετήσει όλους. Από πόνους άλλο τίποτε η ζωή του, βέβαια. Γεννημένος λίγο πριν την ναζιστική εισβολή, ο Μαυρόγιαννος πέρασε δύσκολα. Δεν ήταν μόνο το φυσικό χρώμα του δέρματός του: τα χέρια και το στόμα σκούρα. Ήταν που μες στην πείνα της Κατοχής μόνος αυτός από όλα τα παιδιά της περιοχής που επιχειρούσαννα φάνε κάρβουνα, κατόρθωνε να τα καταπίνει. Έτσι του βγήκε και το παρατσούκλι: Γιάννης ο Καρβουνάς. Το σώμα του δύσμορφο από την καχεξία, παρακαταθήκη για όλη του τη ζωή. Τα χέρια και τα πέλματα μεγάλα. Ξεχώριζαν στον βραχύ του κορμό.
Του Μίλτου του τα είχε πει η μάνα του. Και την ιστορία του Γιάννη και της γυναίκας του, της Χρυσούλας. Αυτή παιδί του παιδομαζώματος του Εμφυλίου. Είχε βρεθεί από την Ήπειρο στην Ουγγαρία δεκατεσσάρων ετών να δουλεύει σε καλλιέργειες. Και τα βράδια το μαρτύριό της. Ανομολόγητο. Μουγκό, γαζωμένο μέσα κι έξω της. Δεν ήθελε και πολύ. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα είχε χάσει τον εαυτό της. Της κόλλησαν την ετικέτα της αγαθής και ξεμπέρδεψαν. Βρέθηκε στην Χαλκίδα όπου τα αδέρφια της έστησαν δουλειά. Γρήγορα της βρήκαν το Γιάννη, της έχτισαν σπίτι. Αποκαταστάθηκε με τον τρόπο που η ελληνική επαρχία ξέρει να σπατουλάρει τις ατέλειες. Παιδιά δεν έκαναν. Λευκός ήταν ο γάμος τους. Μέχρι αγκαλιές έφταναν και συντροφικότητα. Το τραύμα της Ουγγαρίας ήταν μεγάλο. Αυτό αγαπούσε στον Γιάννη η Χρυσούλα, ότι την σεβόταν. Καμιά φορά στο λεωφορείο την έπιαναν ξεσπάσματα. «Εμένα να ρωτήσετε για τον κουμουνισμό. Εγώ θα σας τα πω. Με πήραν κοριτσάκι και με τραβολογούσαν».
Στην γειτονιά τους αντιμετώπιζαν με συγκατάβαση. Μα η διπλανή τους η κυρά-Θοδώρα τους είχε άχτι. Τρόμαζαν τα παιδιά της έλεγε. Ήθελε να μαζέψει υπογραφές να τους διώξει. «Οι τρελοί! Αυτοί είν’ ανώμαλοι. Πρέπει να τους κλείνουν μέσα. Να μην κυκλοφορούν στον δρόμο!». Και καταριόταν την ώρα και τη στιγμή την οποία αγόρασε σπίτι δίπλα τους σε αυτήν την περιοχή. Ήταν η μεγαλύτερη κουτσομπόλα. Τα πήγαινε και τα έφερνε. Ποιος χώρισε. Ποιος ξενοκοίταξε. Ποια είναι λουσού. Ποια έχει γκόμενο. Έτρεχε να κατηγορήσει την μία και την άλλη, μπας και καταφέρει να θάψει τις προσωπικές της ανησυχίες. Τ’ αγκάθια της. Είχε βρει εύκολο στόχο το Γιάννη, τη Χρυσούλα, άπαντες και πυροβολούσε.
Κι αυτή την φοβόταν ο Μίλτος. Με τα μειλίχιά της χαμόγελα, τα προσποιητά της «Αγάπη μου, τι κάνει η μαμά» και μετά «Πώς πάει η σχολή; Γιατί δεν είσαι Αθήνα;». Το ‘νιωθε ότι ό,τι πληροφορία και να αποσπούσε αυτή θα την έβγαζε φιρμάνι. Ε ρε και να ‘ξερε την κατάστασή του. Η καλύτερή της. Στην κατηγορία του Γιάννη θα τον κατέτασσε. «Ο γιος της κυρα-Μαρίκας πάει το ‘χασε. Μελαγχόλησε, κλείστηκε σπίτι.» Για να συμπληρώσει: «Καλά το έλεγα εγώ, ποτέ δεν ήταν σόι αυτός. Τι τραβάει η καημένη η Μαρίκα;» Και να καταλήξει ένα τόνο πιο σιγά «Μεταξύ μας τα ήθελε κι αυτηνής ο κώλος της. Η βλάχα μας το παίζει και ξέρω ‘γω τι».
Κάτω από την επιφανειακή ευγένεια, οι μικροπρέπειες έδιναν και έπαιρναν στην γειτονιά. Κάθε σπίτι και τα μεμπτά του. Αλλού τα οικογενειακά, αλλού κρυφοί πόθοι ή καημοί. Μα πιο μεγάλο βαρίδι η στενομυαλιά της ελληνικής επαρχίας. Κλειστοί ορίζοντες, προαποφασισμένες πορείες να εμποδίζουν τις ψυχές να ανθίσουν. Μόνο ο φόβος του κακού λόγου του διπλανού έσωζε τα προσχήματα. Το τι θα πει ο κόσμος! Αυτά έβλεπαν οι Φοίνικες από κάτω μες στην μακάρια αιωνιότητά τους και κουνούσαν το κεφάλι.
4000 χρόνια πίσω η περιοχή ήταν φοινικική αποικία. Εκεί συγκεκριμένα βρισκόταν το νεκροταφείο της. Για χρόνια καλλιεργούμενες εκτάσεις, άρχισε μεταπολεμικά να γίνεται οικόπεδα. Με τις πρώτες ανακαλύψεις των τάφων οι αγοραστές θορυβήθηκαν. Έβαζαν τσιλιαδόρους όταν άνοιγαν τα θεμέλια για κάθε νέο σπίτι μην τυχόν και ειδοποιηθεί η αρχαιολογική υπηρεσία. Ήδη είχαν δεσμευτεί δύο μεγάλες εκτάσεις μπροστά στον κεντρικό δρόμο. Οι ιδιοκτήτες τους έκλαιγαν τα λεφτά τους. Σύντομα δημιουργήθηκε μια σιωπηρή συνωμοσία. «Όπου σκάψεις στην Ελλάδα αρχαία θα βρεις. Πού θα ζήσουμε εμείς;». Κι έτσι οι κοσμογυρισμένοι αρχαίοι θαλασσοπόροι για αιώνες αφημένοι στην ησυχία τους είχαν να υποστούν το βουερό μελίσσι που εγκαταστάθηκε από πάνω τους. Μα πιο πολύ λυπούνταν – μες στη σοφία που τους χάρισε ο χρόνος και η συγκατοίκηση με τις πέτρες – τους σιωπηλούς λυγμούς, τους αναστεναγμούς πίσω από κλειστές πόρτες. Στον Μίλτο, στη Θοδώρα και χίλιους άλλους σαν κι αυτούς έβλεπαν καταπνιγμένες δυνατότητες. Στην Χρυσούλα και τον Γιάννη, πάλι, τον θεό τον ίδιο. Όμως αυτοί ήταν απλοί παρατηρητές. Τι μπορούν να σου κάνουν δυο κόκαλα θρυμματισμένα μερικά μέτρα κάτω από τη γη; Η ζωή με τα αγκάθια της και τα βαρίδια της ανέπνεε από πάνω. Κι εκεί πέρα μόνο. Μόνη της θα έβρισκε τον δρόμο της, αν τον έβρισκε ποτέ.
Πίσω από το φράχτη του Γιάννη αράδα οι τρύπες των τάφων. Δεν γνώριζε την σημασία τους αλλά κάτι τον τραβούσε εκεί τον τελευταίο χρόνο. Στο παρατηρητήριό του. Στο κονάκι του. Με τις ίδιες πάντα ερωτήσεις προς κάθε περαστικό όπως και με τον Μίλτο. Ρουφούσε τη ζωή όσο μπορούσε ακόμα. Μα πίσω του ένιωθε μια αύρα να τον καλεί. Οι πόνοι γίνονταν δυνατότεροι. Ένα πρωί δεν επισκέφθηκε το στέκι του αυτό του τελευταίου χρόνου. Τον είχε βρει η Χρυσούλα το βράδυ ακίνητο, χωρίς ανάσα, με ένα χαμόγελο πλατύ. Ξύπνα Γιάννη του έλεγε, ξύπνα, μη θέλοντας να πιστέψει. Τηλέφωνο δεν είχαν. Η πρώτη στην οποία έτρεξε ήταν η Θοδώρα. Αυτή με δυσθυμία έκανε τις απαραίτητες κλήσεις. Ο Γιάννης κηδεύτηκε την επομένη. Η Χρυσούλα με ένα χαμόγελο αμήχανο όλη μέρα, ίσα για τους γειτόνους που μαζεύτηκαν. Μέσα της σπάραζε όπως είχε μάθει πάντα να κάνει.
Το πρώτο βράδυ μόνη στο σπίτι ήταν ασήκωτο. «Γιαννάκη μου» θρηνούσε. Το σώμα της θυμήθηκε τα παλιά. Από τη μνήμη του ξεχύνονταν εμπειρίες τραυματικές της Ουγγαρίας. «Έλα εδώ μαρή τσούπρα» της είχε φωνάξει μια νύχτα ένας από τους επιστάτες στις καλλιέργειες και την είχε τραβήξει σε μια αποθήκη. Ήταν ολομόναχη όπως τότε, χωρίς κάποιον να την αγκαλιάσει και να της πάρει τις κακές σκέψεις. Τι ασφάλεια να προσφέρουν οι τέσσερις τοίχοι όταν το μυαλό βάλτωνε στα βρώμικα νερά της αβοηθησίας; Το σπίτι μίκραινε κι αυτό στα μάτια της, δεν την άφηνε να αναπνεύσει. Πετάχτηκε έξω. Από τον δρόμο είδε στα πενήντα μέτρα το φράχτη όπου καθόταν ο Γιάννης τα πρωινά. Λύγισε. Ήξερε πόσο του άρεσε να πάει εκεί και να μιλάει με όλους. Σαν να έβλεπε την ψυχή του να της κάνει νεύμα. Είχε μείνει σίγουρα ένα κομμάτι του εκεί. Όχι στο σπίτι. Όχι στο κρεβάτι. Ούτε στον τάφο. Αν κάπου ήταν ο Γιάννης ήταν αυτός ο τσιμεντένιος φράχτης. Εκεί θα άφηνε και το δώρο της. Ένα μεγάλο αντίο για να το δουν όλοι. Μίλησε η γλώσσα μέσα της. Κι η αδελφή της η γραφή. Κι ας μην τις γνώριζε καλά. Δυο τάξεις του δημοτικού είχε τελειώσει. Πήρε μια σανίδα κι έγραψε το πρώτο της ποίημα. Αφιέρωμα στον παντοτινό της σύντροφο. Με το ποίημα στο χέρι πήγαινε μπροστά, κι όσο προχωρούσε μεταμορφωνόταν. Δεν ήταν πια η καμπουριαστή κι αδύνατη γυναικούλα με τα βαθουλωμένα μάτια και τα λειψά της δόντια. Ήταν μια νύμφη, μια νεράιδα. Ευθυτενής, ανάλαφρη, τα μακριά μαύρα μαλλιά της να ανεμίζουν, τα γαλανά της μάτια να σπινθηροβολούν. Με κάθε βήμα εξέπεμπε φως, όλο και περισσότερο. Όλη μια λάμψη έφτασε στο φράχτη και μ’ ένα σύρμα έπιασε τη σανίδα στην κολώνα της ΔΕΗ ακριβώς δίπλα. Από τους τάφους πίσω οι Φοίνικες σηκώθηκαν όρθιοι και χειροκρότησαν. Τους είχαν πάρει οι λυγμοί.
Ξημέρωνε Πέμπτη. Ο Μίλτος θα κατέβαινε Χαλκίδα. Την νύχτα την είχε βγάλει κολλημένος στην οθόνη του λάπτοπ – ως συνήθως. Σκουντούφλαγε απ’ την αϋπνία μα κρατιόταν μη δώσει στόχο. Από μακριά δεν είδε το Γιάννη – ανενημέρωτος για το χαμό του – κι απόρησε. Πλησιάζοντας μια ξύλινη πλάκα μπροστά στα μάτια του να γράφει «ΓΙΑΝΙΓΙΑ». «Τι μαλακία είναι πάλι αυτή;» σκέφτηκε. Δεν άργησε όμως να το αποκωδικοποιήσει. Του το επιβεβαίωσε και η κυρά-Θοδώρα που συνάντησε πιο πάνω. «Αυτή η μουρλή το έβαλε. Δεν σέβεται τίποτα. Έχει όμως θρήνο ακόμα. Να περάσουν λίγες μέρες και θα στη φτιάξω εγώ». «Γιάννη γεια» μουρμούριζε ο Μίλτος κι ήταν σαν να του ‘χαν ρίξει γροθιά στο στομάχι. Του είχε βάλει τα γυαλιά η Χρυσούλα η χαζή. Ένα γεια δεν είχε πει αυτός στον καλύτερό του φίλο. Μια εξήγηση. Ένα «συγγνώμη», ένα τηλέφωνο. Μόνο κλείστηκε στο σπίτι. Απέρριψε τους πάντες, για να μην τον απορρίψουν αυτοί πρώτα. Ένα χρόνο δεν πήγε στη σχολή. Ένα γεια καταπραϋντικό, μία βοήθεια, ένα χέρι του έτεινε η Χρυσούλα κι αυτός το έπιασε. Όχι δεν τον παρέσυρε στην πτώση της. Σκαλοπάτι του έδειξε του ανόητου για να ανέβει.Έτρεξε κι αυτός μες στην ντροπή στο καρτοτηλέφωνο δίπλα στη στάση και κάλεσε τον Μάνο. «Μάνο γεια» του είπε. Χωρίς ντροπή πια. Μόνο με θέρμη. Πιο πίσω η Θοδώρα βρίζοντας τράβηξε τη σανίδα με ορμή, την έβγαλε και την πέταξε κατά τη μεριά των τάφων. Με χαρά την δέχθηκαν οι Φοίνικες. Δεν πρόλαβαν να την δουν πολλοί, μα μες απ’ τα μάτια του Μίλτου ήταν σαν να την είχε δει το σύμπαν όλο.









