Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Malcolm Lowry (1909-1957) (γράφει ο Γιάννης Γκούμας)

 

Ο Μάλκομ Λάουρυ (Malcolm Lowry) γεννήθηκε στην Αγγλία και σπούδασε στο Κέϊμπριτζ (Cambridge). Αν και κάτοικος εξωτερικού για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του (Αμερική, Μεξικό, Καναδά), ήταν στο μικρό χωριό Ράιπ (Ripe) στην κομητεία του Σάσεξ (Sussex) που έδωσε τέλος στη ζωή του. Ήταν ένας γενναίος αλκοολικός που κατόρθωσε, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον που του έμοιαζε, να επικεντρώσει τα φοβερά προβλήματά του σε δημιουργική μορφή. Ή επιλογή ποιημάτων του (Selected Poems, 1962) είναι ένδειξη ενός ταλαντούχου ποιητή. Μυθιστορήματα που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του ― συμπεριλαμβανομένου Hear Us O Lord from Heaven Thy Dwelling Place (Άκουσε μας Κύριε από την Ουράνια Κατοικία Σου) (1961) και Lunar Caustic (Σεληνιακό καυστικό) (1968) ― φανερώνουν το τεράστιο ταλέντο του. Η προηγούμενη παραισθησιακή θαλασσινή ιστορία Ultramarine (Βαθύ γαλάζιο) (1933) είναι πολλά υποσχόμενη.

 

Αλλά το αριστούργημά του, ένα από τα πιο δυνατά μυθιστορήματα της εποχής. είναι Under the Volcano (Κάτω από το ηφαίστειο) (1947). Ο Λάουρυ δόθηκε ολόψυχα σ’ αυτό το μυθιστόρημα, όσο απεγνωσμένα αφοσιώθηκε στην αυτοεξέταση και την αυτοκαταστροφή του λόγω ποτού. Λαμβάνει χώρα στο Μεξικό ― ένα Μεξικό που συμβολίζει Κόλαση ― και ο ήρωας, ο Geoffrey Firmin (Τζέφρυ Φέρμιν), είναι αλκοολικός, και αυτή τυγχάνει να είναι η τελευταία μέρα της ζωής του. Ο Φέρμιν είναι αφοσιωμένος στον θάνατό του, και Κάτω από το ηφαίστειο είναι το υπέροχο όραμα που η εκούσια θυσία της ζωής τού προσφέρει. Τελικά τον δολοφονούν και τον πετάνε σε μια χαράδρα. Βέβαια είναι το ποτό, ή μάλλον τι συμβολίζει το ποτό, που τον σκοτώνει. Ο Λάουρυ γνώριζε καλά το θέμα του, και μόνο μετά από δέκα χρόνια αφότου τέλειωσε το μυθιστόρημα αυτοκτόνησε. Ο Φέρμιν, Βρετανός Πρόξενος σε μια Μεξικανική πόλη ανάμεσα σε δυο ηφαίστεια, αντιπροσωπεύει τον ίδιο τον Λάουρυ ― και, στο επίπεδο που μετράει για τον αναγνώστη, τον καλλιτέχνη. Ο Φέρμιν, σε εσκεμμένη φυγή στην κόλαση, μακριά απ’ όσους τον αγαπούν και αναζητούν τη σωτηρία του (η πρώην σύζυγος, ο αντιφασίστας αδελφός), γνωρίζει τον παράδεισο όπως και την κόλαση. Η αυτοκαταστροφική του τάση να πίνει τού δίνει τη δυνατότητα να βλέπει τον παράδεισο, καθώς και να τον ναρκώνει από ένα σάπιο κόσμο που το 1939 καταστρεφόταν, όπως και ο ίδιος.Στο  Under the Volcano λειτουργεί επιτυχώς και στο ρεαλιστικό και στο συμβολικό επίπεδο. Ο Φέρμιν είναι ένας σύγχρονος Φάουστ, μια τραγική φιγούρα στις μέρες μας. (Σύμφωνα με τον Γερμανικό θρύλο, ο Φάουστ ήταν μάγος και αλχημιστής που πούλησε την ψυχή του στον διάβολο ως αντάλλαγμα για γνώση και δύναμη.) Ο Λάουρυ άντεχε τους ψυχικούς πόνους τού αλκοολισμού για κάποιο σκοπό: ίσως στο τρομοκρατημένο μυαλό του να ταύτιζε τον μέθυσο Φέρμιν με ένα μοιραία ένοχο καλλιτέχνη. Μα με το να αναφέρεται αδιάκοπα στην αγωνία του καταδείκνυε κουράγιο και αίσθηση συμπόνιας (τούτου βέβαια είναι εμφανές στον χαρακτήρα αυτών που θέλουν να σώσουν τον Φέρμιν) που αξίζουν την ευγνωμοσύνη μας.

 

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Χαράλαμπος Οτομπάσης, «Λυρικό παράλογο- Η παρουσία των αισθήσεων και των έμβιων όντων σε μια ποιητική αναδρομή στο έργο της Ελένης Βακαλό»

 

 

ΠΙΝΑΚΑΣ: RENE MAGRITTE, ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ (THE LOVERS), 1928,

CANBERRΑ – ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ.

 

Κι αν γέμισε αυτό το ποίημα μου φτερουγίσματα

Είναι γιατί τα πουλιά τ’ ακούς

Δεν τα βλέπεις μόνο…

(Το άλλο του πράγματος-Η έννοια των τυφλών,79 σελ.)

Θα μπορούσαν άραγε αυτοί οι στίχοι να περικλείουν και να δηλώνουν απερίφραστα τη μαθητεία και τα καλλιτεχνικά χαρακτηριστικά της Ελένης Βακαλό στην ποίηση; Μονολεκτική και ρητή απάντηση αναμφίβολα δεν υπάρχει. Ένα ναι ή ένα όχι θα υποδούλωνε και θα περιόριζε την καλλιτεχνική υπόσταση, μιας γυναίκας, ενός ανθρώπου όπως η Ελένη Βακαλό. Μια γυναίκα καλλιτέχνης, που φανέρωσε την αθέατη πλευρά της δημιουργίας, μια τέχνη (ζωγραφική, κριτική, λεκτική), απαγκιστρωμένη από συμβατικότητες και πνευματικούς ορθολογισμούς ψευτορεαλιστικού χαρακτήρα. Σαν άλλη ‘’φονταμενταλίστρια’’, ποιητικών πιστεύω, αναιρεί και καταργεί την παρωχημένη διατύπωση της πραγματικότητας μέσα από το λόγο, θεμελιώνοντας μια ποιητική μυθολογία και δημιουργώντας μια κοσμολογία με κύριους πρωταγωνιστές θηρία, φυτά, πουλιά, στοιχεία της φύσης, τυφλούς, γυναίκες, λογοτέχνες, τρωκτικά, ψάρια, καθώς και το ίδιο της το εγώ. Καλά στημένα προσωπεία ενδεχομένως , που προσπαθούν να αγγίξουν τη λύτρωση και την αιωνιότητα μέσα από την τέχνη.

 

Η Ελένη Βακάλο (1921-2001), ένα σταυροδρόμι αρωμάτων της Πόλης και αρμύρας από τη Δωδεκάνησο:

Στο σπίτι μας η μια γενιά απ’ το νησί η άλλη από την Πόλη ήταν

Αυτές που κατοικούσαν όλη τη μέρα σπίτι μας, πολλές γυναίκες όμορφες, πλένονταν κι ήταν άσπρες, ρούχα ψιλά φορούσανε, αυτές ήταν της Πόλης

Είχαν τραπέζια έτοιμα, μιλούσανε και έκλαιγαν, σύντομα δάκρυα είχαν, πάλι τις άκουγα το γέλιο τους, αφέντη είχαν τον πατέρα

Και πίσω απ’ τον πατέρα η γιαγιά, μονάχη της, απ’ το νησί που ερχόταν

(Το άλλο του πράγματος-Γενεολογία,114 σελ.)

Κληρονόμησε εκτός των άλλων και την ιδιότητα του βουτηχτή από τους προγόνους της:

Είχα από τον πατέρα του πατέρα μου

Ίδιο όνομα, παππού τον βουτηχτή

Στη Νίσυρο που έζησε, ένα μικρό νησί

(Το άλλο του πράγματος-Γενεολογία,105 σελ.)

 

Ένας βουτηχτής στα απόκρυφα αυλάκια και στενά του ανθρώπινου μυαλού. Ένας βουτηχτής με αδήριτη ανάγκη τη θέαση της αλήθειας, μια αλήθεια βιωμένη μέσα από τον πόνο, την ηδονή, τη μοναξιά, το σκοτάδι, την απώλεια, το φόβο, την περιέργεια, τη λεκτική λιτότητα. Μια αλήθεια μέσα από γκροτέσκο αναφορές με απόντες χαρακτήρες και πρωταγωνιστές με υποσυνείδητη λειτουργική παρουσία. Ποιήματα που λειτουργούν σαν ένα οργανικό συνεχές, μέσα από αέναους μετασχηματισμούς και μεταμορφώσεις φαινομενικά νεκρών πραγμάτων και ιδεών. Οι λίγες λέξεις του ποιητή, που τις περισυλλέγει με τις διάχυτες του αισθήσεις1, όπως θα δήλωνε και ο Μαρωνίτης, είναι αυτές που δίνουν σχήμα και πνοή στην Ελένη Βακάλο. Μια τεχνοκριτικός, μια ζωγράφος, μια ποιήτρια, μια μεταφεμινίστρια2, μια μανιώδης καπνίστρια, θαμώνας του θρυλικού cafe Brazilian3 και του Λουμίδη4 , υπήρξε η Ελένη Βακαλό. Αναφορές σίγουρα ελλιπείς αλλά όχι κενές, είναι αυτές που στοιχειοθετούν την Ελένη Βακαλό ως καλλιτέχνη και ως άνθρωπο, λειτουργώντας ως εισαγωγή με σκοπό τη μύηση του αναγνώστη στην ποίηση της Βακαλό.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Διονύσης Μαρίνος, «Ο Ιωσήφ Σαρ, ένα πρωινό»

Δεν ήταν πριν, ούτε μετά, αλλά ένα τώρα σαν λάμψη απώλειας.
Η παλέτα της φωτιάς εκτείνεται από το κίτρινο του χαλασμένου κρόκου, μέχρι το συνθετικό ιώδες που ανακάλυψε ο χημικός σερ Γουίλιαμ Χένρι Πέρκιν, σε ηλικία 18 ετών. Στο ενδιάμεσο ένα κόκκινο κύμα λάσπης εφορμά προς τα πάνω και καθώς φτάνει στο ψηλότερο σημείο ανόδου, ραντίζει τον δρόμο με κόκκους, νικημένο από το νόμο της βαρύτητας.
Ναι, πριν από τα χρώματα, πριν ακόμα το νευρικό σύστημα όλου αυτού του ανθρώπινου σμαριού -ένας ξεχωριστός οργανισμός μέσα σε σώματα που στοιβάζονται γεωμετρικά-, πολύ πριν κωδικοποιήσει τις συχνότητες του φωτός, σʼ αυτό που προσκρούει είναι η παρατεταμένη σειρήνα της πυροσβεστικής. Τίποτα πιο ισχυρό από δαύτο• οι σαϊτιές του ρημάζουν το ορθωμένο μπετόν των κτηρίων, τις αγέλες σκύλων που τρέχουν με κατεβασμένες τις ουρές στους γύρω δρόμους, στη μέση της ασφάλτου ένα κενό παπούτσι δίχως συνοδευτικό πόδι, μια ομπρέλα δίχως στάμπες βροχής, ένα ασημένιο ρολόι, άνθρωποι, αρμαθιές κλειδιά, άνθρωποι, χαρτοσακούλες γεμάτες αγορασμένα προϊόντα, άνθρωποι, αυτοκίνητα σταματημένα, άνθρωποι, σκελετοί γυαλιών σπασμένοι, άνθρωποι και άνθρωποι και οι σαϊτιές να πέφτουν φλύαρες και ψιλόλιγνες και συνθετικές, προς όλες τις κατευθύνσεις.
Σκαστοί θόρυβοι χτυπούν την πλάτη του άντρα που όσοι τον γνωρίζουν –και είναι αρκετοί αυτοί- με δυσκολία θα πιστέψουν πως είναι ο Ιωσήφ Σαρ γιατί η γραβάτα του έχει χάσει τη γλώσσα της, το μισό πουκάμισο είναι σχισμένο, μια βάτα του σακακιού πέφτει χαχόλικη, παντελόνι και παπούτσια είναι γεμάτα σκόνη άσπρη και τόπους – τόπους σκόνη μαύρη και, όχι, αυτός είναι ένας άλλος, διαφορετικός Ιωσήφ Σαρ που προχωράει παραλογισμένος κρατώντας την άκρη των κροτάφων του για να μην του φύγουν από το κεφάλι. Φυλλοβόλο κεφάλι.
Πίσω ακούγεται μια έκρηξη και μετά μια άλλη πιο δυνατή. Πρέπει να ήταν ακόμα στο πεδίο βολής, κι όμως πίστευε ότι είχε απομακρυνθεί, ήταν σίγουρος πως τόσο ώρα είχε διανύσει με τα πόδια μια απόσταση δύο χιλιομέτρων, όμως στην πραγματικότητα έκανε επιτόπου τροχάδην, μια άσκηση που την είχε αποτυπώσει από τον στρατό, και τώρα την εκτελούσε δίχως δεύτερη σκέψη. Μετά βίας είχε καλύψει μια απόσταση ίση με ένα οικοδομικό τετράγωνο, άρα ήταν ακόμα στο στόμα του λύκου. Και ο λύκος ήταν εκεί με ανοιγμένο το στόμα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Σπύρος Αραβανής – Ηρακλής Οικονόμου, «Γιάννης Ρίτσος και ελληνική μουσική δημιουργία»


 

Τιμούμε σήμερα τη γέννηση του Γιάννη Ρίτσου (Μονεμβασιά, 1η Μαΐου 1909) με ένα άρθρο αφιερωμένο στις μελοποιήσεις του έργου του.

 

Η σχέση του Γιάννη Ρίτσου με τη μουσική προηγείται ασφαλώς της μελοποίησης των στίχων του. Νεαρός ακόμα, στα 1931 παίρνει μέρος σε μουσικές παραστάσεις και συμμετέχει σε μαντολινάτα. Παίζει πιάνο ατελείωτες ώρες στη Λέσχη των Δημοσίων Υπαλλήλων και τιτλοφορεί τα πρώτα του έργα με μουσικούς όρους –επιλογή που θα συνεχιστεί καθ’ όλη τη συγγραφική του πορεία-: «Το τραγούδι της αδελφής μου» (1937), «Εαρινή συμφωνία» (1938), «Το εμβατήριο του ωκεανού» (1940), «Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής» και αργότερα «Η σονάτα του σεληνόφωτος (1956), «Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας» (1973), «Το χορικό των σφουγγαράδων» (1983) κ.ά. Και κυρίως γράφει «μουσικά»: οι στίχοι του μοιάζουν σαν νότες σε μια μουσική παρτιτούρα, οι θεατρικοί του μονόλογοι ξεδιπλώνονται σαν μουσικές καντάτες. Και έπειτα ακολουθούν οι συνθέτες, οι οποίοι τον τίμησαν αλλά και τιμήθηκαν από αυτόν, καθιστώντας τον Ρίτσο τον πιο ευρέως μελοποιημένο ποιητή της ελληνικής μουσικής σκηνής.

Το παρόν άρθρο φιλοδοξεί να σκιαγραφήσει τη θέση του ποιητή στο ελληνικό τραγούδι και να καταδείξει την πρωτοποριακή και πολυδιάστατη επίδραση της ποίησης του Ρίτσου σε αυτό. Η διαχείριση του έργου του από τους έλληνες συνθέτες, μέσα από μία πολλαπλότητα ύφους και περιεχομένου, αντανακλά τους ανοιχτούς ορίζοντες όχι μόνο του ελληνικού τραγουδιού, αλλά και της ίδιας της ποίησης του Ρίτσου.

 

Ο ΠΡΩΤΕΡΓΑΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

Ας πάρουμε την ιστορία όμως από την αρχή. Η πορεία της ποίησης του Ρίτσου στο τραγούδι συνδέθηκε καταρχήν με τον Μίκη Θεοδωράκη. Το 1958 μελοποιεί τον “Επιτάφιο”, έργο που κυκλοφόρησε σε τέσσερις εκδόσεις εκείνα τα χρόνια. Τόσο η πρώτη, σε διεύθυνση του Μάνου Χατζιδάκι με τη Νάνα Μούσχουρη, όσο και η δεύτερη, σε διεύθυνση του Μίκη Θεοδωράκη, με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και σολίστ στο μπουζούκι τον Μανώλη Χιώτη κυκλοφόρησαν το 1960. Τρία χρόνια αργότερα ακολουθεί η τρίτη έκδοση του έργου, με Θεοδωράκη – Χιώτη και ερμηνεύτρια την Μαίρη Λίντα, ενώ το 1964 η Τερψιχόρη Παπαστεφάνου διασκευάζει το έργο για χορωδία. Δύο πιο πρόσφατες εκδοχές του «Επιτάφιου», πάντα με τη μουσική του Θεοδωράκη, συναντάμε το 2000 με τη φωνή της Νένας Βενετσάνου και το πιάνο του Σαράντη Κασσάρα, καθώς και με τη φωνή της Μαρίας Σουλτάτου σε ενορχήστρωση Σταύρου Ξαρχάκου.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Θεόδωρου Γρηγοριάδη, «Το μυστικό της Έλλης», εκδόσεις Πατάκη, 2012 (γράφει ο Γεράσιμος Δενδρινός)

Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης, ένας ικανότατος χειριστής του λόγου, εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα το 1990 με το μυθιστόρημα Κρυμμένοι άνθρωποι, Λιβάνης (επανέκδοση Πατάκη 2002). Έκτοτε δημοσίευσε 12 βιβλία, με κορυφαία για μας, τον Ναύτη (Κέδρος, 1993), τον Χορευτή στον ελαιώνα (Κέδρος, 1996), Τα νερά της χερσονήσου (Κέδρος, 1998), μια μεγαλειώδη λογοτεχνική κατάθεση που συγκαταλέγεται κάλλιστα στη λίστα με τα καλύτερα βιβλία της εγχώριας λογοτεχνίας για τον 20ο αιώνα, Το Παρτάλι, (Πατάκης, 2001), τον Παλαιστή και τον δερβίση (Πατάκης, 2010), και, στο τέλος του 2012, Το μυστικό της Έλλης (Πατάκης), που κοσμεί τόσο άριστα το εξώφυλλο η θαυμάσια φωτογραφία του Διονύση Καραμπότσου που φέρει τον τίτλο «Ρουφ».
Ο Γρηγοριάδης εργάστηκε επί έτη στη Μέση Εκπαίδευση και στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη των Σερρών, αναδεικνύοντας εξαιρετικά μια πλειάδα ελλήνων συγγραφέων. Δούλεψε επίσης για αρκετά χρόνια στην Μέση Εκπαίδευση ως καθηγητής Αγγλικών, γνωρίζει χαρακτήρες, αντιδράσεις ανθρώπων, καθώς και τα δεινά όλου του εκπαιδευτικού κόσμου, γιʼ αυτό και το αποδίδει τόσο πετυχημένα, ειδικά τις γυναικείες παρουσίες στο πρόσφατο βιβλίο του, όπως την Έλλη, την πρωταγωνίστρια, μια πενηντάρα καθηγήτρια Γαλλικών, και ακόμη την Πόπη, την υποψιασμένη συναδέλφισσά της, στο ίδιο γυμνάσιο του Βοτανικού, ακόμη και την εκτός εκπαίδευσης φίλη της Έλλης, τη Λουκία, που όλες τους ζουν γύρω από το Γκαζοχώρι της Αθήνας.
Η Έλλη, που ζει στην θορυβώδη περιοχή του Κεραμεικού, γεμάτη μπαρ, εστιατόρια και καφετέριες, έχει πολύ περιορισμένη ζωή: εκτός από το σχολείο, πηγαίνει συχνά να δει τον ηλικιωμένο της πατέρα στον Κορυδαλλό, τον οποίο φροντίζει μια Αλβανίδα και συνάμα η αδερφή της, η Χρύσα, που ζει με τον σύζυγό της, τον Παντελή, και το παιδί τους, την Εύη, στα σύνορα Κορυδαλλού και Αγίας Βαρβάρας. Η Έλλη συχνά κατηφορίζει στο Ρουφ για να ψωνίσει στη λαϊκή αγορά, όπου γνωρίζει μια μέρα τον τριαντάχρονο Αντώνη. Αποκεί ξεκινάει και η αφήγηση της ιστορίας.

Διαβάστε περισσότερα