Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Στράτος Φουντούλης, ….

θα σου τηλεφωνώ κάθε μεσημέρι
δεν μου είπες την αιτία. Βρισκόμασταν στον διάδρομο, μετά χωριστήκαμε. Ορισμένες φορές έχω την εντύπωση ότι μοιάζουμε. Δεν μιλάς. Θυμάμαι την φράση που μου είπες. Ποια φράση. Δεν θυμάμαι, θυμάμαι όμως το γλυκύτατο ύφος της, τη σημασία της φράσης, την κουβαλούσα μαζί μου καιρό. Περίεργο. Ποιο το περίεργο.

Τελευταία έμπλεξες σε ονειροπολήσεις και λόγω γενναιοδωρίας του χαρακτήρα σου, δεν το παραδέχεσαι. Τι ακριβώς να παραδεχθώ. Ακόμη να καταλάβεις.

Αλήθεια δεν ξέρω τι εννοείς. Μένω άφωνος, μη μου πεις· ακόμη και τώρα ονειροπολείς εις βάρος και εν μέσω της σημαντικής μας συζήτησης. Εγώ; Εσύ.

Στο εξής θα σου τηλεφωνώ κάθε μεσημέρι υπενθυμίζοντάς σου την ύπαρξή μου. Η ζωή, σκέφτηκε, όχι τόσο η δική του, αλλά η πνοή της ίδιας της ζωής μέσα στην απροσδιοριστία της, είναι διαφορετική από τη ζωή ενός άψυχου πτώματος.

Όταν φανταζόταν τη ζωή μετά από έναν αποχαιρετισμό, ο χωρισμός ήταν πάντα ευγενής, γλυκός, διακριτικός, δεν μπορούσε να φανταστεί ότι φεύγοντας άφηνε πίσω, έστω κι ένα ασήμαντο κομμάτι του δέρματός του κολλημένο στα μαλλιά της. Η ζωή ήταν μακριά από όλα, ξεχωριστή, πάνω και πέρα απʼ αυτά. Ήταν στιγμές, όταν ο χρόνος περνούσε, εκείνη• καθώς βρίσκονταν σε αμηχανία, έβγαζε από την τσάντα ένα κομμάτι εφημερίδας, εκεί είχε γραμμένο τον αριθμό του δωματίου και· τον κοιτούσε.

Φοβάμαι ότι, στο τετράδιο των σημειώσεων, θα ανακαλύψω σελίδες κενές. Σκιτσάρω με τη σκέψη σε εκείνη τη φιγούρα στον καφενέ, εννοώ δεν είναι σύνηθες να πιάνεις την ουσία της στιγμής -τώρα που το σκέφτομαι η φιγούρα δεν βρίσκονταν σε καφενέ, πιθανότατα σε στάση του τραμ. Η διστακτικότητα της μνήμης, όπως μετά από ένα ταξίδι επιστροφής. Φοβάμαι ότι ακόμη• δεν απάντησα στην αρχική φράση αυτού του μικρού κειμένου, εννοώ ότι το κάθε τι, κουβαλά την ματαιότητα στο γεγονός ότι πάντα φτάνει το τέλος, όλα τελειώνουν.

Δείξτε λίγη κατανόηση.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Έφη Κρίτωνος, “Ευριπίδης Στα Όπλα”

Και τελικά η τραγωδία μου ήταν αυτή, και υπερέβαινε μπορώ να πω κι αυτές του Ευριπίδη. Είχα να επιλέξω. Τον rural γκανγκστερίσκο με το τσόκαρο να περιφέρει την ανοησία του και τα σιδερικά του πρώτη μούρη ή τον provincial λόγιο νάρκισσο με τόσους άσους πονηρούς, νάρκες τόσες πολλές κρυμμένες στο κοστούμι; Θα ήταν λάθος ν’ απαντήσω στο δίλημμα. Θα ανέκοπτε την πορεία μου, θα μου μάραινε όλες τις δάφνες. Ως φαίνεται, ο πρώτος είναι χρήσιμος για το story. Κι ο δεύτερος για να μπορέσω να το κάνω submit.

Καφέ διάδρομοι που υποβάλλουν μυρωδιά παλιού νοσοκομείου. Ίσως και νά ‘ταν κάποτε εδώ. Σήμερα έχουμε Ευριπίδη. Η αίθουσα περιμένει αδιάφορα. Ξύλινες καρέκλες, μερικές σάπιες, να γέρνουν στο δάπεδο. Οι περσίδες, ως είθισται, μισές τσακισμένες. Το ρολόι του τοίχου τρέχει μπροστά ίσαμε τέσσερα λεπτά, μού έκαναν και παρατήρηση μια μέρα. Μία ξανθιά σγουρόμαλλη φοιτήτρια που αγαπούσε την κωπηλασία και μού θύμιζε ποντικό. Ξεκίνησα κατάτι νωρίς. Η έδρα πλήρως εξοπλισμένη με τους υπολογιστές και τους προτζέκτορες να βρυχώνται από το προηγούμενο βράδυ. Κανείς δεν τους κλείνει ποτέ. Έχω έτοιμα τα lecture notes και το κλειδί της κονσόλας στην αριστερή τσέπη. Έχω και ένα χάρτινο ποτήρι του καφέ που δεν ξέρω αν οφείλω να πετάξω πριν κλείσω πίσω μου τις θύρες. Δεν είχα ακόμα απαλλαγεί από επιπλοκές σοβαροφάνειας. Συνήθιζα πιο παλιά να έρχομαι στην αίθουσα απ’ τα χαράματα, να χαρτογραφώ τον άδειο χώρο, να προλαμβάνω μια παράσταση που ποτέ δεν ήταν ίδια στ’ αληθινά. Μου άρεσε όμως. Οι άδειες σκάλες, μεγάλες, θηριώδεις, πού και πού έπεφτες πάνω σε μια ψόφια κατσαρίδα, από τις θρεμμμένες, τις γηγενείς, και ήταν δύσκολο πάνω στο σκούρο πάτωμα να τις διακρίνεις, τα αυτόματα της coca-cola που υπολειτουργούσαν σταθερά, το πούσι, μιαν υγρασία που σήμαινε προβλήματα με το μαλλί. Τους ορόφους που ανέβαινα σχεδόν πηδηχτά, αφού έγνεφα γεια στην Ουαλή βιβλιοθηκάριο (αυτή έπαιρνε ακόμα αντιακαταθλιπτικά από τότε που έφερε εδώ την ζωή της), τα ψηλοτάβανα παράθυρα που έβλεπαν όλα σε πράσινο, το ποστεράκι του καλού ανθρώπου του Sezuan στην πόρτα του γραφείου. Τα δέντρα ισχνά και κατάμαυρα κι οι σκίουροι να ικετεύουν για φυστίκια, εκείνα τα μεγάλα με το κέλυφος. Μια χώρα υποτροπική, που όμως τις ώρες τις μικρές μιμείται τον βορά. Όταν πρωτοβγήκα στο αεροδρόμιο, μεσάνυχτα, πήδαγαν παντού αμέτρητες μικρές ακρίδες κι ο αέρας ήταν καυτός. Σαν παρωδία βιβλική, που θα συνεχιζόταν.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Νίκος Κομιανός, “Ίσως να ‘ναι κι έτσι”. Η “Ισμήνη” του Γιάννη Ρίτσου.

Του Σπύρου

Δε θα διαφωνήσουν πολλοί με τον ισχυρισμό ότι ο Γιάννης Ρίτσος (1909- 1990) αποκάλυψε μια μεταφυσικότερη και «ποιητικότερη» – για κάποιους- εκδοχή της ποίησης του με τη συλλογή  Τέταρτη Διάσταση. Σε αυτήν περιέχονται έργα που γράφτηκαν από το 1956 μέχρι το 1972 καθώς και η Φαίδρα, που γράφτηκε αργότερα (1974- 1975) και περιελήφθη για πρώτη φορά στην έκτη έκδοση της συλλογής (1978). Η Τέταρτη Διάσταση λοιπόν αποτελείται δεκαεπτά «δραματικούς» ή «σκηνικούς» μονολόγους, καθένας εκ των οποίων αποτελεί μια εξομολόγηση ενός ήρωα, συνήθως μυθικού προσώπου, προς ένα σιωπηλό ακροατή . Στις περισσότερες συνθέσεις αξιοποιείται ο αρχαιοελληνικός μύθος, όπως παραδίδεται κυρίως από την τραγωδία και, δευτερευόντως, από το έπος, ενώ όλοι, σχεδόν, οι μονόλογοι πλαισιώνονται από έναν πρόλογο σε πεζό λόγο, όπου δίνονται πληροφορίες σχετικές με το χώρο, το χρόνο και τα πρόσωπα, καθώς  και από έναν (επίσης πεζό) επίλογο, που επεκτείνει την αφήγηση εισάγοντας, ενίοτε, και το στοιχείο της δράσης. Ένα από τα αρχαιόθεμα ποιήματα της εν λόγω συλλογής είναι και η Ισμήνη, που γράφεται στο διάστημα 1966- 1971.
Ο Ρίτσος εδώ αξιοποιεί το μυθικό υλικό που πραγματεύεται ο Σοφοκλής στην Αντιγόνη, πράγμα που πιστοποιείται και από την ύπαρξη σαφών αναφορών σε αυτήν στο ίδιο το κείμενο του μονολόγου . Έχει ίσως ενδιαφέρον να αποπειραθούμε μιαν ανάγνωση της Ισμήνης (έχοντας, όμως, διαρκώς στο μυαλό μας και την τραγωδία του Σοφοκλή), που θα κινηθεί σε δύο άξονες ˙ αφ’ ενός στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται ο χαρακτήρας της Αντιγόνης και αφ’ ετέρου σε ό, τι αφορά το ερωτικό στοιχείο. Η επιλογή δεν είναι τυχαία, αν αναλογιστούμε ότι ο μύθος και ο έρωτας είναι στοιχεία που διατρέχουν το σύνολο της ποιητικής παραγωγής του Γιάννη Ρίτσου.
Αυτό που πρέπει εξαρχής να επισημανθεί σε σχέση με το θέμα μας είναι ότι ο Ρίτσος, διατηρώντας την αρχαία εκδοχή του μύθου, τον προεκτείνει, τον συμπληρώνει κατά κάποιον τρόπο, επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον του κατ’ αρχήν στην ψυχοσύνθεση των βασικών πρωταγωνιστών του και πιο συγκεκριμένα της Αντιγόνης και της Ισμήνης. Ενώ δηλαδή ο μύθος προϋποτίθεται γνωστός στις γενικές γραμμές του, διαγράφεται μια διαφορετική εικόνα της Ισμήνης από εκείνη που μας κληροδότησε ο Σοφοκλής. Η απόκλιση αυτή επιτυγχάνεται με το χειρισμό του μυθικού υλικού από το Ρίτσο, ο οποίος, αξιοποιώντας τα κενά, τις αποσιωπήσεις και τους υπαινιγμούς της σοφόκλειας εκδοχής, σκιαγραφεί το χαρακτήρα της Ισμήνης (και) μέσα από την αντιστικτική παραβολή με το χαρακτήρα της Αντιγόνης. Στην ίδια κατεύθυνση φαίνεται να κινείται και το ερωτικό στοιχείο, που λειτουργεί ως δύναμη «απελευθερωτική». Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

ΑΛΜΑΝΑΚ ΠΟΙΕΙΝ 2009


Προλογικό Σημείωμα

Το «Ποιείν», ο διαδικτυακός «έστω»- τόπος για την ποίηση, εδώ και 3 χρόνια παρουσιάζει ποιήματα και ποιητές από όλο τον κόσμο με την ελπίδα πως θα είναι για όλον τον κόσμο. Ιδρυτική μας αρχή είναι πως είμαστε υπηρέτες μιας τέχνης η οποία μάς ξεπερνάει σαφώς και σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε εμείς να είμαστε υπεράνω της. Το κριτήριο φυσικά δεν μας λείπει: οι 1.300 περίπου αναρτήσεις (μέχρι το Δεκέμβρη του 2009), στα πλαίσια της καθημερινής μας ανανέωσης, ορίζουν καθημερινά το στοίχημα.

Πάνω σε αυτές τις προσωπικές πεποιθήσεις των δημιουργών του, το «Ποιείν» οριοθετεί τους εξής στόχους: α. παρουσίαση νέων φωνών (συχνά πρωτοεμφανιζόμενοι ποιητές και σε «ευαίσθητες» ηλικίες 17 με 30 χρονών) β. διαρκής ανθολόγηση μοντέρνας ελληνικής ποίησης (δίνοντας το βάρος στα ποιήματα κι όχι στα ονόματα αυτών που τα έγραψαν) γ. σχόλια για τις παρενέργειες της βιβλιοαγοράς και τα εκδοτικά ήθη και έθιμα δ. κρίσεις για τα έργα (μέσω δοκιμίων κριτικής της ποιητικής παραγωγής, αλλά κυρίως με τον ελεύθερο σχολιασμό των ποιημάτων από τους επισκέπτες) ε. μεταφραστικές απόπειρες ποιημάτων στ. παρουσίαση νέων βιβλίων και δίσκων μελοποιημένης ποίησης ζ. αναγνώσεις της πολιτικής-κοινωνικής επικαιρότητας με όχημα την ποίηση η. ακρόαση έργων μελοποιημένης ποίησης και απαγγελιών θ. προσπάθεια ταυτοποίησης των ποιητών μέσω ενός ερωτηματολογίου εμπνεύσεως Σ. Παστάκα.

Το παρόν Αλμανάκ είναι μια συλλογή με τις καλύτερες αναρτήσεις που πρωτοδημοσιεύτηκαν στο «Ποιείν» την περίοδο 2006 -2009. Θα μπορούσαν κάλλιστα να ενταχθούν σε αυτό άλλες τόσες, δυστυχώς όμως λόγω των περιορισμών που επιβάλλει ένα έντυπο αυτό δεν ήταν εφικτό. Αυτοί περιορισμοί της ύλης μάς απέτρεψαν επίσης από το να δημοσιεύσουμε και τα σχόλια που κατά κανόνα αναρτήθηκαν κάτω από τα δημοσιευμένα κείμενα και τα οποία αποτέλεσαν τη φυσική προέκταση των δημοσιευμένων έργων.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ποιείν Αλμανάκ: Οι 4+1 δίσκοι μελοποιημένης ποίησης (γράφει ο Σπύρος Αραβανής)

Το 2009 ήταν το έτος των υπερβολών. Όλος ο πολιτισμός μας κρεμασμένος σαν τα σφαχτάρια στα περίπτερα. Τα σημαντικότερα πνευματικά μας δημιουργήματα κατάντησαν προσφορές και δώρα, κράχτες πελατών, ψωνιστήρια αγοραστικού κοινού. Πού να βρεθεί λοιπόν χώρος και χρήμα για νέες μελοποιήσεις ποιημάτων. Οι ίδιοι οι χιλιομελοποιημένοι ποιητές για ακόμη μια χρονιά είχαν τη τιμητική τους. Έστω και με καινούριες συνθέσεις. Έτσι το ρίσκο της ανάδειξης ενός άγνωστου ποιητή μέσω της μουσικής, φαντάζει σαν θαμμένη ιστορία. Με τις εξαιρέσεις της όμως. Ευτυχώς.

 1. “Ο Καβάφης του Θάνου Μικρούτσικου”, Ιανός 2009

Για πρώτη φορά παρουσιάζεται η συνολική εργασία του Θάνου Μικρούτσικου πάνω στην ποίηση του Κ.Π. Καβάφη, μια εργασία που ξεκινά ο συνθέτης, το 1971, σε ηλικία μόλις 24 χρόνων, όταν και αποφασίζει να μελοποιήσει για πρώτη φορά ποιήματα του Αλεξανδρινού ποιητή. Ο δίσκος περιέχει δέκα τραγούδια, σε νέα μουσική επεξεργασία και ενορχήστρωση. Μουσικολογικά ο Μικρούτσικος σεβάστηκε τόσο την ατμόσφαιρα των ποιημάτων όσο και την περιρρέουσα φιλολογία του ποιητή, Με άλλα λόγια λυρικές συνθέσεις, αργόσυρτες που αναδύουν μνήμες και ζωντανεύουν αισθήσεις. Οι νότες λειτουργούν σαν πνοές των στίχων και οι ενορχηστρώσεις χρωματίζονται από τα πνευστά του Θύμιου Παπαδόπουλου. Προσωπική πάντως επιθυμία μου θα ήταν λίγη περισσότερη «ασέβεια» στα κείμενα, περισσότερες εκπλήξεις στη μελωδία. Αλλά αυτή η επιθυμία αφορά μάλλον νέες πιθανόν απόπειρες μελοποίησης ποιημάτων του Καβάφη.

Διαβάστε περισσότερα