Κατηγορία: Τετράδια Φιλολογίας Αρ. 2 (Φιλολογικά και λογοτεχνικά μελετήματα)
`
«(…) Τζαιτζείνος που το έβκαλεν, σαν ποιητής λοάται,
τζείνου πρέπει μακάρισητζιεμέναν τʼ ως πολλά `τε.»
`
Το δημοτικό τραγούδι είναι ζωντανή οντότητα σήμερα; Κι ακόμη μπορούμε άραγε να επιχειρήσουμε να ρίξουμε μια διεισδυτική ματιά στη σύγχρονή μας ποίηση, χωρίς να σκεφτούμε τη σύνδεσή της με αυτό; Η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα είναι βέβαια αποφατική, καθώς, κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει σημαντικός Έλληνας ποιητής που να μην έχει αναμετρηθεί με τον ένα ή τον με τον άλλο τρόπο, δημιουργικά ή αντιθετικά με το δημοτικό τραγούδι. Διαρκώς επανέρχεται, ωστόσο, η διαπίστωση ότι οι μαθητές μας δεν είναι καθόλου εξοικειωμένοι βιωματικά μʼ αυτούς τους ήχους ή αναγνώσματα και είναι εγκλωβισμένοι, δυστυχώς, σε στερεότυπα – «μουσική για ηλικιωμένους», «χωριάτικος τρόπος διασκέδασης», «δεν είναι in». Σημειώνω, λοιπόν, εξαρχής ότι η συνεισφορά του συγκεκριμένου βιβλίου είναι σημαντική, καθότι πραγματεύεται τον ρόλο και τη σημασία του δημοτικού τραγουδιού σήμερα και μάλιστα με εστίαση στη Μέση Εκπαίδευση, στον χώρο, δηλαδή, όπου σφυρηλατούνται συνειδήσεις και διαμορφώνονται χαρακτήρες και συμπεριφορές.
Το βιβλίο απευθύνεται, επομένως, πρωτίστως στους εκπαιδευτικούς, αλλά και σε όσους ευαίσθητους πολίτες ενδιαφέρονται για την ποιητική του λαϊκού πολιτισμού ως αντίσταση στους εμπορευματοποιημένους και κάλπικους ορίζοντες της καπιταλιστικής παγκοσμιοκρατίας· σʼ αυτούς, με άλλα λόγια που βλέπουν πέρα από τα καθημερινά συμπτώματα ομοιομορφίας, αλλοτρίωσης και ισοπέδωσης των τοπικών πολιτισμών και αντιλαμβάνονται ότι το εκάστοτε εκπαιδευτικό σύστημα οφείλει, μέσα στο περίπλοκο πλαίσιο μιας πολυπολιτισμικής κοινωνίας, από τη μια να αναδείξει την πολιτισμική κληρονομιά του τόπου και να ενισχύσει την εθνική αυτογνωσία και από την άλλη να αναπτύξει την καλλιέργεια και τον σεβασμό της διαφορετικότητας του «άλλου». Οι συγγραφείς, στην ανά χείρας καλαίσθητη έκδοση (με τα ρόδια που ζωγραφίζει η εικαστικός Μαρία Χατζητοφή να κοσμούν το εξώφυλλο, ως το κατεξοχήν παραδοσιακό μοτίβο της γονιμότητας), επιχειρούν, λοιπόν, να ενισχύσουν τη συζήτηση γύρω από τη διδασκαλία του δημοτικού τραγουδιού στη Μέση Εκπαίδευση με νέους όρους. Για τούτο και επιμένουν σε μια ανοικτή και ελκυστική, διδακτική διαδικασία που θα προϋποθέτει τη σφαιρική προσέγγιση της δημοτικής ποίησης σε όλες τις λειτουργίες της θεματολογίας και της λαϊκότητάς της μέσω και των σύγχρονων δεδομένων της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης.
Με στοιχεία, λοιπόν, από την Ιστορία της Εκπαίδευσης, με επισημάνσεις και ειδικές προτάσεις για τη διδασκαλία, με κριτικές αντιλήψεις, και κυρίως με τεκμηρίωση βιβλιογραφική από τον χώρο της Φιλολογίας και της Διδακτικής της Λογοτεχνίας υποβοηθούν, παρά την αρνητική πολιτισμική συγκυρία, στην αναζωπύρωση, των προβληματισμών γύρω από τη μελέτη, τη διδακτική και την ανάδειξη της παράδοσης, και ιδιαίτερα της μουσικής-ποιητικής διάστασης του δημοτικού τραγουδιού. Ενδιαφέρονται, επομένως, και εστιάζουν άμεσα στη διδακτική του είδους τόσο στην ποιότητα της λαϊκής ανόθευτης έκφρασης που καταδεικνύει την υψηλή, αισθητική συνύπαρξη μουσικής και λόγου όσο και στη συναισθηματική αξιοπρόσεκτη στάση ζωής και διαχρονικών αξιών που προβάλλονται συχνά-πυκνά μέσα σε αυτό σε σχέση π.χ. με τη μάνα-Φύση και με τον πάσχοντα άνθρωπο.
Οι συγγραφείς υποστηρίζουν, παράλληλα, ότι η μελέτη και διδασκαλία του δημοτικού τραγουδιού οφείλει σήμερα να πραγματοποιείται με ελκυστικούς τρόπους, αν, φυσικά, θέλουμε να συγκινήσει τη νέα γενιά και να εκπληρώσει τελικά τον ψυχαγωγικό και διαπαιδαγωγικό του ρόλο. Προτείνουν, επομένως, να αντιμετωπίζεται πρώτα από όλα ως άκουσμα και όχι ως μνημειακό ανάγνωσμα ή έντυπο κείμενο-ποίημα, γεγονός που αποσιωπά τη συνθετική του ταυτότητα (μουσική, χορός λόγος)· μια ταυτότητα, η οποία στηρίζεται πρωτίστως στη δυναμική συμπαρουσία και τη συλλογική ενεργοποίηση. Ως προς αυτή την κατεύθυνση, δυναμικοί φορείς αυτής της πεποίθησης είναι, βεβαίως, οι σύγχρονοι καλλιτέχνες ή μουσικά συγκροτήματα που είτε με αυθεντικές εκτελέσεις είτε με εμπνευσμένες διασκευές δίνουν την ευκαιρία στους νέους να συναντηθούν δημιουργικά και γόνιμα με το δημοτικό τραγούδι.
Οι συγγραφείς έχουν, λοιπόν, τη βαθιά πεποίθηση ότι το δημοτικό τραγούδι δεν αποτελεί με κανένα τρόπο μια επιφανειακή, φολκλορική μορφή πολιτισμού. Αντίθετα, αποδεικνύουν ότι η μελέτη και η διδασκαλία του συνιστά ουσιαστική και βαθιά υπαρξιακή ανάγκη που προϋποθέτει και αναδεικνύει, ταυτόχρονα, τον σεβασμό της διαφορετικότητας του «άλλου». Και με τα τεκμήρια που παραθέτουν στο ανά χείρας βιβλίο ασκούν κριτική αφενός στην επικρατούσα και εν πολλοίς τυποποιημένη, κειμενική διδακτική της δημοτικής ποίησης και αφετέρου στον υποβόσκωντα φολκλορισμό, στον ιδιόμορφο ρητορισμό και στον επικίνδυνο εθνικισμό που εμφιλοχωρεί, πολλές φορές με αρνητικά, πάντα, αποτελέσματα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, άσματα όπως «Ο γυρισμός του ξενητεμένου», «Της τρίχας το γιοφύρι» και [«Της Μαρουδκιάς» στην Κύπρο], άσματα τα οποία, μάλιστα, τραγουδιούνται σε όλες τις χώρες της Βαλκανικής, μπορούν κάλλιστα να αποτελέσουν τόσο λιθάρια εθνικής αυτογνωσίας και αισθητικής καλλιέργειας όσο και λαμπροί φάροι ανάδειξης της πολιτισμικής ώσμωσης και διαφορετικότητας στο ευρύτερο πλαίσιο του ευρωπαϊκού, πολιτισμικού χώρου.
Εστιάζοντας, τέλος, στην κυπριακή πραγματικότητα, θεωρούν ότι το δημοτικό τραγούδι μπορεί να συμβάλλει στην ανάκτηση από τη νέα γενιά της αυτοπεποίθησης για τη σημασία της κυπριακής διαλέκτου, και κοντά σʼ αυτό της περηφάνιας για ό,τι δημιούργησε ο κυπριακός ελληνισμός. Στοιχείο απαραίτητο του αυτοπροσδιορισμού και της προοπτικής επιβίωσης του ελληνισμού της Κύπρου και παράλληλα της ενίσχυσης της τοπικής πολιτιστικής δημιουργίας, που ωθείται από την ευεργετική επίδραση μιας μακραίωνης λαϊκής παράδοσης. Κάτω από αυτό το πρίσμα, η διδασκαλία του δημοτικού τραγουδιού και γενικότερα της λαϊκής, λογοτεχνικής παραγωγής μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την πολιτισμική αυτογνωσία της νεότερης γενιάς της Κύπρου ως Ελλήνων του ευρύτερου ελληνισμού, «με τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες και τις «στοχαστικές προσαρμογές» που επέβαλε το ιστορικό γίγνεσθαι του τόπου στο γεωγραφικό σύνορο Ανατολής και Δύσης. Ο κίνδυνος που ελλοχεύει στις συνθήκες επιβολής των παγκοσμιοποιημένων πολιτιστικών «αγαθών» είναι οι «στοχαστικές προσαρμογές» να χάσουν τον παρήγορο προσδιορισμό τους και να παραμείνουν γυμνές, αφήνοντάς μας απογυμνωμένους και απονευρωμένους στις ισοπεδωτικές διαθέσεις των πολιτικά και πολιτισμικά ισχυρών δυνάμεων και κρατικών μορφωμάτων». Πολύτιμη για τον φιλόλογο και τον ερευνητή η καταληκτική «ενδεικτική βιβλιογραφία», που συγκεντρώνει δημοσιεύματα, αφιερώματα περιοδικών, δισκογραφία και διαδικτυογραφία.
`
*
Ο Παναγιώτης Νικολαΐδης είναι φιλόλογος- ποιητής










