Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αλμανάκ Ποιείν: Οι 4+1 δίσκοι μελοποιημένης ποίησης του 2016 (γράφει ο Σπύρος Αραβανής)


`

1. Λουκάς Θάνος, «Ω νυχτέρια ω πανηγύρια», ποίηση: Κωστής Παλαμάς, ΕΜΙ, 2016

«Η επιλογή του Λουκά Θάνου να μελοποιήσει τον Δωδεκάλογο του Γύφτου φαίνεται σήμερα εκ πρώτης όψεως παράδοξη», γράφει [ΕΔΩ] ο Ευριπίδης Γαραντούδης, καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, «κι αυτό γιατί η σύγχρονη δεσπόζουσα κριτική πρόσληψη της παλαμικής ποίησης και συνεπώς και η αισθητική αποτίμησή της ευνοούν σταθερά τον λυρικό ποιητή Παλαμά του ήσσονος τόνου και των σύντομων και αμιγώς λυρικών ποιημάτων, ενώ, παράλληλα, υποβαθμίζεται η αξία των συνθετικών και εκτενών επικολυρικών ποιημάτων του, επειδή αυτά (κρίνεται ότι) επιβαρύνονται από χαρακτηριστικά όπως η μεγαληγορία, ο ρητορισμός και η διανοητικότητα». Παράδοξη εκ πρώτης όψεως όμως φαίνεται και η απόφαση ενός από τους πιο δημοφιλείς σήμερα τραγουδιστές, του Γιάννη Χαρούλη, να συνεργαστεί με το συνθέτη Λουκά Θάνο, 40 σχεδόν χρόνια (!) από την προηγούμενη δισκογραφική του κατάθεση, το περίφημο πια «Σάλπισμα» με τον Νίκο Ξυλούρη, με άλλα λόγια με έναν συνθέτη με πολυετές και πολυσχιδές έργο και εκτός Ελλάδας, αλλά χωρίς την εντόπια αναγνωρισιμότητα και παρουσία στο λεγόμενο «ελληνικό τραγούδι».  Το αποτέλεσμα όμως είναι πέραν των χρoνικών προσδιορισμών και των επικαιρικών επευφημιών. Ο δίσκος περιλαμβάνει δέκα μέρη από τον παλαμικό Δωδεκάλογο του Γύφτου σε ισάριθμα τραγούδια, καθώς και δύο άλλα αρκετά γνωστά παλαμικά ποιήματα,  «Το σπίτι που γεννήθηκα» και «Ο Διγενής κι ο Χάροντας», με μιαν εξαιρετική ισορροπία ανάμεσα στο λυρικό και επικό τόνο και ταυτόχρονα με μια σύγχρονη –όχι μοδάτη- μουσική ενορχηστρωτική αισθητική, πλούσια σε παραδοσιακούς ρυθμούς και όργανα. Η μεγαλύτερη όμως αξία του πέραν της μουσικολογικής του εξέτασης και μουσικής του προσφοράς, είναι ότι αποτελεί μια καθαρά πολιτική πράξη εκ μέρους των δυο δημιουργών του με την έννοια της επιλογής του συγκεκριμένου υλικού (στιχουργικά και μουσικά) ως καλλιτεχνική πρόταση μέσα στις σημερινές κοινωνικοπολιτικές και καλλιτεχνικές συνθήκες.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Αλμανάκ Ποιείν: Οι 4+1 θεατρικές παραστάσεις του 2016 (γράφει ο Κωνσταντίνος Μπούρας)

`

1. Μπερναρ Μαρί Κολτές, «Ρομπέρτο Τσούκο», “η παράσταση της χρονιάς”

Χάρη στην ΆΝΤΖΕΛΑ ΜΠΡΟΥΣΚΟΥ, την ΠΑΡΘΕΝΟΠΗ ΜΠΟΥΖΟΥΡΗ και τον ΣΤΡΑΤΟ ΤΖΩΡΤΖΟΓΛΟΥ που επιστρέφει στο θρυλικό Υπόγειο, όπου είχε την τύχη να τον σκηνοθετήσει στο κύκνειο άσμα του ο Κουν, σε έναν “Ήχο του όπλου” που δεν έχει σιγάσει ακόμα. Η Άντζελα Μπρούσκου μετά τον Βέλτσο ανασταίνει και τον αθάνατο Κολτές και δικαιώνει τον ευριπιδικό φονιά Ρομπέρτο Τσούκο στο θρυλικό Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης. Θα ήταν μια πραγματικά τέλεια αναβίωση του αρχετυπικού έργου του Κολτές αν δεν είχε γίνει μια βασική μεταφραστική παρανόηση του κειμένου: είναι άλλο πράγμα «ο φαλλός του Ήλιου» κι άλλο το «σεξουαλικό όργανο του ήλιου». Η μετάφραση του πολύ-συζητημένου Δημήτρη Δημητριάδη υποβίβασε τη συμβολική του έργου στο επίπεδο του «Καυγατζή» ενός Ζενέ σκηνοθετημένου από τον Φασμπίντερ. Δεν είναι όλα τα πράγματα σεξουαλικά. Ο Κολτές είναι ποιητής της σκηνής ενώ ο Ζενέ παρέμεινε πεζογράφος και ο Φασμπίντερ κινηματογραφιστής. Ας μην εξομοιώνουμε κι εξω-μειώνουμε τα πάντα. Ο Τσούκο είναι ηλιακό ον σαν τη Μήδεια, είναι ήρως αρχαίας τραγωδίας δεν είναι ένα περιφερόμενο κορμί προς βρώσιν και πόσιν.

Η Μπρούσκου, κινηματογραφίστρια επί σκηνής βινετοσκοπεί ζωντανά την εκπληκτική Παρθενόπη Μπουζούρη και τον μεταμορφωσιακό Στράτο Τζώρτζογλου (πρώτη φορά τόσο καλός μετά τον «Ήχο του όπλου» σκηνοθετημένος από τον μεγάλο Κουν).
Αυτή η «λοξή» οπτικοποίηση και ζωντάνεμα ενός μάλλον παλιομοδίτικου κειμένου από την εποχή της δεκαετίας του 1980 προς 1990 τότε που το aids έκανε θραύση κι η μυθολογία της αυτοκαταστροφής είχε υπερχειλίσει τα ψευδαισθητικά οράματα τής «Κοινωνίας τής Αφθονίας», προσέδωσε στην παράσταση πολλά επίπεδα ανάγνωσης των παραγλωσσικών κωδίκων και την αναδόμησε σε υψηλότερα αισθητικά επίπεδα από το σύνηθες. Η υπέρβαση της γυμνής σάρκας επετεύχθη δια του κεκαλυμμένου κορεσμού της. Έτσι ανευρέθη μία άλλη ισορροπία, σχοινοτενής και υποφώσκουσα, πέρα πολύ κι από τη Χριστιανική ή συμπαντική Αγάπη, στις σκοτεινές δυνάμεις που θολώνουν τα μυαλά και τις αισθήσεις των ανθρώπων.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Αλμανάκ Ποιείν: Οι 4+1 κινηματογραφικές ταινίες του 2016 (γράφει ο Γρηγόρης Παπαδογιάννης)


`
Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
Συγκλονιστική ταινία του Ζαν Γιμού που εκτυλίσσεται την περίοδο της πολιτιστικής επανάστασης στην Κίνα. Μοιάζει λίγο με μια εκδοχή του Good bye Lenin στα κινέζικα αλλά παρά τις ομοιότητες αυτή είναι μια καθαρά δραματική ταινία. Ένα ζευγάρι χωρίζει θέλοντας και μη επειδή ο σύζυγος φυλακίζεται ως αντικαθεστωτικός. Εκείνη τον περιμένει αλλά όταν επιστρέφει δεν είναι πια σε θέση να τον αναγνωρίσει. Το φιλμ κορυφώνεται με ένα εκπληκτικό τελευταίο πλάνο μια εκκωφαντική (αν και βουβή) διαμαρτυρία ενάντια στον παραλογισμό των κάθε λογής αυταρχικών καθεστώτων. Υπέροχη η Γκονγκ Λι που συνεργάζεται έπειτα από δέκα περίπου χρόνια με τον σκηνοθέτη του «Σηκώστε τα κόκκινα φανάρια» και «Αντίο παλλακίδα μου».
Σκηνοθεσία: Ζαν Γιμού
Πρωταγωνιστούν: Γκονγκ Λι, Νταομίνγκ Τσεν, Χουιγουέν Τσανγκ
Διάρκεια: 109′

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ανδρέας Καρκαβίτσας, «Θείον Όραμα» (Από τη συλλογή «Λόγια της πλώρης», 1899

`

Δε λέτε, ρε παιδιά, τίποτα να ζεσταθούμε;
Και με το λόγο φάνηκε μαύρο κορμί στην ανοιχτή θυρίδα, κύλησε από τη σκάλα κάτω ο Κώστας ο θερμαστής, βαρυτυλιγμένος στην πατατούκα του. Έκανε κρύο δυνατό. Βοριάς εξύριζε τα πέλαγα, πάγωνε τʼ ακρογιάλια, κρουστάλλιαζε τα στοιβαγμένα χιόνια στα βουνά. Και το πλήρωμα, ναύτες και θερμαστές, συναγμένοι ολόγυρα στη θερμάστρα, φρόντιζαν να ζεσταθούν με τη φασκομηλιά και το ψωμοτύρι. Ο λύχνος, καρφωμένος στη μέση ενός στύλου, φώτιζε και κάπνιζε μαζί τα περίγυρα σωθέματα. Διπλά τριπλά τα κρεβάτια κολλημένα στα πλευρά, με τα μαύρα τους στρωσίδια, θύμιζαν νεκροθήκες στʼ ανήλιαστα βάθη της γης ταιριασμένες. Κοντά η καμαρούλα του ναύκληρου, ανοιχτόπορτη, έδειχνε άλλο κρεβάτι στρωμένο, δυο τρεις φωτογραφίες παλιές, μια χρωμολιθογραφία χανούμισσας, χρυσοφορεμένης και ξαπλωμένης σε πουπουλένια προσκέφαλα. Και ολούθε κρεμασμένα τα ρούχα, στο λάδι και στο κάρβουνο βουτημένα. Οι μουσαμάδες ξεσχισμένοι και μυριομπαλωμένοι. Τα χοντρά ποδήματα και τα κασκέτα και οι χρωματιστοί σκούφοι έδειχναν το χώρισμα καλογερικό κελί. Αλλά το φλίφλισμα του νερού που ακουόταν στα πλευρά, η μυρωδιά του κατραμιού και τα ψημένα πρόσωπα των ανθρώπων έδειχναν πως η ζωή εδώ αγωνίζεται τον τελευταίο αγώνα της. Για τούτο και κανένας δεν πρόσεξε τώρα στο αστείο κατρακύλημα του θερμαστή.
– Δε λέτε, ρε παιδιά, και τίποτα να ζεσταθούμε; ξαναδευτέρωσε εκείνος, αγκαλιάζοντας τη θερμάστρα σαν ερωμένη.
– Τι να ειπούμε; ρώτησε μελαγχολικός ο Κώστας ο Αξιώτης. Νυχτιά σαν την αποψινή δε θέλει παραμύθια. Όχι, δε θέλει παραμύθια! Εδώ στον άγριο κόρφο πού είμαστε κλεισμένοι, τριγυρισμένοι από το μούγκρισμα της Μαύρης Θάλασσας, σαβανωμένοι από τον πουπουλένιο θυμό τʼ ουρανού, ας πούμε κατιτί θεϊκό και παρήγορο. Στα παλιά χρόνια οι γέροντές μας δεν είχαν την καταδίκη πού έχουμε εμείς τώρα. Περνούσαν τις άγιες ημέρες κάτω από τη στέγη τους, κοντά στη φωτιά, ανάμεσα στη φαμίλια τους. Όπως ο αμπελοφυτευτής τʼ αμπέλι του, τρυγούσανε και κείνοι το καλοκαίρι τη θάλασσα και χαίρονταν το χειμώνα τα καλά της άφοβα. Ήξεραν τη γιορτή και την καματερή τους. Είχαν καιρό για τη χαρά και για τη θλίψη τους. Εμείς τίποτʼ απʼ αυτά! Χειμώνα-καλοκαίρι τʼ οργώνουμε το κύμα. Βόδια καματερά στη βουκέντρα της Ανάγκης, υποταχτικά θʼ αυλακώνουμε τʼ αρμυρό χωράφι, μονάχα τη φάκνα μας έχοντας για πληρωμή. Για τούτο καλά που έτυχε η κακοκαιρία νʼ αφήσουμε λίγο τον κάματο. Δε λέω πως θα μείνουμε τώρα ήσυχοι. Ο αφέντης θέλει δουλειά από το δουλευτή, γιατί φοβάται μην οκνέψει με την ακαμωσιά. Φαντάσου όμως, αν ήταν καλοσύνη, τι δρόμο θα παίρναμε τώρα. Έτσι τουλάχιστο έχω ελεύθερο το νου να συλλογιστώ το σπίτι μου.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Αργυρώ Αγγελίνα – Ζωγράφου, «Ο Δροσιστικός Ξένος των Χριστουγέννων»

`

Στο τέλος της ημέρας το περίσσευμα της αγάπης φώναξε τους συνεταίρους του, την ελπίδα, τη θέληση και την υπομονή, που άρχισαν το γύρισμα της ανέμης για το παραμύθι που θα διαβάσετε. Σήμερα η ανέμη είναι οθόνη και το παραμύθι παίζεται πάνω σʼ αυτή, δε χρωματίζεται από χείλη παραμυθάδων!
`

Ο ΔΡΟΣΙΣΤΙΚΟΣ ΞΕΝΟΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

`

Μία φορά κι έναν καιρό, σε νεότερους χρόνους, πλησίαζαν Χριστούγεννα.
Η μαμά της μικρής Κατερίνας κρατούσε μία τεράστια άσπρη μπάλα και το κοριτσάκι ένα μυτερό γυάλινο σταλακτίτη. Τα κρέμασαν στα κενά των μπροστινών κλαδιών και έσπρωξαν τη φάτνη στη βάση του χριστουγεννιάτικου δένδρου τους.
– Έτοιμο! καμάρωσε η μαμά. Φέτος είναι πιο όμορφο από ποτέ!
Η Κατερίνα έκανε μερικά βήματα προς τα πίσω και το παρατηρούσε γεμάτη υπερηφάνεια.
– Τι όμορφο είναι, μανούλα! της είπε.Και πόσο λάμπουν όσο σκοτεινιάζει τα στολίδια του ανάμεσα στα φωτεινά λαμπιόνια που αναβοσβήνουν! Φαίνονται σαν αληθινά!
– Ξέρεις, Κατερίνα μου, συνέχισε τη συζήτηση η μητέρα της χαμηλόφωνα –για να δημιουργήσει μυστήριο και να κεντρίσει την προσοχή της μικρής–,τοβράδυ των Χριστουγέννων γίνονται μαγικά πράγματα. Ζωντανεύουν όλα τα στολίδια του δένδρου και κατεβαίνουν από τα κλαδιά την ώρα που εμείς κοιμόμαστε. Παίρνουντις θέσεις μας και αντιγράφουν τις συνήθειές μας. Τρώνε από το φαγητό μας, ντύνονται με τα ρούχα μας καιγίνονταιαυτά οικοδεσπότες του σπιτιού.Πίνουν καιαπό το λικέρ βύσσινο της γιαγιάς,αραχτά στο σαλόνι μας! Όσοι το γνωρίζουμε, χωρίς να εμφανιζόμαστε και να δίνουμε σημασία, τους επιτρέπουμε να χαίρονται την ευκαιρία που τους δίνει η Άγια Νύχτα. Υπάρχει, όμως κάτι που, αν λησμονήσουν, θα τους στερήσει για πάντα αυτή τη χαρά.
– Ποιο είναι αυτό; τη ρώτησε η Κατερίνα κοιτώντας την στα μάτια όλο ανυπομονησία.
Η μητέρα της χαμήλωσε ακόμη περισσότερο τη φωνή, μην τις ακούσει κανείς. Έτσι, το μυστικό έμεινε για πάντα μεταξύ τους, κλειδωμένο σε ένα αόρατο κουτί που μόνο οι δυο τους ήξεραν να ανοίξουν, και ίσως και κάποιοι άλλοι…
– Πρέπει να κατέβουν όλα μαζί, να μην ξεχαστεί κάποιο στο δένδρο, ειδάλλως δε θα μπορέσουν να ξανανέβουν το πρωί.Έτσι, καταδικασμένα στις ανθρώπινες συνήθειες,θα παγώσουν και θα χαθούν πριν τα αντικρίσουμε.

Διαβάστε περισσότερα