Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Χρήστος Χατζόπουλος, «Γελωτοποιός»

`

Το χειμώνα του 1941 ένας καθωσπρέπει κύριος έσυρε το γείτονα του στο δικαστήριο. Η κατηγορία; Έσφαζε τις αδέσποτες γάτες της γειτονιάς.
«Τι τις κάνεις τις γάτες;» τον ρώτησε ο δικαστής. «Τις πουλάς στη μαύρη αγορά για κουνέλια;»
«Όχι, δικαστά μου… Τις τρώω.»
«Τρως γάτες;» Εμβρόντητος ο δικαστής.
«Δικαστά μου, πριν την Κατοχή ήμουν 72 κιλά. Τώρα είμαι τριάντα. Τα παιδιά μου μοιάζουν σαν σκελετοί που περιφέρονται στο σπίτι, όταν μπορούν να περπατήσουν. Τι θέλετε να κάνω;»
Ο δικαστής τον αθώωσε. Δεν υπήρχε κανένας νόμος που να απαγορεύει τη βρώση γατών.
Καθώς έβγαινε ο κατηγορούμενος τον προσέγγισαν μερικοί από το ακροατήριο.
«Νόστιμες οι γάτες;» τον ρώτησε κάποιος με μάτια που γυαλίζανε.
«Όχι και νόστιμες, αλλά συνηθίζεις…»

Το χειμώνα του 2002 ο Γελωτοποιός έμενε στην Νάξο. Έξω από το δωμάτιο του υπήρχε ένας ευκάλυπτος. Στον ευκάλυπτο είχαν δέσει έναν σκύλο. Ήταν εκεί μόνιμα δεμένος.
Γυρνούσε ο Γελωτοποιός το μεσημέρι, έβρισκε το σκύλο να του κουνάει την ουρά και να εκλιπαρεί για ένα χάδι. Γυρνούσε το βράδι, πάλι εκεί ο σκύλος, να έχει γίνει ένα με τον ευκάλυπτο, παρότι ζώο και όχι φυτό.
Ένα βράδυ ο Γελωτοποιός δεν άντεξε. Πήγε και έλυσε το σκύλο. Με βουρκωμένα μάτια τον χάιδεψε και του είπε: «Είσαι ελεύθερος». Και πήγε να κοιμηθεί.
Το επόμενο πρωινό ο Γελωτοποιός σηκώθηκε, έκανε τη χρεία του, διάβασε λιγάκι, έπαιξε κιθάρα, έφτιαξε κάτι να φάει στο γκαζάκι, μπανιαρίστηκε και βγήκε για να πάει στη δουλειά του.
Ο σκύλος ήταν εκεί και κουνούσε την ουρά του. Ήταν κάτω από τον ευκάλυπτο, αλλά χωρίς αλυσίδα στο λαιμό του. Δεν είχε τολμήσει να φύγει.
Που να πάει; Η φυλακή του τού ήταν οικεία και ήξερε ότι όλο και κάποιο ξεροκόμματο θα του πετούσαν. Ενώ «εκεί έξω», στη Χώρα ή στην ύπαιθρο, θα έπρεπε να επιβιώσει μόνος, να αγωνιστεί για το ξεροκόμματο.
Ο Γελωτοποιός τον πλησίασε και τον έδεσε ξανά. Ο σκύλος φάνηκε να ανακουφίζεται…
Αλλά αυτό είναι ανθρωπεντρισμός. Τα ζώα δεν νιώθουν ανακούφιση ούτε φόβο για τα μέλλοντα ούτε οικειότητα με τους δεσμώτες τους.

Το χειμώνα του 2012 ο ελληνικός λαός ήταν δεμένος στον ευκάλυπτο του μνημονίου. Κανείς δεν μπορούσε να τον λύσει, αυτό ήταν κάτι που μοναχά με τη δική του βούληση θα γινόταν.
Και οι δεσμώτες, που ξέρουν πολύ περισσότερα για την ανθρώπινη βούληση, τον άφησαν να αποφασίσει.
Τον άφησαν; Όχι ακριβώς. Τον τρομοκράτησαν όσο μπορούσαν. Του έδειξαν τους κινδύνους που καιροφυλακτούν στη «χώρα χωρίς προστάτες» και στην «ελευθερία χωρίς εγγυητές». Έκαναν τα πάντα για να τον πείσουν ότι αν άφηνε τις αλυσίδες του θα ψοφούσε από την πείνα ή από φόλα σε κάποιο σοκάκι της ιστορίας.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Leonard Cohen, «Πώς να απαγγέλεις ποίηση» (μετφρ. Λίνα Νικολακοπούλου)

`

Πάρε τη λέξη πεταλούδα. Για να πεις αυτή τη λέξη δε χρειάζεται να κάνεις τη φωνή σου πιο ελαφριά από ένα γραμμάριο, ούτε χρειάζεται να την εφοδιάσεις με μικρά σκονισμένα φτερά. Δε χρειάζεται να φανταστείς μιαν ηλιόλουστη ημέρα ή ένα χωράφι με ασφοδέλους. Δεν είναι απαραίτητο να είσαι ερωτευμένη ή να έχεις ερωτευτεί τις πεταλούδες. Η λέξη πεταλούδα δεν είναι η πραγματική πεταλούδα. Υπάρχει η λέξη, μα υπάρχει και η πεταλούδα. Αν μπερδέψεις αυτά τα δύο, οι άνθρωποι θα έχουν κάθε δικαίωμα να σε κοροϊδεύουν. Μην το παρακάνεις με τη λέξη. Μήπως προσπαθείς να υπονοήσεις ότι αγαπάς τις πεταλούδες τελειότερα από οποιονδήποτε άλλον ή ότι πραγματικά αντιλαμβάνεσαι τη φύση τους; Η λέξη πεταλούδα είναι απλά ένα δεδομένο. Δεν είναι μια ευκαιρία για να πλανιέσαι στον αέρα, να πετάξεις ψηλά, να πιάσεις φιλία με τα λουλούδια, να συμβολίσεις την ομορφιά και το εύθραυστο ή να υποδυθείς την πεταλούδα με οποιονδήποτε άλλο τρόπο.
`
Μην υποδύεσαι τις λέξεις. Ποτέ μην προσπαθήσεις να υψωθείς από το πάτωμα, όταν μιλάς για πέταγμα. Ποτέ μην κλείνεις τα μάτια, μην τινάζεις απότομα το κεφάλι σου στο πλάι, όταν μιλάς για θάνατο. Μην καρφώνεις τα φλογισμένα σου μάτια πάνω μου όταν μιλάς για έρωτα. Αν θέλεις να με εντυπωσιάσεις όταν μιλάς για έρωτα, βάλε το χέρι σου στην τσέπη ή κάτω από το φόρεμά σου και χαϊδέψου. Αν η φιλοδοξία σου και η πείνα σου για χειροκρότημα σε έκαναν να μου μιλήσεις για έρωτα, θα ‘πρεπε να μάθεις πώς να το κάνεις χωρίς να ξεφτιλίζεις τον εαυτό σου ή το κείμενο.

`

Ποια είναι η έκφραση που απαιτούν οι καιροί; Οι καιροί απαιτούν μη έκφραση έτσι κι αλλιώς. Η εποχή δε ζητάει καμιά απολύτως έκφραση. Έχουμε δει φωτογραφίες με χαροκαμένες ασιάτισσες μητέρες. Δε μας αφορά η αγωνία των οργάνων σου που πασπατεύεις.

 

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Σάββας Παύλου (1951- 2016), «Η κηδεία μου»

`
Ένας σοβαρός εργάτης του ελληνικού πνεύματος, στιβαρός μελετητής από τα χώματα της Κύπρου και του ευρύτερου ελληνισμού, ο Σάββας Παύλου, δεν βρίσκεται πια ανάμεσά μας. Πολύπτυχο το έργο του αναμένει να το μελετήσουμε. Μέσα σε όσα μας συνέχουν. Να διαλεχθούμε μαζί του, με όσα σʼ αυτό μας συνδέουν και όσα μας κάνουν δημιουργικά να διαφωνούμε ωσάν Έλληνες.
Ποιητικός, ερωτικός, παραδοσιακός και για όλα τούτα Επαναστατικός! Νυν και αεί!

Γιώργος Κ. Μύαρης

`

*******************************************************

Αυγούστου 2, 2010

`

Όντως φοβερώτατον το του θανάτου μυστήριον

εις το καθʼ ομείωσιν επανάγαγε, το αρχαίο κάλλος αναμορφώσασθαι

και την ποθεινήν πατρίδα παράσχου μοι, παραδείσου πάλιν ποιών πολίτην με

`

Όπως παρατήρησε, παλαιότερα, ευαίσθητος διανοούμενος, στους γάμους οι φωτογράφοι και οι χειριστές των βίντεο έχουν μετατρέψει την τελετή και την εκκλησία σε ένα στούντιο φωτογράφησης και βιντεογράφησης. Η λειτουργία, οι ύμνοι, οι ψάλτες, ο παπάς, εκμηδενίζονται και εξαφανίζονται, υπάρχουν μόνον οι φωτογράφοι και οι βιντεογράφοι. Δίνουν εντολές και κανονίζουν πως θα εξελιχθεί η τελετή, που θα σταθούν και πως θα κινηθούν οι νεόνυμφοι, δίνουν διαταγές ακόμη και στον ιερέα πως θα δράσει κα θα πορευτεί. Κι αυτός, άρχων του μυστηρίου και του χώρου, αντί να τους εξαποστείλει δυστυχώς τους υπακούει.

Άρχισε να χαλά και η ακολουθία για την κηδεία, η υπέρτατη τελετή, όταν ο άνθρωπος αποχαιρετά τον κόσμο αυτό. Και εκεί τα πράγματα έχουν φτάσει σε σημείο εξευτελισμού και εξανδραποδισμού. Εκτός από τους φωτογράφους και τους βιντεοφόρους, έχουμε την κατάθεση στεφάνων, τους αλλεπάλληλους επικηδείους, σε μερικές παριπτώσεις έχουμε φτάσει σε διψήφιο αριθμό. Η κηδεία γίνεται πια ένα κοσμικό γεγονός στο οποίο ο νεκρός εξαφανίζεται. Αρχίζουν οι καταθέσεις στεφάνων που αναγγέλλονται, ακόμη κάποιος διαβάζει τον κατάλογο των ανθρώπων που κατέθεσαν προηγουμένως στεφάνι, αρχίζουν οι επικήδειοι. Αναγγέλλονται τα ονόματα, οι τίτλοι και οι ιδιότητες των ομιλητων, αυτοί πλησιάζουν στο μικρόφωνο και αρχίζουν, ο νεκρός ανυπεράσπιστος στο φέρετρο υφίσταται κοινοτοπίες και τυπικότητες και μεγάλα λόγια. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση με τις κηδείες των αγνοουμένων, που τα λείψανά τους βρέθηκαν και ταυτοποιήθηκαν με τη μέθοδο DNA . Οι άνθρωποι αυτοί σκοτώθηκαν πολεμώντας τον Τούρκο κατακτητή, άλλοι εκτελέστηκαν εν ψυχρώ από το αδίστακτο τέρας του τουρκικού τακτικού στρατού. Κι όμως στις κηδείες τους, σε ένα αλαλούμ μικροπολιτικής, δεν τονίζεται τίποτε από όλα αυτά, η εξόδιος ακολουθία τους αποτελεί προπαγανδιστικό εφαλτήριο της τρέχουσας πολιτικής πρακτικής και του κομματικού καιροσκοπισμού, πολέμησαν τον Τούρκο, σκοτώθηκαν στη μάχη ή δολοφονήθηκαν και ακούουν συμβιβαστικές κορώνες, επαναπροσεγγιστικές αφέλειες, ισοπεδωτικές ειρηνοφιλίες, σιροπιαστά ιδολογήματα και νεοκυπριακά πιλάφια. Ό,τι σκηνοθετεί και υποβάλλει η μικροκομματική τακτική και οι μικρόνοες ηγήτορες.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Mάνος Ορφανουδάκης, «Στίχοι πριν την άνοιξη», εκδ. Μετρονόμος, 2015 (γράφει ο Σπύρος Αραβανής)

`

*******************

ΑΚΟΥΣΤΕ ΕΔΩ:  «Η νεράιδα και το δέντρο», στίχοι: Μάνος Ορφανουδάκης, μουσική- ερμηνεία: Γιώργος Καλογήρου

[Από τον επερχόμενο κύκλο τραγουδιών «Η πέτρα του ονειρευτή»,
σε μουσικές του Γιώργου Καλογήρου και στίχους του Μάνου Ορφανουδάκη]

*******************************************************

`

Ο Μάνος Ορφανουδάκης είναι ένας δημιουργός που διαθέτει τρία αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά. Είναι νέος,  αλλά όχι νεότατος, έχει μια φιλόδοξη συστολή και σκάβει αδιάκοπα το παρελθόν. Ξεκινώ από το τελευταίο. Μέσα στον σπηλαιώδη διαδικτυακό ιστό ένα από τα άσβηστα φωτάκια των τυμβωρύχων είναι αυτό που διατηρεί ο Μάνος εδώ και αρκετά χρόνια. Ορμώμενος από τη μεγάλη του αγάπη για το ελληνικό τραγούδι και δη για τους έλληνες στιχουργούς,  αλλά και για οποιοαδήποτε μορφή τέχνης παρουσιάζει για αυτόν ένα νόημα, ώστε να το μοιραστεί πρώτα από όλα με τον εαυτό και έπειτα με τους φίλους και αναγνώστες του, οργώνει νυχθημερόν την απέραντη θάλασσα της ιστορίας κουνώντας περιχαρής την ουρά του για την κάθε του ανακάλυψή. Αυτές οι ανακαλύψεις ακόμα και αν πολλές μπορεί να είναι γνωστές ιδίως στους παλαιότερους για αυτόν φαντάζουν μια νέα γη. Απάτητη από τον ίδιο για αυτό και καρποφόρα. Αναζητά, λοιπόν, την τέχνη μέσω της επισκόπησης και όχι της ομφαλοσκόπησης. Μέσω της παρατήρησης και όχι της κριτικής. Βρίσκεται στο στάδιο της μαθητείας και όχι της διδαχής. Αυτά τα ερευνητικά του εργαλεία εντοπίζονται και στη στιχουργική του όπως αυτή εμφανίζεται στο βιβλίο του που παρουσιάζουμε σήμερα. Και λέω στιχουργική και όχι ποιητική γιατί το βιβλίο περιέχει στίχους οι οποίοι τάζουν στον αναγνώστη τους μια μελοποιία ως συμπλήρωμά τους, μια συνθήκη που αποτελεί την ουσία κάθε στιχουργικής πράξης. Ασφαλώς και οι στίχοι του στέκονται και διαβάζονται αυτόνομα όμως την εκπλήρωσή τους θα τη βρούν μέσα στο τραγούδισμά τους. Στα χείλη και στα αυτιά των ακροατών, στο ρυθμικό θυμικό τους και όχι στο σιωπηρό έλλογο μέρος της ψυχής μας. Είναι το λιγότερο ανόητο να θεωρήσει κανείς πως μιλώντας για στίχους και όχι για ποίηση με ρίμα υποβιβάζεται το έργο του. Αυτές οι παρεξηγήσεις είναι προιόντα μια γραμματολογικής σύγχυσης η οποία δημιουργήθηκε όχι τόσο με βάση τη φιλολογική επιστήμη, αλλά τις δάφνες που τάζει η τάμπελα «ποίηση» και που αποδεικνύονται τελικά τσουκνίδες για αυτούς που στέκονται μόνο σε αυτή και δεν εξετάζουν τον εγγενή χαρακτήρα κάθε έργου.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Κώστας Ρεούσης: Ο ποιητής ως πράκτορας της εποχής & του βίου του [αποσπάσματα αδόκιμης, ίσως ή μάλλον, λοξής γραφής]

Ο Αμερικανός κωμικός ηθοποιός & σκηνοθέτης Joseph Frank “Buster” Keaton VI [4.10.1895-1.2.1966] ή «Το Μεγάλο Πέτρινο Πρόσωπο», στην ταινία «Convict 13/Κατάδικος 13»

Α΄. Εντός εκτός κι επί τʼ αυτά του … Τείχους

#19

Ο σκληρός αμφιβληστροειδής της ψυχής απαθανατίζει ενσταντανέ συμπλεγματικά, καταστάσεις περίπλοκες κι ακαριαία περιστατικά. Το γεγονός της εμφάνισης του αλώβητου αρνητικού προϋποθέτει στρατιές κατσαρίδων φτερωτών, τα μπρούμυτα στʼ οδόστρωμα μπαρουτοκαπνισμένων, καθώς οι κάλυκες αστράφτανε στον μπρούντζο το καμπαρέ υπόγειο καταφυγής της Θεμιστοκλή Δέρβη. Η ξιφολόγχη του πατέρα γρασαρισμένη κι ακονισμένη δίκοπα συντρόφευε χειροβομβίδες. Ένα ξύλινο πτυσσόμενο, με καραβόπανο λευκό, κρεβάτι μονοθέσιο έτριζε-έκρυβε στους μεντεσέδες μετακομίσεις, μετακινήσεις, μετατοπίσεις ανελέητων βομβαρδισμών. Ένας μαντρότοιχος, και οι μηροί της μάνας σημαδεμένοι απʼ το ρεσάλτο του πρωινού εγερτήριου πανικού. Ο αδελφός με το μεγάλο ξάδελφο κυνηγούσαν αρουραίους, χαζεύοντας πορνό-φωτογραφίες ξεσκισμένες• με τʼ αστεράκια να κοσμούν τα σημεία επίμαχα της χυδαιότητας του καθωσπρεπισμού ενός αγορασμένου τίμια ερωτισμού. Κάπου, ανάμεσα, τριγύριζε κι ο δεύτερος ερμησίπτερος (Οδυσσέας Ελύτης) μικρός, σχεδιάζοντας την ανελέητη και χωρίς επιστροφή έξοδο-επίθεση της ελεύθερα πολιορκημένης (Διονύσιος Σολωμός) οπισθοφυλακής.

#20

Η τάφρος του αυτιστικού περίγυρου των τυχάρπαστων κυβερνάει τις δυσλεκτικές επινοήσεις περισπούδαστων διακανονιστών, στο λογοκριμένο -εκλεγμένα- καθεστώς μίας επαναλαμβανόμενης βιτσιάς. Συντονισμένες μασέλες -μες στον παραλογισμό της αιθεροβάμονος κοινωνικής αφρόκρεμας- κατακρεουργούν, σε λυσσασμένες μαζώξεις, τη σαπίλα των σφαγιασμένων (βασιλικών, δημοκρατικών, αλλοδαπών, κοινοτικών κι ημεδαπών) διαπιστευμένων εδεσμάτων.

#21

Στέρεψε και τʼ αλάτι απʼ το κύμα: Έσυραν τα μαχαίρια απʼ τα θηκάρια/κι έψαχναν που να σε χτυπήσουν./Τότε μονάχα φώναξες:/«Ας έρθει να με κοιμηθεί όποιος θέλει,/μήπως δεν είμαι η θάλασσα;» (Γιώργος Σεφέρης, Τρία Κρυφά Ποιήματα, Επί Σκηνής, Γ΄, Αθήνα, τυπογραφείο Γαλλικού Ινστιτούτου, Δεκέμβρης 1966).

Διαβάστε περισσότερα