`

*******************

ΑΚΟΥΣΤΕ ΕΔΩ:  «Η νεράιδα και το δέντρο», στίχοι: Μάνος Ορφανουδάκης, μουσική- ερμηνεία: Γιώργος Καλογήρου

[Από τον επερχόμενο κύκλο τραγουδιών «Η πέτρα του ονειρευτή»,
σε μουσικές του Γιώργου Καλογήρου και στίχους του Μάνου Ορφανουδάκη]

*******************************************************

`

Ο Μάνος Ορφανουδάκης είναι ένας δημιουργός που διαθέτει τρία αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά. Είναι νέος,  αλλά όχι νεότατος, έχει μια φιλόδοξη συστολή και σκάβει αδιάκοπα το παρελθόν. Ξεκινώ από το τελευταίο. Μέσα στον σπηλαιώδη διαδικτυακό ιστό ένα από τα άσβηστα φωτάκια των τυμβωρύχων είναι αυτό που διατηρεί ο Μάνος εδώ και αρκετά χρόνια. Ορμώμενος από τη μεγάλη του αγάπη για το ελληνικό τραγούδι και δη για τους έλληνες στιχουργούς,  αλλά και για οποιοαδήποτε μορφή τέχνης παρουσιάζει για αυτόν ένα νόημα, ώστε να το μοιραστεί πρώτα από όλα με τον εαυτό και έπειτα με τους φίλους και αναγνώστες του, οργώνει νυχθημερόν την απέραντη θάλασσα της ιστορίας κουνώντας περιχαρής την ουρά του για την κάθε του ανακάλυψή. Αυτές οι ανακαλύψεις ακόμα και αν πολλές μπορεί να είναι γνωστές ιδίως στους παλαιότερους για αυτόν φαντάζουν μια νέα γη. Απάτητη από τον ίδιο για αυτό και καρποφόρα. Αναζητά, λοιπόν, την τέχνη μέσω της επισκόπησης και όχι της ομφαλοσκόπησης. Μέσω της παρατήρησης και όχι της κριτικής. Βρίσκεται στο στάδιο της μαθητείας και όχι της διδαχής. Αυτά τα ερευνητικά του εργαλεία εντοπίζονται και στη στιχουργική του όπως αυτή εμφανίζεται στο βιβλίο του που παρουσιάζουμε σήμερα. Και λέω στιχουργική και όχι ποιητική γιατί το βιβλίο περιέχει στίχους οι οποίοι τάζουν στον αναγνώστη τους μια μελοποιία ως συμπλήρωμά τους, μια συνθήκη που αποτελεί την ουσία κάθε στιχουργικής πράξης. Ασφαλώς και οι στίχοι του στέκονται και διαβάζονται αυτόνομα όμως την εκπλήρωσή τους θα τη βρούν μέσα στο τραγούδισμά τους. Στα χείλη και στα αυτιά των ακροατών, στο ρυθμικό θυμικό τους και όχι στο σιωπηρό έλλογο μέρος της ψυχής μας. Είναι το λιγότερο ανόητο να θεωρήσει κανείς πως μιλώντας για στίχους και όχι για ποίηση με ρίμα υποβιβάζεται το έργο του. Αυτές οι παρεξηγήσεις είναι προιόντα μια γραμματολογικής σύγχυσης η οποία δημιουργήθηκε όχι τόσο με βάση τη φιλολογική επιστήμη, αλλά τις δάφνες που τάζει η τάμπελα «ποίηση» και που αποδεικνύονται τελικά τσουκνίδες για αυτούς που στέκονται μόνο σε αυτή και δεν εξετάζουν τον εγγενή χαρακτήρα κάθε έργου.

`

Η μαθητεία του Ορφανουδάκη, λοιπόν στους μεγάλους στιχουργούς του έντεχνου τραγουδιού, αποτελεί το συστατικό στοιχείο της δικής του στιχουργίας είτε ως πνεύμα, είτε ως απόηχος είτε ως φόρμα είτε ως ιδέα. Με βάση την ηλικία του, θα περίμενε κανείς να ξεκινά για αυτόν το τραγούδι με τους τραγουδοποιούς της γενιάς του ’90. Ο Ορφανουδάκης όμως αναζητά τις πηγές και όχι τους παραποτάμους. Το λόγο των στιχουργών και όχι των τραγουδοποιών. Γκάτσος, Ελευθερίου, Γκανάς, Τριπολίτης, Αλκαίος είναι οι πρώτες προφανείς επιρροές που μπορεί κανείς να διακρίνει με γυμνό οφθαλμό ακολουθώντας το πρώτο σκέλος της ρήσης του Χατζιδάκι «οι ταλαντούχοι κλεβουν, οι ατάλαντοι μιμούνται». Παρόλαυτά ο Ορφανουδάκης φαίνεται να μελετά το έργο των στιχουργών και ως κείμενο όχι μόνο ως ακρόαμα. Να διαβάζει τη στιχουργική τους αφού όμως πρώτα έχει μπολιαστεί μέσα του το τραγούδισμά της. Για αυτό και οι στίχοι του διακρίνονται για τη σωστή μετρική και ρυθμολογία τους, αλλά κυρίως για τη σωστή οικοδόμησή τους ως μια έμμετρη κάθε φορά αφήγηση εσώτερων και εξώτερων τοπίων και καταστάσεων. Τα κουπλέ οργανικά δεμένα με το ρεφρέν και το ξετύλιγμα της ιστορίας με χρονική και συναισθηματική ακολουθία. Και πρέπει να τονιστεί αυτό καθώς τέτοια στοιχεία αρχίζουν να εμφανίζονται όλο και πιο αραιά στη σύγχρονη στιχουργία όπου το τραγούδι εμφανίζεται ως ένα κολλάζ στιχουργικών εμπνεύσεων. Το σημαντικότερο όλων όμως είναι πως σε μεγάλο βαθμό τα στιχουργήματά του δεν είναι ασκήσεις γραφής, αλλά γραφή με τις ελλείψεις της, και τις ανισότητες.

`
Εύλογα όμως μπορεί να αναρωτηθεί κάποιος: αν αυτά που γράφει είναι με ξένα ρούχα ποιο είναι το δικό του σώμα; Όταν όμως διαβάζεις –και εύχομαι και να ακούς- στίχους όπως:


`

Ζούνε, εξόριστοι στη γη/ μικροί, βουβοί αγγέλοι,/ σα μέλισσες που έχουν πνιγεί/ στο ίδιο τους το μέλι.

`

Σʼ αυτό το χώμα που ξεράθηκε το αίμα, /λύκοι χαράζουν με το νύχι τους πατρίδες,/ γυρίζουν πίσω του καιρού μας τις σελίδες/ και ξεπουλάνε τη ζωή μας μʼ ένα κέρμα.
`

Κάθισα δίπλα σου σε μια φωτογραφία/ Εβαλα τσίπουρο, της Κρήτης, στο ποτήρι./ Τʼ «Αγιασθήτω» της ζωής και τʼ «άι σιχτίρι»/ πώς ανταμώνουνε μες στα νεκροταφεία;
`

Καφές με μαύρη ζάχαρη και δυο σταγόνες ρούμι / κι ένα κλειστό παράθυρο στη μέρα που ξυπνά. /Ποια χέρια σου φορέσανε χωμάτινο κουστούμι / κι ανθίζουνε στο στήθος σου λουλούδια σκοτεινά;

`

το τελευταίο που σε ενδιαφέρει είναι ποιοι είναι οι πρόγονοί τους και τι θυμίζουν. Έχουν την αυτοτέλεια που χρειάζεται ο αναγνώστης-ακροατής υποψιασμένος και μη για να συγκινηθεί και να συμμετέχει. Έχουν ήδη μια δική τους προσωπικότητα.

`

Το δεύτερο ερώτημα που μπορεί να θέσει κάποιος είναι αν ο Ορφανουδάκης εκφράζει την εποχή του ή για να το πω καλύτερα τη γενιά του. Άνευ ουσίας επίσης ερώτημα κατά τη γνώμη μου. Δεν υπάρχει κανένα εγχειρίδιο τέχνης στο οποίο να αναγράφεται ως κανόνας ότι ο δημιουργός πρέπει να ακολουθεί τις επιταγές του παρόντος του και κυρίως της ηλικίας του. Η ατμόσφαιρα των στίχων του και οι κοινωνικοπολιτικές του ας το πούμε διαπιστώσεις είναι παντός καιρού όσο διαχρονική είναι η αγάπη και η παρακμή. Γράφει με βάση την προσωπική του αισθητική και κοσμοθεωρία, την προσωπική του ηλικία και όχι τη βιολογική του.
`

Επιστρέφω στα άλλα δυο σημεία που ανέφερα στην αρχή. Τον χαρακτήρισα ως φιλόδοξα συνεσταλμένο. Ακούγεται αντιφατικό, αλλά δεν είναι. Σέβεται χωρίς να προσκυνά και έχει όνειρα χωρίς να τα εκβιάζει. Απόδειξη αυτού που λεω ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφέρεται στους ανθρώπους που θαυμάζει και ο τρόπος που χρησιμοποιεί το βήμα λόγου που έχει κατά κύριο λόγο στο περιοδικό musicpaper. Δεν επιλέγει τον πονηρό δρόμο της δημοσιογραφίας –το πιο εύκολο πράγμα πλέον- ώστε να χρησιμοποιήσει αυτό το ρόλο για προσωπικό όφελος αλλά όπως ανέφερα σκαλίζει τη μουσική ιστορία και αναζητά τα πρόσωπα με στόχο να συνθέσει το παζλ που δημιουργεί. Το ότι είναι υγιώς φιλόδοξος, απόδειξη είναι το βιβλίο για το οποίο βρεθήκαμε σήμερα εδώ καθώς και οι συμμετέχοντες μουσικοί συνεργάτες του. Θέλει να ακούσει το έργο του μελοποιημένο, θέλει να βρει συνταξιδιώτες-συνθέτες και ερμηνευτές, Νόμιμο και ρομαντικό.
`

Τον χαρακτήρισα, τέλος, νέο αλλά όχι νεότατο. Εδώ θα σταθώ στη βιολογική του ηλικία. Ζούμε σε μιαν καλλιτεχνική και όχι μόνο εποχή που ο ορος «νέος» σε ακολουθεί –γενικά μιλώντας- τουλάχιστον μέχρι τα 40 σου. Αυτό δημιουργεί μειωμένες προσδοκίες των άλλων προς σε εσένα –του στυλ «μικρός είναι ακόμα» καθώς και μειωμένη ανάληψη ευθυνών προς τον εαυτό σου –«του στυλ «μικρός είμαι ακόμα».

Θα ήθελα να ευχηθώ στον Μάνο να ξεφύγει από αυτές τις τρικλοποδιές που βάζει σε όλους μας η εποχή όσο πιο γρήγορα μπορεί και να συνεχίζει να σκαλίζει με το ίδιος πάθος και δίψα το χώμα της τέχνης που αγαπά χωρίς να λερωθεί και κυρίως να απομαγευτεί εξαιτίας των ακαθαρσιών της. Κυρίως όμως να απολαμβάνει πάντα αυτό το σαγηνευτικό «Πριν» που αναφέρει στον τίτλο του βιβλίου, αφού εκεί βρίσκεται όλη η μαγεία και όχι στο φαβορί του τίτλου: την Άνοιξη.

`

* Το κείμενο διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου, στην μπουάτ Απανεμιά, στις 17 Φεβρουαρίου, 2016.