Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Γιώργος Μύαρης, Δέσποινα Νικολάου, Αγγελική Ριαλά, «Το Δημοτικό Τραγούδι ως πολιτισμικό αγαθό. Η διδασκαλία του στη Μέση Εκπαίδευση της Κύπρου», εκδ. Ακτίς, Κύπρος 2016. (Γράφει ο Παναγιώτης Νικολαΐδης)

`

Κατηγορία: Τετράδια Φιλολογίας Αρ. 2 (Φιλολογικά και λογοτεχνικά μελετήματα)

`

«(…) Τζαιτζείνος που το έβκαλεν, σαν ποιητής λοάται,
τζείνου πρέπει μακάρισητζιεμέναν τʼ ως πολλά `τε.»

`

Το δημοτικό τραγούδι είναι ζωντανή οντότητα σήμερα; Κι ακόμη μπορούμε άραγε να επιχειρήσουμε να ρίξουμε μια διεισδυτική ματιά στη σύγχρονή μας ποίηση, χωρίς να σκεφτούμε τη σύνδεσή της με αυτό; Η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα είναι βέβαια αποφατική, καθώς, κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει σημαντικός Έλληνας ποιητής που να μην έχει αναμετρηθεί με τον ένα ή τον με τον άλλο τρόπο, δημιουργικά ή αντιθετικά με το δημοτικό τραγούδι. Διαρκώς επανέρχεται, ωστόσο, η διαπίστωση ότι οι μαθητές μας δεν είναι καθόλου εξοικειωμένοι βιωματικά μʼ αυτούς τους ήχους ή αναγνώσματα και είναι εγκλωβισμένοι, δυστυχώς, σε στερεότυπα – «μουσική για ηλικιωμένους», «χωριάτικος τρόπος διασκέδασης», «δεν είναι in». Σημειώνω, λοιπόν, εξαρχής ότι η συνεισφορά του συγκεκριμένου βιβλίου είναι σημαντική, καθότι πραγματεύεται τον ρόλο και τη σημασία του δημοτικού τραγουδιού σήμερα και μάλιστα με εστίαση στη Μέση Εκπαίδευση, στον χώρο, δηλαδή, όπου σφυρηλατούνται συνειδήσεις και διαμορφώνονται χαρακτήρες και συμπεριφορές.
Το βιβλίο απευθύνεται, επομένως, πρωτίστως στους εκπαιδευτικούς, αλλά και σε όσους ευαίσθητους πολίτες ενδιαφέρονται για την ποιητική του λαϊκού πολιτισμού ως αντίσταση στους εμπορευματοποιημένους και κάλπικους ορίζοντες της καπιταλιστικής παγκοσμιοκρατίας· σʼ αυτούς, με άλλα λόγια που βλέπουν πέρα από τα καθημερινά συμπτώματα ομοιομορφίας, αλλοτρίωσης και ισοπέδωσης των τοπικών πολιτισμών και αντιλαμβάνονται ότι το εκάστοτε εκπαιδευτικό σύστημα οφείλει, μέσα στο περίπλοκο πλαίσιο μιας πολυπολιτισμικής κοινωνίας, από τη μια να αναδείξει την πολιτισμική κληρονομιά του τόπου και να ενισχύσει την εθνική αυτογνωσία και από την άλλη να αναπτύξει την καλλιέργεια και τον σεβασμό της διαφορετικότητας του «άλλου». Οι συγγραφείς, στην ανά χείρας καλαίσθητη έκδοση (με τα ρόδια που ζωγραφίζει η εικαστικός Μαρία Χατζητοφή να κοσμούν το εξώφυλλο, ως το κατεξοχήν παραδοσιακό μοτίβο της γονιμότητας), επιχειρούν, λοιπόν, να ενισχύσουν τη συζήτηση γύρω από τη διδασκαλία του δημοτικού τραγουδιού στη Μέση Εκπαίδευση με νέους όρους. Για τούτο και επιμένουν σε μια ανοικτή και ελκυστική, διδακτική διαδικασία που θα προϋποθέτει τη σφαιρική προσέγγιση της δημοτικής ποίησης σε όλες τις λειτουργίες της θεματολογίας και της λαϊκότητάς της μέσω και των σύγχρονων δεδομένων της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Αλμανάκ Ποιείν: «Δέκα ποιητικές συλλογές του 2016» (γράφει ο Κώστας Τσιαχρής)

1. Κώστας Παπαγεωργίου, «Εγώ το μαύρο θα κρατάω έως θανάτου» [εκδ.Κέδρος]

Οι μυημένοι τον γνωρίζουν. Πώς άλλωστε όχι; Και την εσωτερικότητα των στίχων του. Και το αβίαστο, το ανεπιτήδευτο της ποιητικής του έκφρασης. Και τα χρωμοσώματα της γενιάς του 70 στο γενετικό υλικό των λέξεών του. Όχι ότι έμεινε εκεί. Η ποίησή του αντηχεί συχνά πιο δροσερή κι από εκείνη του πρωτάρη. Ταυτόχρονα όμως – δε γίνεται διαφορετικά- έχουν μεταφερθεί στα οστά της όλα τα βάρη που μέχρι τώρα σήκωσε ο νους του ποιητή. Στην τελευταία του συλλογή, σχεδόν από την κορυφή της σκάλας, βολιδοσκοπεί τις διαθέσεις του μαύρου, του προγενέθλιου και μεταθανάτιου χρώματος. Φιλοσοφεί πάνω στο έσχατο όριο και καταθέτει με το κουβεντιαστό –αλλά την ίδια ώρα συντακτικά ανορθόδοξο- ύφος των ποιημάτων του τα πικρά αποστάγματα της πείρας του : τη νοσταλγία των χαμένων πραγμάτων, την κατάντια των λέξεων (που έχουν απομείνει «ράκη» και «ίσκιοι») , την ανυπαρξία της διάρκειας. Και τι ωραία που το λέει ο ίδιος σε έναν στίχο του «η διάρκεια δεν ανήκει κανενός”!

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ζωή Νικητάκη, «Oι δυο θεραπευτές ή Πως η καρδιά στο νου βρήκε φωλιά»

`
`

Μια φορά κι έναν καιρό ή πριν μια μόνον στιγμή, σε μια πόλη από κείνες που θαύματα συμβαίνουν κάθε στιγμή και σε κάθε γωνιά, μα οι άνθρωποι είναι πολύ απασχολημένοι για να τα δουν, ζούσε ένας θεραπευτής που ΄χε πια διανύσει το πιο μεγάλο μέρος του ταξιδιού της ζωής. Αυτός ο θεραπευτής το λοιπόν, θεράπευε ακούγοντας τη φωνή της καρδιάς του κι ήταν πολύ ξακουστός απ΄ άκρη σ΄άκρη εκείνης της πολιτείας κι όλοι τον σέβονταν για τις σοφές του συμβουλές μα και τον αγαπούσαν.

Κι έτσι κυλούσε ο καιρός και όλο και άσπριζαν τα γένια και τα μαλλιά του θεραπευτή κι όλο ένιωθε πως κάτι ακόμα έλειπε από τη θεραπευτική διαδρομή που ως τότε είχε βαδίσει. Ώσπου ήρθε μια εποχή που αυτή η έλλειψη γινόταν με τον καιρό στην καρδιά του όλο και πιο πλατιά και μέσα του πολύ βαθιά γνώριζε πως κάπου υπάρχει κάτι την τέχνη του να συμπληρώσει και να την κάνει ολόκληρη σαν έναν κύκλο στρογγυλό που να κυλάει και να ΄ναι γεμάτος φως.

Και λένε πως τα θαύματα συμβαίνουν όταν ακριβώς τα χρειαζόμαστε πιο πολύ, τότε ήταν που άκουσε πως σε μια άλλη πόλη, μέρες και νύχτες πολλές μακριά από τη δική του, ζούσε ένας νέος θεραπευτής, που θεράπευε με τη φωνή του μυαλού.
Έτσι ένα πρωί που όλα είχαν ετοιμαστεί στο σχέδιο του Σύμπαντος αδιόρατα μα και σοφά, ο γέρος θεραπευτής πήρε το δισάκι του στον ώμο, πήρε των ομματιών του και ξεκίνησε ακολουθώντας τη φωνή της καρδιάς του να βρει το νέο θεραπευτή.

Μα και ο νέος θεραπευτής είχε ακούσει πολλά για τον γέροντα κι επειδή του
΄χε γεννηθεί μεγάλη επιθυμία να τον γνωρίσει, ξεκίνησε κι αυτός από την πόλη του, να πάει στην πολιτεία του άλλου θεραπευτή για να τον συναντήσει.
Πήγαινε, πήγαινε ο ένας, πήγαινε, πήγαινε κι ο άλλος και να που συναντήθηκαν
σ΄ένα πανδοχείο παλιό στη μέση θαρρείς του πουθενά, και χωρίς ο ένας τον άλλον να γνωρίζει, γίνηκαν φίλοι.
Βλέποντας ότι οι γνώσεις του νέου τις εμπειρίες του γέροντα συμπλήρωναν,
αποφάσισαν να εγκατασταθούν στην κοντινότερη πόλη που ΄ταν μισή μέρα δρόμος από κει, και μαζί πια ν΄ασκήσουν την τέχνη τους μέσα από των μονοπατιών τους τη σύνθεση.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Γιώργος Δαμ. Βουλγαράκης, «Το αριστερό χέρι»

Δεν ήταν μαθημένος από «μεγάλες πόρτες» ο Πέτρος Χαρίσης. Ταπεινά πράγματα. Μικρός ξεκίνησε από ένα σιδηρουργείο καθαρίζοντας και ανάβοντας το καμίνι, πρόσεχε, όταν μπορούσε, με ποιον τρόπο ο μαστρο-Νίκος επεξεργάζονταν το σίδερο και σιγά, αλλά σταθερά, άρχισε να καταλαβαίνει το σίδερο και την τεχνική τού σιδερά (είναι τέχνη υποστήριζε το αφεντικό του). Ορφανός από πατέρα, ξεκίνησε στα δέκα χρόνια του, δεν είχε τελειώσει το δημοτικό σχολείο και όλη τη μέρα ήταν στο σιδεράδικο, ζεστά το χειμώνα, δύσκολα το καλοκαίρι. Και πείνα λόγω κατοχής. Ευτυχώς η αυλή πίσω από το σπίτι τους έδινε λύση στη διατροφή της οικογένειάς του με τα ζαρζαβατικά που εναλλάσσονταν, όπως και οι συγγενείς, από το χωριό, που έφερναν κάτι από το περίσσιο τους.
Έγιναν πολλά από τότε και σήμερα, στα πενήντα οκτώ του χρόνια, ήλθε αυτό το χαρτί και του άνοιξε και πάλι το παρελθόν, που κομμάτι-κομμάτι πάντα υπήρχε στη σκέψη του αλλά όχι στο σύνολο, «είναι νωρίς να ζω μόνο με μνήμες», έλεγε. Αυτό το χαρτί: «…Παρακαλούμε να έλθετε στη Γενική Γραμματεία του Υπουργείου Εσωτερικών, Τμήμα Αποκατάστασης Αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης ή στον Διευθυντή της Νομαρχίας του νομού της κατοικίας σας, για υπόθεσή σας…». Μεγάλη πόρτα τα θεωρούσε αυτά ο Πέτρος. Είχαν και άλλοι συμπολίτες λάβει το ίδιο χαρτί και του εξήγησαν περί τίνος πρόκειται. Θα πάρει σύνταξη ως αγωνιστής της αντίστασης, αλλά απαιτείται κάποια διαδικασία. Αυτό ήταν.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Θάνος Μαντζάνας, «Στην κόψη του χρόνου»

`

Για εσένα που αναζητείς ακόμα το όνομα σου μέσα σου

`

Ήταν μια Πρωτοχρονιά διαφορετική από όλες τις άλλες, τέτοια που ούτε οι αρκετά μεγαλύτεροι του, πόσο μάλλον οι νεότεροι, δεν ενθυμούντο προηγούμενη. Ποια άλλη Πρωτοχρονιά η μετεωρολογική υπηρεσία είχε εκδώσει προειδοποιητικό δελτίο για τόσα – και σε τέτοιο έντονο βαθμό – ακραία καιρικά φαινόμενα; Δριμύτατο κρύο, σφοδροί άνεμοι και υψηλή χιονόπτωση που στα ελάχιστα διαλείμματα της θα υπήρχε καταρρακτώδης βροχή, αν όχι καταιγίδα. Καθένα μόνο του ήταν εξαιρετικά ασυνήθιστο για την περιοχή του κόσμου όπου είχε γεννηθεί και ζούσε, ακόμα περισσότερο όλα μαζί συγκεντρωμένα, για οποιαδήποτε χρονική στιγμή και όχι μόνο για την Πρωτοχρονιά. Αλλά αυτή η συγκυρία ήταν επόμενο να προκαλέσει αίσθηση και ποικίλες αντιδράσεις.
Οι δεισιδαίμονες είχαν αρχίσει ήδη να μιλούν, για μιαν ακόμα φορά, για «τα ύστερα του κόσμου». Ο ίδιος, πάντα ψύχραιμος και αρκετά ενημερωμένος ώστε να ξέρει ότι η κλιματική αλλαγή δεν είχε αφήσει πλέον ανεπηρέαστη και την τελευταία γωνιά του πλανήτη, προφανώς δεν το έβλεπε έτσι. Του είχε κάνει όμως εντύπωση το πόσο αισθητή είχε αποφασίσει να κάνει την παρουσία της η φύση – έστω και με έναν καθόλου ευχάριστο τρόπο – σε μια γιορτή η οποία, αν το καλοσκεφτόταν κανείς, ήταν ίσως η πιο κενή περιεχομένου από όσες είχε καθιερώσει ποτέ η ανθρωπότητα. Και η εντύπωση που του είχε προκαλέσει αυτό το γεγονός ήταν τόσο μεγάλη ώστε τον ώθησε να πάρει και αυτός μια απόφαση.
Ήδη δυο ημέρες πριν, όταν η πρόγνωση της μετεωρολογικής υπηρεσίας μετατράπηκε σε βεβαιότητα και εκδόθηκε η οριστική πια προειδοποίηση, επικοινώνησε με τους τρεις – τέσσερις φίλους ή γνωστούς που τον είχαν προσκαλέσει για το καθιερωμένο «πρωτοχρονιάτικο ρεβεγιόν». Αρνήθηκε την πρόσκληση του ενός μετά τον άλλο με την ίδια τυπική και ευγενική δικαιολογία, «μια υποχρέωση κάπου αλλού». Ακόμα και αν ήθελε να τους πει τον αληθινό λόγο που δεν αποδεχόταν την πρόσκληση τους θα ήταν αδύνατο γιατί πολύ απλά δεν θα τον πίστευαν.
Αλλά και αν τον πίστευαν, ποιος άραγε θα καταλάβαινε ότι την μοναδική Πρωτοχρονιά που θα ζούσε στην ζωή του στην οποία την παράσταση από τους – έστω και εκβιαστικά – χαρούμενους ανθρώπους που γιόρταζαν «την έλευση του νέου έτους» θα έκλεβε η φύση προτιμούσε να την περάσει μαζί της; Μαζί, δίπλα μάλλον στην φύση που εκείνη την νύχτα θα έδειχνε την αδάμαστη δύναμη της, την μία και μοναδική αληθινή φυσική δύναμη. Ποιος θα μπορούσε ποτέ να θέλει κάτι τέτοιο και μάλιστα περιμένοντας την Πρωτοχρονιά; Μόνον ένας τρελός, έτσι δεν είναι;

Διαβάστε περισσότερα