Μιλτιάδης Φρύσσας, “Το προξενιό της Ξένιας”
18Αυγ
Της Ξένιας της άρεσε η οδήγηση. Ένιωθε ωραία όταν οδηγούσε, ένα πέταγμα! Καθώς το αυτοκίνητό της άφηνε πίσω του την Άμφισσα και σκαρφάλωνε στην πλαγιά, κάθε τόσο ανοίγονταν στα μάτια της η θέα στο ήμερο τοπίο του ελαιώνα: μια γκριζοπράσινη θάλασσα. Μετά οι στροφές την έριχναν πάλι στην σκιά.
Είχε σκοπό να ξεκινήσει πιο νωρίς, αλλά η δουλειά στον συνεταιρισμό για την διευθύντρια του λογιστηρίου δεν τελειώνει ποτέ. Όταν, πολύ νέα, την προσέλαβαν σαν βοηθό λογιστή ένιωθε σαν να είχαν εκπληρωθεί τα όνειρά της. Τώρα, στα πενήντα της, αισθάνονταν ασφυξία. Αλλά τι μπορούσε να κάνει; Αυτή ήταν η δουλειά της και είχε γίνει σιγά-σιγά και η ταυτότητά της. Μια ταυτότητα που την απεχθάνονταν και εδώ και λίγο καιρό, είχε πάρει την απόφαση πως έπρεπε επειγόντως να την αλλάξει. Λίγο πριν φύγει αναλογίστηκε αν ήταν σωστό να πάει στην συνάντηση με άδεια χέρια. Ίσως να την περίμενε με κάποιο δωράκι και γιʼ αυτό, καλού-κακού,έβαλε στο πορτ-μπαγκάζ, δίπλα στο σακ-βουαγιάζ και έναν τενεκέ λάδι του συνεταιρισμού.
Το αυτοκίνητο χώθηκε στα βουνά. Το τοπίο εναλλάσσονταν: χαράδρες, λοφοπλαγιές, μικρά οροπέδια και πάλι απʼ την αρχή. Με τον ίδιο τρόπο εναλλάσσονταν και οι σκέψεις της: Χαράδρες, ο νους της πήγαινε στη μάνα της που είχε φύγει το περασμένο καλοκαίρι. Λοφοπλαγιές, η απόφαση που πήρε να αποκτήσει και αυτή, επιτέλους, έναν σύντροφο πριν την πάρει για τα καλά η κατηφόρα. Μόλις που προλάβαινε.Κατηφόρα, μα τι διάολο πήγαινε να κάνει; Τι φαεινή ήταν κιʼ εκείνη να πάει στο γραφείο συνοικεσίων! Μα εκεί στην Άμφισσα, κλειστή κοινωνία, η παρέα της ήταν όλο κιʼ όλο οι κοπέλες του λογιστηρίου. Ανηφόρα: ένας να της ταιριάζει δεν βρέθηκε ποτέ στον δρόμο της. Δυο-τρεις γνωριμίες στο παρελθόν της είχαν αφήσει πικρή γεύση.














